Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2022

Ο Όσιος Κενδέας

 


Τα   λόγια   τούτα   του   ψαλμωδού   βρίσκουν   πλήρη   την εφαρμογή   τους   στον όσιο Κενδέα τον θαυματουργό, που τη μνήμη   του  γιορτάζει   ή   Εκκλησία μας   στις    6   του   Οκτώβρη.

Με   ανυπολόγιστες   τιμές   ή   αγάπη    του   Θεού   τον   στεφάνωσε   απ'   τον   καιρό που ζούσε. Μια σύντομη ματιά στη ζωή του μας το βεβαιώνει.

Ό   όσιος   Κενδέας   ήταν   ένας   από   τους   Αλαμάνους αγίους,   που   ήρθαν   στο νησί    μας    από   την   Παλαιστίνη.

Όταν έφυγε απ' την Αλαμανία για τα Ιεροσόλυμα   ήταν   μόλις   δεκαοκτώ   χρόνων.

Εκεί ασπάστηκε τη μοναχική ζωή κι έφυγε για την   έρημο   του   Ιορδανού.

Στο μέρος  αυτό  σε   μια   απόκρημνη   πλαγιά   βρήκε  ένα   μικρό   σπήλαιο   και με χαρά εγκαταστάθηκε σ' αυτό και τρεφόταν με   ακρίδες,   όπως   άλλοτε  κι   ο    μέγας   πολιστής    της   ερήμου,   ο   Πρόδρομος   Ιωάννης.   

Στην ίδια ερημική περιοχή ζούσε τότε κι ένας άλλος ασκητής με μεγάλη φήμη,   που   είχε   τ'   όνομα    Ανανίας.

Σε   τούτο    τον   ασκητή   κάποια   μέρα   έστειλε   το   δαιμονιζόμενο   παιδί   του ένας   ευγενής   άρχοντας,  για   να   του   το   θεραπεύσει.   Ό   Ανανίας   όμως   από ταπεινοφροσύνη   αρνήθηκε   και   να   συναντήσει   το   άρρωστο   παιδί   και   το στειλε παρακάτω προς τον Κενδέα. Ύστερα   από   αρκετή   περιπλάνηση στα   έρημα   εκείνα   μέρη   οι   συνοδίτες   του   δύστυχου   παιδιού   βρήκαν   τον Κενδέα, και με παρακλήσεις του ζήτησαν   να   κάμει   καλά   τον   άρρωστο τους.   Ό   ιερός   ασκητής   στην   αρχή   δεν   θέλησε   ούτε   και   ν'  ακούσει   την αίτηση τους. Αργότερα όμως μπροστά στις παρακλήσεις τους   υποχώρησε, κι  αφού   προσευχήθηκε   θερμά, στράφηκε στο άρρωστο παιδί και   με   φωνή επιβλητική   είπε:      

— Πνεύμα πονηρό κι ακάθαρτο! Στο όνομα του Ιησού   Χριστού   ο   δούλος του   Θεού   Κενδέας   σε   διατάζει    να   βγεις   από   το   άρρωστο   παιδί   και   να   το αφήσεις   ήσυχο.

Το   πονηρό   πνεύμα    υπήκουσε   την   ίδια   στιγμή.    Και   βγήκε   απ'  το   παιδί, χωρίς   να   το   βλάψει   καθόλου. 

Μετά τη θαυματουργική τούτη θεραπεία ο Κενδέας χειροτονήθηκε    Ιερέας και μπήκε σ' ένα μοναστήρι. Ή ζωή όμως στο μοναστήρι,   δεν   ήταν   όπως την περίμενε κι έτσι πολύ γρήγορα ο μακάριος ασκητής έφυγε   και   γύρισε πάλι   στην   έρημο.          

Εκεί   ένα   πρωί τον ξύπνησαν τα κλάματα κάποιου παιδιού, που  ήταν πεταμένο μπροστά στη σπηλιά του. Όταν ο άγιος βγήκε να δει τι συμβαίνει, αντιλήφθηκε, πώς το παιδί βασανιζόταν από   πονηρό   πνεύμα. Το σπλαγχνίστηκε,   και   το   θεράπευσε.   Το   δαιμονόπληκτο   παιδί   ήταν   του ασκητή   Ανανία.    

Οι εχθροί της πίστεως του Χριστού που με φθονερό μάτι παρακολουθούσαν την πρόοδο των ασκητών στην έρημο   εκείνη   περιοχή του  Ιορδάνου, άρχισαν να τους παρενοχλούν. Κι αυτοί, για   να   γλιτώσουν, μαζεύτηκαν μια μέρα όλοι στην παραλία  και μπήκαν   σ' ένα   καράβι   που τους   έφερε στο  πολύπαθο   νησί.  Βγήκαν   στην   περιοχή   της   Πάφου, γιατί    το πλοίο τους τσακίσθηκε πάνω στους   βράχους.   Με   πολύ   κόπο   σώθηκαν    κι απ' εκεί σκορπίστηκαν σε   διάφορα   μέρη,   για   να   μονάσουν   ό   καθένας, όπου   θα ' βρισκε   τον   κατάλληλο   χώρο.     

Ό άγιος Κενδέας   στην αρχή τακτοποιήθηκε   σε   μια   καλύβα   που   έστησε   σ' ένα απόκρημνο βράχο κοντά στην ακρογιαλιά της Πάφου.   Ή   ταπείνωση κι   ή   γλυκύτητα   της   μορφής   του  τράβηξαν   αμέσως   την   προσοχή   των κατοίκων της περιοχής, που τον επισκέπτονταν καθημερινά, για ν' ακούσουν από το στόμα του λόγια παρηγοριάς κι ελπίδας.   Οι   επισκέπτες έπαιρναν μαζί τους   κι   άρρωστους, που τους θεράπευε   ο   άγιος με τις προσευχές του. Την εποχή αυτή δοκίμασε και τους πιο πολλούς πειρασμούς   από   μέρους   του   μισόκαλου   δαίμονα.

Αναφέρουμε  μερικούς:    

Κάποιο πρωινό, την   ώρα   που   ο   άγιος   έβγαινε   από   την   καλύβα   του, ο διάβολος πήρε μορφή ανθρώπινη κι έπεσε στα πόδια του ζητώντας ευλογία.   Ό   άγιος τρόμαξε τόσο, που έχασε την ισορροπία κι έπεσε στον γκρεμό   με   το   κεφάλι   κάτω.   Κτύπησε   δυνατά,   μα   δεν   έπαθε   τίποτα. Τον έσωσε   ή   χάρη   του   Θεού.        

Μια άλλη φορά ο Σατανάς, παρουσίασε μπροστά στον   άγιο   μια   όμορφη γυναίκα που, αφού έπεσε στα πόδια του, τον παρακαλούσε με   δάκρυα   να πάει στο σπίτι της και να το ευλογήσει. Ό όσιος στη φαινομενική   συντριβή της με συγκίνηση δέχτηκε να πάει.   Μόλις   όμως   έφτασε   και   μπήκε   στο σπίτι ή διεφθαρμένη εκείνη  γυναίκα   σαν  μια   «άλλη   Πετεφρή»   πέταξε από πάνω της τα ενδύματα της, για να σκανδαλίσει τον άγιο και   να προσβάλει την αγνότητα του. Τρομερή αλήθεια ή δοκιμασία. Μα ο όσιος σώθηκε και τούτη   τη   φορά   με  τη   δύναμη   της   προσευχής.           

Κάποια μέρα πάλι ο διάβολος παρέδωκε τον άγιο στα χέρια   ενός   σκληρού κι άγριου ληστή, που καθημερινά   τον   βασάνιζε   με  διάφορους  τρόπους. Πότε τον κτυπούσε, πότε του έκαιε την καλύβα, πότε του έσχιζε τα  ρούχα, πότε τον πετούσε χαμαί. Ό άρχοντας του τόπου που σεβόταν πολύ τον άγιο,   έστειλε   κι   έπιασαν    τον   ληστή   και   τον  θανάτωσαν.    

Τα δείγματα αυτά των πειρασμών μας παρέχουν μια εικόνα των δυσκολιών που αντιμετώπιζαν καθημερινά οι ούρανοπολίτες αυτοί αθλητές από τον άρχοντα του Σκότους. Ένας συνεχής αγώνας και μια πορεία   για   την   κατάκτηση   της   τελειότητας.  

Ένας αγώνας και μια επίμονη πορεία είναι κι ή ζωή του κάθε πιστού.   Μια πορεία   προς   την   αγιότητα,   για   την   οποία   είμαστε   πλασμένοι.  
 


Στους αγώνες τους αυτούς οί άγιοι με τον διάβολο, που κατά  τον κορυφαίο   απόστολο Πέτρο, «ως λέων   ωρυόμενος   περιπατεί   ζητών   τίνα καταπίη»   (Α' Πέτρ. ε', 8)   βγαίνανε   πάντα   νικητές.   Με   τη   βοήθεια   του όπλου του Σταυρού και της προσευχής οι έμπειροι τούτοι αγωνιστές περνούσαν πάνω από τις παγίδες του διαβόλου και νικούσαν. Με   το   όπλο του Σταυρού και τη θερμή προσευχή μπορούμε κι εμείς της ζωής οι αγωνιστές και μαχητές να νικήσουμε. Ναι! Μπορούμε να νικήσουμε, αρκεί μονάχα να το θελήσουμε, και  ν' αγωνισθούμε με συνέπεια, επιμονή κι υπομονή και πάθος για μια ανώτερη ζωή, που θα 'χει σαν σκοπό της την  ασταμάτητη   ανάβαση   στα   σκαλοπάτια   της   ενάρετης   ζωής 

Αυτό   τον   σκοπό   έβαλε   κι   ό   άγιος  Κενδέας   στη   ζωή του. Γ' αυτό  κι    ή αγάπη του Θεού τον ελέησε και   τον   χαρίτωσε,   τον   εξύψωσε   και   τον   αξίωσε,   ώστε και   τα   αδύνατα   να   μπορεί   να   τα   κάμει   δυνατά.   Ένα   τέτοιο   θάμα   είναι    και τούτο   που   έκαμε   ή   Πρόνοια   του   Θεού  για   να   ικανοποιήσει   ευγενικό   του πόθο.

Σ' ένα   χωριό  της   επαρχίας   Αμμοχώστου   έμαθε   ό   Κενδέας   πώς   διέμενε   ό συνασκητής του Ίωνάς. Θερμός ό πόθος άναψε στην ψυχή του να επισκεφθεί τον φίλο του και ν' ανταλλάξει  μαζί   του   λόγια   πνευματικής οικοδομής. Ένα πρωί άφησε την καλύβα του κι αφού έκαμε την   προσευχή του, σταυροκοπήθηκε και ξεκίνησε. Απ' τα χωριά που περνούσε οι χριστιανοί που το μάθαιναν έτρεχαν κοντά του να τον ιδούν και να πάρουν την ευλογία του. Πολλοί του έφερναν κι αρρώστους. Κι ό καλοκάγαθος ασκητής τους θεράπευε με την προσευχή του. Όταν   έφτασε σ' ένα τόπο, που είναι γνωστός με τ' όνομα Μάνδρες   της   Τραχιάς,   κοντά στο Αυγόρου, ό μακάριος αθλητής βρήκε   μια   σπηλιά   και   κουρασμένος, όπως ήταν, μπήκε μέσα με την απόφαση να μη ξαναβγεί από εκεί. Ή φλογερή επιθυμία όμως να συναντήσει τον φίλο του, τον   βασάνιζε  πολύ. Και   να!        

Μια μέρα που ό άγιος έκαμνε την προσευχή   του,   ένας   Άγγελος  σήκωσε στα   χέρια   τον   όσιο   Ίωνά   και   τον   έφερε   μπροστά   στη   σπηλιά   του.  Οι   δύο φίλοι   άγιοι,   αφού   με   βαθιά   συγκίνηση   ασπασθήκανε ό ένας   τον  άλλο «φιλήματι  άγίω» δόξασαν τον Θεό για τη θαυμαστή συνάντηση, κι άρχισαν να συνομιλούν για την άπειρη αγάπη Του και τις αμέτρητες ευεργεσίες  Του.   

— Δόξα να έχει   ό   Κύριος,   έλεγε   ό   Κενδέας,   που   με   αξίωσε,   αδελφέ   μου,   να σε ιδώ. Ευλογημένο να 'ναι στους αιώνες το Πανάγιο Όνομα Του.

Σαν   του   μιλούσε,   και   προτού   ακόμη   προφθάσει   να   αποτελειώσει   τον   λόγο του, ό φίλος του Ίωνάς χάθηκε από κοντά του. Ένας άγγελος τον πήρε    και τον  ξανάφερε   στη   σπηλιά   που   ασκήτευε.    


Η   παράδοξη   αυτή   περιπέτεια   έβαλε    σε   πολλές   σκέψεις   τον   άγιο   μας.

- Μήπως έπεσα   θύμα   φαντασιοπληξίας, έλεγε και ξανάλεγε μόνος   του.

Γι' αυτό, παρά τον όρκο που έκαμε να μη ξαναβγεί από τη σπηλιά του, ένα πρωί σηκώθηκε και πήρε τον δρόμο για το κελί του φίλου του. Ποθούσε να μάθει   την   αλήθεια.   Κάποιο   δειλινό   έφτασε.   Ό   φίλος  του Ίωνάς σαν τον είδε, με ενθουσιασμό του διηγήθηκε   τον   θαυμαστό   τρόπο με τον όποίο ο άγγελος τον είχε μεταφέρει κοντά του. Οι άγιοι   με  δάκρυα στα μάτια δόξασαν τον Θεό κι αφού ασπασθήκανε και πάλι ό ένας τον άλλο   «ασπασμόν   άγιον»   αποχωριστήκανε. Ό Κενδέας ξεκίνησε πάλι για τη σπηλιά του. Ύστερα από μεγάλη οδοιπορία έφτασε κι έμεινε   πια    εκεί, όπου   κι   απέθανε   σε   βαθιά  γηρατειά.      

Ν' αναφερθούμε   σ' όλα   τα    θαύματα   του   αγίου   δεν   μας  είναι   δυνατό. Ωστόσο   λέμε, πώς όλα τα θαύματα   του   είναι   πράξεις   και   έργα,   τα   όποια   ή αγάπη του Θεού επιτελούσε μέσον του υστέρα από θερμές προσευχές   και δεήσεις. Πολλοί άρρωστοι βρήκαν τη θεραπεία τους από   τον   άγιο.   Πολλά δαιμόνια έβγαλε από πάσχοντες ανθρώπους. Κάποτε που ή ανομβρία   είχε απειλήσει επικίνδυνα τον   τόπο   ό   όσιος   Κενδέας   προσευχήθηκε   θερμά στον Θεό, που άνοιξε τους κρουνούς του ουρανού κι έβρεξε πολύ. Ή διψασμένη   γη   χόρτασε,   κι   οι   άνθρωποι   ευφράνθηκαν   και   δόξα   σαν   τον Θεό. Με την προσευχή και την αγάπη του ό ιερός αυτός αθλητής   στάθηκε γενικά   προστάτης   και   πατέρας   κάθε   πονεμένου   και   πάσχοντα.           

Πόσα   δεν   πρέπει   να   μας   πει   το   παράδειγμα    του.   Στην   εποχή    μας   που    ό εγωισμός   κι   ή   υλοφροσύνη    έκλεισαν   τις   καρδιές   κι   ό   καθένας   τόσο    από τους    μεγάλους,   όσο   κι   από   τους   μικρούς   κοιτούν   μονάχα   το   δικό   τους   το συμφέρον   και   τη   δική   τους    ικανοποίηση,   το παράδειγμα   του   μεγάλου ασκητή   κι   ή   φιλανθρωπία   του   πρέπει   να   στέκεται   πάντα   μπροστά   μας. Για   να   μας   διδάσκει.   Να   μας   ενισχύει.   Να   μας   δείχνει   και    τον   δικό   μας δρόμο.   Και   να   μας   υπενθυμίζει.   Να   μας   υπενθυμίζει   πώς   και   σήμερα    μια θερμή   προσευχή   και   λίγο   νερό   από    το   άγιασμα   του   είναι   αρκετά,   για   να σκορπίσουν τη θεραπεία σ' εκείνους που υποφέρουν από  δερματικές ενοχλή    σεις   και   ρευματισμούς   και   νευραλγίες   (τζιεγκές),   αλλά   και   που   μ' ευλβεια   και   πίστη    καταφεύγουν  στη   χάρη   του,  

Μ'   ευλάβεια   και   πίστη    ας   πάμε   κι   εμείς   να   προσκυνήσουμε   στους μεγαλόπρεπους   ναούς   που    φέρουν   τ'   όνομα   του,   και   βρίσκονται    ό  ένας στο Αυγόρου κι ό άλλος στην πόλη της Πάφου. Είναι κι οι  δύο   τα   μεγάλα προσκυνήματα,   που   ή   ευσέβεια    του   λαού   μας   ανήγειρε  για   τον   άγιο.   Μα και   που   θυμίζουν   σ' όλους το μεγάλο και ιερό καθήκον μας να τιμούμε   τις   άγιες   αυτές   μορφές.   

Ναι! Να  τις   τιμούμε.   Και με πίστη στην ψυχή κι   ευλάβεια   στην   καρδιά   να γονατίζουμε   νοερά   κάθε   φορά   μπροστά   στην   άγια   εικόνα   τους   και   να ζητούμε τις ικεσίες τους. Τις θεοπειθείς προς Κύριον   ικεσίες   τους.         

Για   την    ενότητα   του   λαού   μας.   

Την   ειρήνευση   της   αγίας   του   Εκκλησίας.          

Την επικράτηση σ' αύτη του ορθοδόξου φρονήματος που είναι  το    καύχημα κι   ό   πιο   πολύτιμος    θησαυρός    μας.   Κάτι    περισσότερο.

Για   τον   φωτισμό   και  τη   μετάνοια   όλων   μας.   Την    ειλικρινή   μετάνοια   για    να έλθει   και    πάλι   σαν   επιστέγασμα   κι   ή   λύτρωση   και   ή   απαλλαγή   μας   από τα δεινά. Της σκλαβιάς τα δεινά και το μίασμα του   βάρβαρου   κατακτητή.



Με  κραυγή    ισχυρά   και   συντριβή   ψυχής   ας   παρακαλούμε κι  ας   λέμε   στην προσευχή    μας:           

Τέκνα της Κύπρου, ευλογημένα. Απόστολοι ευκλεείς και   μάρτυρες    ιερείς και   θείοι   ιεράρχες.    Όσιοι   και   δίκαιοι    και    όλος   ό   χορός   των   αγίων.   Το   νησί που   αγαπήσατε   και   που   σ'   αυτό   ζήσατε   την   επίγεια   ζωή   σας,   στενάζει τούτο   τον   καιρό   εξαιτίας   των   αμαρτιών   του   λαού    μας.   Εχθροί   φοβεροί    το πάτησαν.   Αρπάζουν    και   σκοτώνουν    χωρίς    οίκτο.   Γκρεμίζουν   σπίτια   κι εκκλησίες.   Μολύνουν   τα   ιερά.   Ξαπλώνουν   παντού   τη    συμφορά. 

Λυπηθήτέ   το...   Βοηθήστε   το...    Ικετεύσατε    σεις    τον   Κύριο   και   Θεό   μας   να   το σπλαγχνιστεί.   Να   μας   λυπηθεί.   Να   μας   απαλλάξει   από   τα   φοβερά    δεινά. Να   αξιώσει   τα   καταδιωγμένα   αδέλφια   μας    να    γυρίσουν   και   πάλι   στα χωριά    και   στά   σπίτια    τους.   Να    ξαναδούν   οι   πονεμένοι    τους   δικούς   τους.    Κι   ακόμη   να   χαρούμε  όλοι   την   ποθητή   λευτεριά   μας.   Τη   λευτεριά   που   σώζει. Και    λεύτεροι   στο    εξής,   με   ευγνωμοσύνη   στην    ψυχή   να   υμνούμε   και   να δοξάζουμε   το   Πανάγιο   και   υπερύμνητο   Όνομα   του   Θεού   μας,  του   Πατρός και   του   Υιού   και   του   Άγιου   Πνεύματος.   Αμήν.

 

Saint Kendeas

 

 

 

These words of the psalmist find their full application in the holy Kendeas the miracle worker, whose memory our Church celebrates on October 6.

With incalculable honors or God's love he crowned him from the time he lived. A brief look at his life assures us of this.

 

Saint Kendeas was one of the Alaman saints who came to our island from Palestine.

When he left Alamania for Jerusalem he was only eighteen years old.

There he embraced the solitary life and left for the Jordan desert.

In this place on a steep slope he found a small cave and happily settled in it and fed on locusts, just like the great desert warrior, John the Forerunner.

 

In the same desert area there lived at that time another ascetic of great fame, whose name was Ananias.

To this ascetic one day a noble lord sent his demon-possessed child to heal him. But Ananias, out of humility, refused to even meet the sick child and sent him further to Kendeas. After a long wandering in those desert places, the companions of the unfortunate child found Candeus, and with entreaties asked him to make their sick man well. The holy ascetic at first did not even want to listen to their request. Later, however, in front of their entreaties, he yielded, and after praying fervently, he turned to the sick child and in an imposing voice said:

 

— Wicked and unclean spirit! In the name of Jesus Christ the servant of God Kendeas commands you to get out of the sick child and leave him alone.

 

The wicked spirit obeyed at once. And it came out of the child, without harming him at all.

 

After this miraculous healing, Kendeas was ordained a Priest and entered a monastery. But life in the monastery was not what he expected, so very quickly the blessed ascetic left and returned to the desert.

 

There one morning he was awakened by the cries of a child, who was thrown in front of his cave. When the saint went out to see what was happening, he realized how the child was being tormented by an evil spirit. He gutted it, and healed it. The demon-possessed child belonged to the ascetic Ananias.

 

The enemies of the faith of Christ, who were watching the progress of the ascetics in that desert region of the Jordan with an envious eye, began to harass them. They too, in order to escape, gathered one day on the beach and entered a boat that brought them to the long-suffering island. They went out to the area of ​​Paphos, because their ship crashed on the rocks. With great effort they were saved and from there they scattered to different places, to isolate each one, where he would find a suitable place.

Saint Kendeas at first settled in a hut he built on a steep rock near the Paphos beach. The humility and sweetness of his form immediately attracted the attention of the local residents, who visited him every day, to hear from his mouth words of comfort and hope. The visitors took sick people with them, whom the saint healed with his prayers. At this time he also experienced the most temptations from the half-hearted demon.

We mention a few:

 

One morning, when the saint was leaving his hut, the devil took human form and fell at his feet asking for a blessing. The saint was so frightened that he lost his balance and fell on the cliff with his head down. He hit hard, but he was not hurt. God's grace saved him.

 

Another time, Satan presented before the saint a beautiful woman who, after falling at his feet, begged him with tears to go to her house and bless it. Loyal to her seeming crush with emotion agreed to go. But as soon as she arrived and entered the house, that corrupt woman like "another Petifre" threw off her clothes, to scandalize the saint and insult his chastity. Awful truth or trial. But the saint was saved this time too by the power of prayer.

 

One day the devil again delivered the saint into the hands of a cruel and ferocious robber, who daily tortured him in various ways. Sometimes he beat him, sometimes he burned his hut, sometimes he tore his clothes, sometimes he threw him away. The lord of the place, who greatly respected the saint, sent and they caught the robber and killed him.

 

These examples of temptations provide us with an image of the difficulties that these Uranian athletes faced daily from the lord of Darkness. A constant struggle and a march to achieve perfection.

 

A struggle and a persistent course is the life of every believer. A path to holiness, for which we are made.

 

 

In their struggles, these saints with the devil, who according to the leading apostle Peter, "like a roaring lion walks about seeking something to devour" (1 Pet. 5, 8) always came out victorious. With the help of the weapon of the Cross and prayer, these experienced fighters passed over the snares of the devil and won. With the weapon of the Cross and fervent prayer, we, the fighters and fighters of life, can also win. Yes! We can win, as long as we want to, and fight with consistency, perseverance and patience and passion for a higher life, which will have as its purpose the unstoppable climb up the stairs of the virtuous life

 

Saint Kendeas also set this goal in his life. That's why God's love had mercy on him and graced him, exalted him and honored him, so that even the weak could make them strong. Such a sacrifice is also what God's Providence made to satisfy his noble desire.

In a village in the province of Famagusta, Kendeas learned how the fellow monk of Ionas lived. A warm desire ignited in his soul to visit his friend and exchange with him words of spiritual edification. One morning he left his hut and after saying his prayer, crossed himself and set out. From the villages he passed through, the Christians who learned about it ran to him to see him and receive his blessing. Many also brought sick people to him. And the good ascetic healed them with his prayer. When he arrived at a place known by the name of Mandres tis Trachia, near Avgorou, the blessed athlete found a cave and, tired as he was, went inside with the decision not to come out again. But the burning desire to meet his friend tormented him a lot. And yes!

 

One day when the saint was praying, an Angel picked up the holy Iona and brought him to his cave. The two holy friends, after kissing each other "kiss my saints" with deep emotion, glorified God for the wonderful meeting, and began to talk about His infinite love and His countless benefits.

 

— Glory be to the Lord, said Kendeas, who has earned me, my brother, to see you. Blessed be His Holy Name forever.

 

As he was speaking to him, and before he could finish his speech, his friend Ionas disappeared from his presence. An angel took him and brought him back to the cave where he was ascetic.

 

 

This paradoxical adventure made our saint think a lot.

- Did I fall victim to a stroke of fantasy, he said over and over again to himself.

 

Therefore, in spite of the oath he had taken never to leave his cave again, he got up one morning and made his way to his friend's cell. He longed to know the truth. Some dusk has arrived. When his friend Ionas saw him, he excitedly told him about the wonderful way in which the angel had brought him to him. The saints with tears in their eyes glorified God and after kissing each other again they "kissed the saints" and parted. Kendeas started again for his cave. After a long journey he arrived and stayed there, where he died in old age.

It is not possible for us to refer to all the miracles of the saint. However, we say that all his miracles are actions and works, which God's love performed through him after fervent prayers and supplications. Many sick people found their cure from the saint. He cast many demons out of sick people. Once, when a drought threatened the place, the holy Kendeas prayed fervently to God, who opened the taps of the sky and it rained a lot. The thirsty earth was satisfied, and men were filled with glory like God. With his prayer and love, this holy athlete generally became the protector and father of all those in pain and suffering.

 

How much his example should not tell us. In our age when selfishness and complacency have closed the hearts and everyone, both the great and the small, look only to their own interest and their own satisfaction, the example of the great ascetic and his charity must stand always in front of us. To teach us. To strengthen us. To show us our own way. And to remind us. May he remind us how even today a fervent prayer and a little water from his sanctification is enough to spread healing to those who suffer from skin problems and rheumatism and neuralgia (Jieges), but also those who seek refuge with hope and faith in his grace,

 

With reverence and faith, let us also go and worship at the magnificent temples that bear his name, one in Avgorou and the other in the city of Paphos. They are both great pilgrimages, which the piety of our people raised for the saint. But also that they remind everyone of our great and sacred duty to honor these holy figures.

 

Yes! Let's honor them. And with faith in the soul and reverence in the heart let us mentally kneel every time before their holy image and ask for their prayers. Their pleading prayers to the Lord.

 

For the unity of our people.

 

The pacification of the holy Church.

 

The predominance in this of the orthodox opinion which is our pride and our most precious treasure. Something more.

 

For the enlightenment and repentance of us all. The sincere repentance to come again as a culmination and or redemption and or release from our sufferings. Of slavery, the sufferings and the miasma of the barbarian conqueror.

 

 

With a loud cry and brokenness of soul let us beseech and say in our prayer:

 

Children of Cyprus, blessed. Apostles blessed and martyred priests and divine hierarchs. Faithful and righteous and all the dance of the saints. The island you loved and on which you lived your earthly life, is groaning at this time because of the sins of our people. Terrible enemies trod it. They grab and kill without mercy. They tear down houses and churches. They defile the sanctuaries. Calamity lies everywhere.

 

Pity it... Help it... Beg our Lord and God to have mercy on it. To pity us. To free us from terrible sufferings. Let our persecuted brothers deserve to return to their villages and homes again. May the afflicted see their loved ones again. And let us all enjoy our longed-for freedom. The freedom that saves. And freer henceforth, with gratitude in the soul to praise and glorify the Most Holy and most praised Name of our God, the Father and the Son and the Holy Spirit. Amen.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου