Τρίτη 9 Μαΐου 2023

 


Ο   Όσιος   Σίος   γεννήθηκε   στην   Αντιόχεια   της   Συρίας   στις   αρχές του  6ου  αιώνος   μ.Χ.   από   γονείς    πλούσιους   και   ευσεβείς,   που    δεν  είχαν   άλλα   παιδιά.    Ο    Σίος   ήταν   μοναδικός   κληρονόμος   της τεράστιας   περιουσίας   τους   και    η  μοναδική παρηγοριά  των γηρατειών τους. Τον  ανέθρεψαν, λοιπόν, με περισσή στοργή και επιμέλεια,    καλλιεργώντας    στην   ψυχή   του   τους   σπόρους   της  αρετής  και  της  ευσέβειας.  Εκείνος, πάλι,  πρόθυμα  άκουγε  τις ωφέλιμες συμβουλές και τις θείες διδαχές τους.   «Πνεύματος  Αγίου πεπλησμένος   έτι   εκ  κοιλίας   μητρός   αυτού»,  όπως  ο Τίμιος Πρόδρομος, αφ’ ότου έμαθε ανάγνωση, μελετούσε ακατάπαυστα  τις  ιερὲς   Γραφές,   έχοντας   πάντοτε   μαζί   του    την    Καινή   Διαθήκη    και    το    Ψαλτήριο .

Σε   ηλικία   είκοσι    ετών  άκουσε   για  τον   Όσιο    Ιωάννη    Ζενταζνέλι,  όπου  ζούσε σε μία έρημο, κοντά στην Αντιόχεια και είχε πολλούς μαθητές.  Αμέσως   έτρεξε    να    βρει    τον  Όσιο  Γέροντα.  Ο προορατικός   Γέροντας   του   είπε  να    επιστρέψει    στην   πατρική    οικία  και  να  λάβει  την  ευχή   των  γονέων    του,   που    θα    γίνονταν  και    αυτοί    μοναχοί.   Έτσι    κι    έγινε.

Ελεύθερος   πλέον  ο   Όσιος   Σίος   φρόντισε   πρώτα   να    απαλλαγεί από  το   βάρος  της πατρικής περιουσίας.  Ένα μέρος το μοίρασε στα   μοναστήρια,   όπου    εγκαταβίωσαν   οι   γονείς   του   και    το    υπόλοιπο  στους    φτωχούς.    Ο   ίδιος  κράτησε   μόνο   την   Αγία    Γραφή.   Έτσι  επέστρεψε  στον   Όσιο    Ιωάννη,   ο   οποίος  γεμάτος  χαρά  τον μακάρισε,  διότι  έβαλε το  χέρι  του  στο  αλέτρι  και    δεν    κοίταζε    πίσω  στον   κόσμο.

Όταν ο  Όσιος   Σίος   έγινε   μοναχός,   η   καρδιά  του   φλογίσθηκε   ακόμη   περισσότερο  από  το  θείο  έρωτα.  Χάρη  στην  αδιάκριτη  υπακοή,   την    βαθιά   ταπείνωση,   την   απέραντη   αγάπη   και   τις άλλες  θείες  αρετές του,  αξιώθηκε να  λάβει  πολύ  νωρίς  ουράνια  χαρίσματα.    Ο    Όσιος  Ιωάννης  με  έκπληξη   και   δέος   παρατηρούσε  τον    αγιοπνευματικό  πλουτισμό   του    υποτακτικού  του, που    στο Όνομα και με τη Χάρη του Κυρίου, άρχισε να θεραπεύει θαυματουργικά   τους    ασθενείς    και    να    αποδιώχνει    τα    δαιμόνια.

Είκοσι   χρόνια   έζησε    κοντά    στον    Όσιο    Ιωάννη.    Και   όταν  εκείνος,   με   θεία   αποκάλυψη,   έφυγε   για   τη   Γεωργία,   πήρε   μαζί του    τον    Όσιο    Σίο    και    άλλους   ένδεκα   μαθητές   του.

Τρία χρόνια έμειναν στη   Μτσχέτα κηρύσσοντας το λόγο  του  Θεού.   Ύστερα    ανέβηκαν   για    άσκηση    στο    όρος   Ζαντένι.

Δύο    χρόνια    αργότερα,    μία    νύχτα,    η    Υπεραγία    Θεοτόκος    και  η   Αγία   Νίνα   εμφανίσθηκαν   στον   Όσιο   Ιωάννη   και   τον πρόσταξαν  να   στείλει   τους   υποτακτικούς   του   σε   όλη   τη    Γεωργία για  ιεραποστολή.  Οι    δώδεκα   Πατέρες   κίνησαν  για  διάφορες  περιοχές   της   χώρας, με  την  ευχή  του   Γέροντός   τους  και   την   ευλογία   του   Αρχιεπισκόπου   Ευλογίου. Ύστερα   από   σχετική    συμβουλή   του   τελευταίου,   ο   καθένας    πήρε μαζί   του,   ως   βοηθό   και   συμπαραστάτη     από   ένα   Γεωργιανό μοναχό.  Ο     Όσιος  Σίος όμως, ως εραστής της ερημιτικής  ζωής, προτίμησε   να   φύγει    μόνος.    Ο    Όσιος    Ιωάννης   δεν  είχε  αντίρρηση.

Ο  Όσιος  Σίος   κίνησε   για   τα   όρη   Σαρκινέτι    της    Κάρτλης.   Αφού πέρασε   ερημικές   περιοχές, πυκνά    δάση   και    δυσκολοδιάβατα    βουνά, ήλθε στο Μγίβε (σπήλαιο), σε μία βαθιά χαράδρα, απ’ όπου περνούσε  ο ποταμός  Κύρος.  Εκεί    εγκαταστάθηκε,   παραδίδοντας    τον εαυτό   του   με  πίστη   στην   πρόνοια   και   το   έλεος   του   Θεού.   Από τότε   άρχισε  να  ζει  με  σκληρή  άσκηση. Προσευχόταν   αδιάλειπτα. Κοιμόταν   ελάχιστα.  Τρεφόταν   μόνο   με   άγρια   χόρτα   και   νερό.  Έγινε   έτσι    ένας    επίγειος   άγγελος.

Οι   φθονεροί    δαίμονες,  βέβαια,  κατέφευγαν  σε   κάθε    πανουργία,  για  να  τον  εκφοβίσουν   και   να   τον   πλανέψουν.   Συχνά,   την   ώρα που   προσευχόταν,   εμφανίζονταν   μπροστά   του   με   μορφές   είτε  φοβερών   θηρίων   είτε    ερπετών.   Ο    Άγιος    τους   νικούσε    στο  Όνομα   του    Ιησού    Χριστού.

Κάποια   νύχτα   ο   Όσιος   είδε   ένα   ασυνήθιστο   φως   και   οσφράνθηκε  μίαν  άρρητη   ευωδία.   Η    ψυχή   του  πλημμύρισε από   χαρά.    Στο   άνοιγμα   του   σπηλαίου  εμφανίσθηκε   η   Υπεραγία  Θεοτόκος  με   ραβδί   στο   χέρι.   Δίπλα    της   στεκόταν   ένας επιβλητικός   άνδρας  με  ασκητική   μορφή.  Ήταν   ο  Τίμιος   Πρόδρομος.  Έντρομος     ο    Όσιος    από    την    απροσδόκητη    ουράνια    επίσκεψη, έπεσε  με  το  πρόσωπο  στη  γη.  Η  Παναγία   τον  πλησίασε  και  τον  άγγιξε  με το   ραβδί  της.   «Σήκω»   του   είπε.   Μόλις    σηκώθηκε,   εκείνη  του   έβαλε    στο   χέρι   κάτι    λευκό    σαν  το    χιόνι.   «Ο    Βαπτιστής  Ιωάννης  και  εγώ, βλέποντας  την    αγάπη   σου   στον   Σωτήρα  του  κόσμου,    ήλθαμε   να   σε   παρηγορήσουμε.    Φάγε   αυτό  που  έχεις   στο χέρι σου. Από εδώ και πέρα, ώσπου να αποκτήσεις υποτακτικούς,  θα  παίρνεις τροφή  από  τον  ουρανό.  Όσο  για  τους   δαίμονες,  μην   τους  φοβάσαι.  Με  τη  Χάρη    του  Υιού   μου   θα   τους   κατανικήσεις.  Και  τούτη  εδώ   η    έρημος    θα    γεμίσει   θεοφόρους  άνδρες, που  θα  μιμηθούν    τη    ζωή   σου    και    θα   δοξάσουν   το   Όνομα   του   Θεού».

Ο  Όσιος,   μόλις   συνήλθε   από   το   δέος    και   την   έκπληξη  γεύθηκε την   ουράνια    τροφή  που  είχε  λάβει  από  το   Θεομητορικό    χέρι.  Το  στόμα   του   γέμισε    με    μία   ανείπωτη   γλυκύτητα.   Ευχαρίστησε   τον Άγιο  Τριαδικό  Θεό  και  τη  Θεοτόκο  και   από   τότε,   όπως   του   είχε υποσχεθεί η Παναγία, ένα θεόσταλτο  περιστέρι του  έφερνε  καθημερινά   φρέσκο    ψωμί.

Πρώτος  υποτακτικός   του   ήταν   ο   Ευάγριος,   άρχοντας   νέος   και  ευσεβής,   συνεργάτης   του   βασιλέως   Παρσμάν   ΣΤ’   (541 – 553   μ.Χ.). Σε   λίγο   πολλοί   Χριστιανοί   άρχισαν   να   καταφθάνουν   στο    σπήλαιο   του   Οσίου,  για   να   λάβουν   την   ευχή   του   και   άλλοι   για  να  μονάσουν  εκεί. Κάθε  νέος  αδελφός, με εντολή  του   Οσίου    έσκαβε μία   μικρή   σπηλιά   και   κατοικούσε    εκεί,    ζώντας   με  νηστεία, αγρυπνία,   προσευχή   και   εργόχειρο.    Ο     Όσιος    Σίος    δεν     έβγαινε από   το    δικό    του     σπήλαιο    παρά    μόνο    τις    Κυριακές    και   τις εορτές, για  να  τους διδάξει  και  να  τους καθοδηγήσει  στον  ασκητικό   βίο.

Σε   λίγο   καιρό   ο    Όσιος   Σίος,   με   την   ευχή   του    Οσίου   Ιωάννου και   την    ευλογία   του   Αρχιεπισκόπου,   έζησε   έγκλειστος   στο σπήλαιό   του   με   αδιάλειπτη   προσευχή    και   όρισε    ως    διάδοχό    του    τον    Όσιο    Ευάγριο.

Ο Όσιος Σίος, αφού   κοινώνησε   των   Αχράντων   Μυστηρίων,    ύψωσε το βλέμμα του στον ουρανό και κοιμήθηκε με ειρήνη.
Η  Εκκλησία  τιμά,  επίσης,  την   μνήμη   του   Οσίου    στις    4  Ιανουαρίου,  στις 4  Φεβρουαρίου  και  την  Πέμπτη  της  Τυρινής  εβδομάδος.

 

Saint Sios

 

 

Saint Sios was born in Antioch, Syria in the early 6th century AD. from wealthy and well-to-do parents who had no other children. Sios was the sole heir of their vast fortunes and the sole consolation of their old age. He was nourished, therefore, with much care and diligence, cultivating in his soul the seeds of virtue and piety. Again, he eagerly listened to their beneficial advice and divine teachings. "Holy Spirit astonished by her mother's womb," as the Honorable Producer, after reading it, studied the Scriptures incessantly, always having with him the New Testament and the Sabbath.

At the age of twenty he heard of St. John Zendazneli, where he lived in a desert near Antioch and had many students. He immediately ran to find Saint Elder. The pro-aging Elder told him to go back to his father's house and receive the wishes of his parents, who would also become monks. So it happened.

As a free man, Saint Sios first made sure to get rid of the burden of paternal property. One place he distributed it to the monasteries, where his parents resettled and the rest to the poor. He kept only the Bible. So he returned to St. John, who gladly blamed him for putting his hand on the plow and not looking back at the world.

When Saint Sios became a monk, his heart was more inflamed by divine love. Thanks to his indiscriminate obedience, deep humility, infinite love and his other divine virtues, he was claimed to receive heavenly gifts very early. St John was surprised and awe-struck by the subjugated enrichment of his subordinate, who in the Name and the Grace of the Lord began to heal the miraculous patients and to remove demons.

He lived near St. John for twenty years. And when he, with divine revelation, left for Georgia, he took with him Saint Zion and his eleven other disciples.

They spent three years staying in Machetes preaching the word of God. They then went up for training on Mount Zadeni.

Two years later, one night, the Virgin Mary and St. Nina appeared to St. John and instructed him to send his subordinates all over Georgia for mission. The Twelve Fathers moved to various parts of the country, with the wish of their Elder and the blessing of Archbishop Blessed. After the latter's advice, everyone took with him, as an assistant and supporter of a Georgian monk. But Saint Sios, as a lover of hermit life, preferred to leave alone. Saint John had no objection.

Saint Sios moved for the Sarkinetti Mountains of Kartli. Passing through desolate areas, dense forests and hard-to-reach mountains, he came to Mive (a cave), on a deep ravine, where the river Kyros passed. There he settled, surrendering himself in faith in the providence and mercy of God. From then on she started living a hard workout. He prayed incessantly. He was sleeping little. It ate only with wild greens and water. So he became an angel on earth.

The spiteful demons, of course, resorted to every evil to intimidate and mislead him. Often, while praying, they appeared in front of him in the form of either formidable beasts or reptiles. The Saint defeated them in the Name of Jesus Christ.

One night the Saint saw an unusual light and smelled an unmistakable fragrance. His soul was flooded with joy. At the opening of the cave appeared the Virgin Mary with a stick in her hand. Next to her was an imposing man in ascetic form. He was the Honorable Forerunner. Frightened by the unexpected celestial visit, Saint fell with his face to the ground. Panagia approached him and touched him with her stick. "Get up" he said. As soon as he got up, she put something white like snow in his hand. "Baptist John and I, seeing your love in the Savior of the world, came to comfort you. Eat what you have in your hand. From now on, until you get obedient, you will get food from heaven. As for the demons, do not be afraid of them. With the grace of my Son you will defeat them. And here in the wilderness there will be full of men of God who will imitate your life and glorify the Name of God. "

The Saint, as soon as he recovered from the awe and surprise, tasted the heavenly food he had received from Themistoric hand. His mouth was filled with unspeakable sweetness. He thanked the Holy Triune God and Theotokos and since then, as the Virgin Mary had promised him, a pigeon-holed dove brought him daily fresh bread.

His first subordinate was the Evangelist, a young and pious ruler, associate of King Parsiman II (541 - 553 AD). Soon many Christians began arriving at the cave of Hosios to receive his wish and others to settle there. Each young brother, at the command of Osios, dug a small cave and lived there, fasting, watching, praying and embroidering. Saint Sios came out of his own cave only on Sundays and holidays to teach and guide them in ascetic life.

For a while, Saint Sios, with the blessings of Saint John and the blessing of the Archbishop, lived imprisoned in his cave in unceasing prayer and appointed the Holy Evangelist as his successor.

Saint Sios, after sleeping with the Evil Mysteries, raised his eyes to heaven and slept in peace.

The Church also commemorates Hosios on 4 January, 4 February and Thursday of Tyrannical week.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου