Το όνομα ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ σημαίνει «υιός του
Θολομαίου». Οι πληροφορίες για τον Απόστολο
Βαρθολομαίο στην Καινή Διαθήκη και την εκκλησιαστική παράδοση είναι ελάχιστες. Το
όνομά του αναγράφεται μόνον στην αναφορά των ονομάτων των Δώδεκα
Αποστόλων. Η Εκκλησία
τον εταύτισε
με τον Ναθαναήλ,
του οποίου το όνομα αναφέρεται πάντοτε με αυτό
του Φιλίππου. Καταγόταν από
την Κανά της Γαλιλαίας. Προφανώς το όνομα
Βαρθολομαίος χαρακτηρίζει
το πατρώνυμο
του Ναθαναήλ.
Οι λόγοι της ταυτίσεως αυτής είναι: α) ότι
στους καταλόγους των Μαθητών στα Συνοπτικά
Ευαγγέλια και στις Πράξεις
ονομάζεται μόνο ως Βαρθολομαίος,
ενώ στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον μόνο ως Ναθαναήλ.
β) Ότι στους καταλόγους αυτούς συγκαταριθμείται
μόνο με τον Φίλιππο
και αυτό είναι σὐμφωνο
προς την
πληροφορία του Ιωάννου, ότι ο Φίλιππος προσκαλεί το Ναθαναήλ,
για να δει τον Μεσσία Ιησού. Ο ιερός
Αυγουστίνος υπεστήριζε
ότι ο Ιησούς δεν επέλεξε
τον Ναθαναήλ ως μαθητή Του, διότι
γνώριζε το Νόμο, ενώ
οι Μαθητές όλοι ήσαν
αγράμματοι, αλλά στον Ιωάννη ο Ναθαναήλ εμφανίζεται ως Μαθητής του Κυρίου. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, δοθέντος του ότι οι Ιουδαίοι είχαν συνήθως δύο ονόματα, προετίμησε, φαίνεται, το
όνομα Ναθαναήλ ως εκφραστικώτερο
(σημαίνει ο Θεός δίδει) αντί
του πατρωνυμικού ονόματος Βαρθολομαίος.
Ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος αναφέρει την πληροφορία ότι ο Βαρθολομαίος κήρυξε στην Ινδία, όπου θανατώθηκε στην πόλη Ουρβανούπολη. Κάποιες
άλλες μαρτυρίες αναφέρουν πως κήρυξε στην Ευδαίμονα
Αραβία, την Καραμανία
και την
Αιθιοπία. Σύμφωνα με άλλη
παράδοση, στα τέλη
της ζωής του βρέθηκε να
κηρύττει στη Μεγάλη Αρμενία, όπου συνελήφθη από τους
ειδωλολάτρες και θανατώθηκε με σταυρικό θάνατο,
με
το κεφάλι προς
τα κάτω, κατά διαταγή
του βασιλέως Αστυάγη. Το ιερό
λείψανο του Αγίου
Αποστόλου Βαρθολομαίου
κλείσθηκε σε λίθινη σαρκοφάγο, ερρίφθη στη
θάλασσα και εκβράσθηκε στις νήσους Λιπάρες.
Το όνομα
ΒΑΡΝΑΒΑΣ είναι από
εκείνα που κυριαρχούν στις Πράξεις
των Αποστόλων.
Το όνομά του ήταν Ιωσήφ ή Ιωσής, ενώ οι Απόστολοι τον μετονόμασαν
Βαρνάβα, που σημαίνει
«υιός παρακλήσεως». Ήταν Ιουδαίος Λευΐτης, Κύπριος στο γένος,
και ζούσε στην Παλαιστίνη κατά τους χρόνους του Ιησού Χριστού.
Την
πρώτη
πληροφορία για τη συμμετοχή
του Βαρνάβα
στην πρώτη Εκκλησία
την βρίσκουμε
στις Πράξεις
δ’, 36 – 37· «Ιωσήφ δε
ο επικληθείς Βαρνάβας
από των αποστόλων, ό εστι μεθερμηνευόμενον υιός
παρακλήσεως, Λευΐτης, Κύπριος τω γένει,
υπάρχοντος αυτώ αγρού πωλήσας ήνεγκεν
τα
χρήμα και έθηκεν προς τους πόδας
των αποστόλων». Το κείμενο
αυτό
αναφέρεται στην ταυτότητα
του Αποστόλου
Βαρνάβα, την πώληση
ενός κτήματός του και την
προσφορά των χρημάτων στην πρώτη Χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων,
στην οποία ανήκε.
Με το πρόβλημα της ερμηνείας
του ονόματος
του Βαρνάβα
έχουν ασχοληθεί
τόσο οι αρχαίοι όσο και οι νεώτεροι ερμηνευτές. Το ενδιαφέρον αυτών
των
ερευνητών είναι εύλογο, γιατί το νέο αυτό όνομα, σύμφωνα
με τις Πράξεις,
έχει μεγάλη ιστορική
και θεολογική
σημασία.
Ο ιερός Χρυσόστομος, σχολιάζοντας την ερμηνεία του
ονόματος «Βαρνάβας», ως «υιός παρακλήσεως» από τους Αποστόλους, ερμηνεύει θεολογικά
την περίπτωση· «Και δοκεί μοι από της αρετής ειληφέναι το όνομα,
ως
προς τούτο ικανός
ών και επιτήδειος». Ο
Klostermann προσπαθεί να παραγάγει το
όνομα Βαρνάβας από το Βαρ
– Νεβαά, που σημαίνει
«υιός αλήθειας».
Ο
H. H. Wendtεισηγείται την προέλευση του
ονόματος από το Βαρ – Νεβουά, που σημαίνει
«υιός
προφητείας». Ο A. Loisy αμφισβητεί την ετυμολογική
εξήγηση
του Wendt γιατί δεν αποδίδει, όπως
ισχυρίζεται, το όνομα αυτό
το «υιός παρακλήσεως». Σύμφωνα
με τον E. Preuchen, στην Παλμύρα
βρέθηκε μία επιγραφή
που έγραφε
«Bar Nebo», δηλαδή «υιός του
Nebo». Αυτό το θρησκειολογικό υπόβαθρο του ονόματος του
Βαρνάβα υποστήριξε και ο A.G. Deissmann. Ο
R.P.C. Hanson στο
συνοπτικά αλλά ενδιαφέρον
Υπόμνημά του στις Πράξεις
υποστηρίζει ότι το όνομα
Βαρνάβας δεν σημαίνει «υιός παρακλήσεως»,
αλλά «υιός του Nebo» ή «υιός
του
προφήτου» και ότι είναι απίθανο
ένας, ο οποίος γνωρίζει αραμαϊκά,
να έκανε αυτό το λάθος. Πιστεύει ακόμη ο
Hanson ότι το «υιός
παρακλήσεως» ήταν γραμμένο
στην πηγή των Πράξεων ιγ’, 1, δηλαδή
στον κατάλογο
των ονομάτων των Προφητών,
απέναντι όμως από το
Menaen (Menahem), που σημαίνει πράγματι «υιός παρακλήσεως» ή «ο παρηγορών».
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς νόμισε
ότι αναφερόταν
στον Βαρνάβα
και το μετέφερε κατά τη σύνταξη στο Πράξεις
δ’, 36.
Έχουμε
την γνώμη ότι ο ιερός συγγραφέας δεν μετέφρασε
κατά λέξη το όνομα «Βαρνάβας»,
το οποίο
είναι αραμαϊκό και προέρχεται από
τη λέξη Βαρ
(=υιός) και τη ρίζα Νεβουά από την
οποία παράγεται και η
λέξη Νεβί (=προφήτης),
αλλά απέδωσε τη
θεολογική και ιστορική
σημασία.
Πιθανόν
η ερμηνεία του ονόματος «Βαρνάβας», με το «υιός
παρακλήσεως», το οποίο
είναι ένας σημιτισμός,
να καταχωρήθηκε στο
κείμενο από την πηγή του ιερού
συγγραφέως. Πάντως,
εκφράζει κάποιον, ο οποίος
παρακαλεί και αυτὸς είναι συνήθως προφήτης.
Ο προφήτης
έχει το χάρισμα
να διδάσκει και να
προτρέπει προς οικοδομή,
οπότε
ορθά αποδόθηκε ο χαρακτηρισμός
αυτός στον Βαρνάβα. Πρόκειται
για μια μαρτυρία των
Πράξεων, η οποία εκφράζει
την ιδιαίτερη διάκριση
την οποία είχε ο «Κύπριος
λευΐτης» στην πρώτη εκκλησιαστική
κοινότητα και επισημαίνει
τη
συμβολή του στη διάδοση του Ευαγγελίου. Από ιστορικής πλευράς,
που μας ενδιαφέρει
ιδιαίτερα στην προκειμένη περίπτωση,
ο Βαρνάβας ήταν
πράγματι ένας Προφήτης, ο οποίος «παρεκάλει» τους νεοφώτιστους πιστούς στην Αντιόχεια
και τους προέτρεπε «τη προθέσει της
καρδίας προσμένειν τω Κυρίω».
Οι Πράξεις δ’, 36 – 37, αποδίδουν
και την κοινωνική πλευρά του
έργου του Βαρνάβα.
Η προσφορά
των χρημάτων
από την
πώληση του
κτήματός του προς τους Αποστόλους
για την ανακούφιση
των πτωχών αδελφών
και η αντιμετώπιση των οικονομικών
αναγκών της Χριστιανικής κοινότητος
των Ιεροσολύμων, καθώς και η
οργάνωση και λειτουργία
της, ήταν αληθινά πράξη παρακλήσεως. Επομένως, ορθά και
εύστοχα ο Ευαγγελιστής Λουκάς απέδωσε
τον ονομασία
«Βαρνάβας» με το «υιός παρακλήσεως», γιατί πραγματικά
εκφράζει το πνευματικό και κοινωνικό
έργο του προσώπου που φέρει το όνομα και
τονίζει το γεγονός
της εισόδου του στο λειτούργημα
του προφήτου και διδασκάλου.
Ασφαλώς,
το
φαινόμενο της χρησιμοποιήσεως ενός νέου ονόματος,
του οποίου η ερμηνεία εκφράζει
την προσωπικότητα ή κάποια
χαρακτηριστικά αυτού που το
φέρει, παρουσιάζεται και σε
άλλες περιπτώσεις της
Καινής Διαθήκης. Στην περίπτωσή μας
όμως είναι χαρακτηριστικό ότι η νέα επωνυμία
«Βαρνάβας» αντικατέστησε πλήρως το αρχικό όνομα του αποστόλου «Ιωσήφ» ή
«Ιωσή», το οποίο
χρησιμοποιήθηκε μόνο μία φορά στις Πράξεις. Το νέο όνομα, το οποίο καθιέρωσαν οι
Απόστολοι χρησιμοποιείται πάντοτε από
τον Λουκά και από τον Παύλο στις επιστολές του.
Πότε
ακριβώς
έγινε Χριστιανός
ο
Βαρνάβας, δεν μας πληροφορούν οι Πράξεις και τα λοιπά βιβλία
της Καινής Διαθήκης. Αυτό θα
είχε ιδιαίτερη σημασία, γιατί θα γνωρίζαμε από
πότε υπήρχε συμμετοχή του
κυπριακού στοιχείου στον αρχέγονο
Χριστιανισμό. Παρ’ όλα αυτά η
παράδοση της Εκκλησίας διασώζει διάφορες
απόψεις
για το θέμα του χρόνου
της μεταστροφής
του Βαρνάβα στον Χριστό· α) Ο συγγραφέας των
Ψευδοκλημεντίων αναφέρει ότι ο Βαρνάβας
μεταστράφηκε πολύ νωρίς
και ήταν μεταξύ των πρώτων
που
ακολούθησαν τον Χριστό.
Ο
Κύπριος μοναχός Αλέξανδρος στο Εγκώμιό
του για τον Βαρνάβα, τοποθετεί την μεταστροφή του
αποστόλου μετά τη θεραπεία του παραλυτικού
στην προβατική κολυμβήθρα από τον Ιησού. β)
Κατά τη μαρτυρία του Κλήμεντος
του Αλεξανδρέως
και
άλλων Πατέρων της Εκκλησίας, ο Βαρνάβας ήταν
ένας από τους Εβδομήκοντα Αποστόλους του Κυρίου και μάλιστα, κατά την
πληροφορία του Εγκωμίου, ο «πρώτος
και έξαρχος και κορυφαίος».
Στο σημείο
αυτό ἀξίζει να επισημάνουμε
και το γεγονός
της συγχύσεως, η οποία επικρατούσε στη χειρόγραφη
παράδοση μεταξύ των ονομάτων του
Ιωσήφ – Βαρνάβα και του
Ιωσήφ – Βαρσαββά. Το πρόβλημα αυτό είναι γνωστό
και στον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο,
ο οποίος έκανε σαφή αντιδιαστολή
των δύο διαφορετικών προσώπων.
Ο Βαρνάβας αναγνωρίζεται
μεταξύ των παλαιών
Μαθητών. Μάλιστα, ήταν τόσο μεγάλη η διάκρισή του,
που σύμφωνα
με την αρχαία
παράδοση της Εκκλησίας μπορούσε να ήταν υποψήφιος
μεταξύ των δύο, από τους οποίους ο
ένας θα αντικαθιστούσε τον Ιούδα και θα συμπλήρωνε τον κύκλο των Δώδεκα.
Επομένως, ο Βαρνάβας πιθανόν ανήκε στον
κύκλο των εκατόν είκοσι Μαθητών,
γι’ αυτό ήταν ενεργό μέλος της πρώτης Χριστιανικής
κοινότητος, η
οποία άρχισε να λειτουργεί
συστηματικά από την ημέρα της Πεντηκοστής.
Ακόμη και ο τίτλος «υιός παρακλήσεως», ο οποίος
δείχνει την χαρισματική δωρεά του Αγίου Πνεύματος, του «Παρακλήτου», υπονοεί τη συμμετοχή
του
Βαρνάβα την ημέρα της Πεντηκοστής
στον κύκλο
των εκατόν είκοσι Μαθητών κατά την επιφοίτηση του Αγίου
Πνεύματος.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι είναι η πρώτη φορά μετά
την Πεντηκοστή που έχουμε στις Πράξεις τη χρήση του
όρου «Παράκλητο υιός παρακλήσεως».
Ο Βαρνάβας,
σύμφωνα με τις πληροφορίες
των Πράξεων,
για ένα μεγάλο χρονικό
διάστημα, μέχρι να αναδειχθεί
ο Παύλος και να
συνεχίσει το έργο της ιεραποστολής στα έθνη,
θα είναι εξέχουσα μορφή στον ελληνικό
χριστιανικό κύκλο των μαθητών και από τις πιο εξέχουσες
μορφές γενικά της πρώτης
Εκκλησίας. Αλλά και κατά την διάρκεια
της κοινής ιεραποστολικής δράσεως των δύο ανδρών
ο Βαρνάβας διατηρεί
το κύρος και την αίγλη του, όπως μαρτυρούν τα παρακάτω
γεγονότα: 1) Η μεσολάβηση του Βαρνάβα, για να
παρουσιασθεί ο πρώην διώκτης του Χριστιανισμού
Παύλος στους
Αποστόλους. Ο Απόστολος Βαρνάβας,
με την ενέργειά
του αυτή, συνέβαλε
σημαντικά στην εξέλιξη των
γεγονότων της αρχέγονης
Εκκλησίας. Επικυρώθηκε
η μεταστροφή και αναγνώριση του Αποστόλου
των Εθνών και εξασφαλίσθηκε η ενότητα
της Αποστολικής
Εκκλησίας. 2) Η πρόταξη
του ονόματος του Βαρνάβα
και κατόπιν του Παύλου τονίζει
τη διάκριση
του Βαρνάβα
και την αναγνώριση της προσφοράς
του από την πρώτη Χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων,
σε
αντίθεση με τον Παύλο, ο
οποίος δεν είχε
να επιδείξει ακόμη
ανάλογο έργο. 3) Η εντύπωση που
προκλήθηκε στους κατοίκους
των λύστρων
από την παρουσία και την δράση των δύο
ιεραποστόλων στον τόπο τους είναι χαρακτηριστική: «εκάλουν τε τον Βαρνάβαν
Δία, το δε Παύλον Ερμήν», ακόμη και εκεί που ο
Παύλος ήταν «ηγούμενος του λόγου», γιατί
σύμφωνα με την εύστοχη παρατήρηση
του ιερού Χρυσοστόμου,
«και από της όψεως
αξιοπρεπής ο Βαρνάβας». Επισφράγισμα
της αναγνωρίσεως του Βαρνάβα από την Πρώτη Εκκλησία αποτελεί
η πρόταξη του ονόματός
του ως απεσταλμένου της Αποστολικής Συνόδου προς τους εξ
εθνών Χριστιανούς στην Αντιόχεια · «Έδοξεν
ημίν γενομένοις ομοθυμαδόν εκλεξαμένοις άνδρας πέμψαι προς υμάς συν τοις αγαπητοίς ημών
Βαρνάβα και Παύλω ανθρώποις παραδεδωκόσι τας ψυχάς αυτών
υπέρ του ονόματος του Κυρίου
ημών Ιησού Χριστού».
Η απόφαση αυτή της Αποστολικής Συνόδου αποτελεί
αναγνώριση του κοινού ιεραποστολικού έργου
των Βαρνάβα και Παύλου προς τα
έθνη. 4) Ακόμη
και η συνέχιση
της ιεραποστολικής δράσεως του
Βαρνάβα παράλληλα και ανεξάρτητα από τον
Παύλο, μετά το γνωστό «παροξυσμό» και χωρισμό τους, λόγῳ του Μάρκου,
δείχνει ότι ο Απόστολος
Βαρνάβας
δεν ήταν ένας απλός ακόλουθος, αλλ’ εφάμιλλος του Αποστόλου των Εθνών.
Επομένως, η άποψη
ότι ο Βαρνάβας
ήταν ένας απλός βοηθός και συνεργάτης
του Παύλου,
δεν ανταποκρίνεται στην εικόνα
των γεγονότων που
μαρτυρούν οι Πράξεις.
Ως «λευΐτης», ο Απόστολος Βαρνάβας
ανήκε φυσικά στο ιουδαϊκό ιερατείο. Σύμφωνα με την πληροφορία
των Αριθμών 18,6, οι Λευΐτες ήταν βοηθοί
των ιερέων, άν και το Δευτερονόμιο
17,9.
18 18,1.21. 24,8. 27,9 ταυτίζει
τους ιερείς με τους λευΐτες.
Πως
βρέθηκε
ο Απόστολος Βαρνάβας στην Κύπρο,
οι Πράξεις
και τα
λοιπά βιβλία της Καινής
Διαθήκης δεν μας δίδουν καμία
απάντηση, και μόνο υποθέσεις
μπορούν να διατυπωθούν για το
θέμα αυτό. Ως γνωστό,
οι Ιουδαίοι μετανάστευαν για λόγους εμπορικούς και οικονομικούς, αλλά και όταν υπήρχαν στην πατρίδα του πολεμικές συγκρούσεις.
Βέβαια, η Κύπρος πάντοτε κινούσε
το ενδιαφέρον αυτών που αναζητούσαν το κέρδος. Γι’ αυτό, ένας μεγάλος
αριθμός Ιουδαίων μεταφέρθηκε
στην Κύπρο και την
Αίγυπτο από τον
Πτολεμαίο Α’, το 320
π.Χ. Ο Βαρνάβας, σύμφωνα με μια
πληροφορία του Επιφανίου Κύπρου, ήταν από τους
Ιουδαίους της
διασποράς· «ουκ ήν αλλότριος του Ισραήλ».
Οι
πρόγονοί του, οι
οποίοι ήταν Ιουδαίοι
από τη φυλή
του
Λευΐ, μετανάστευσαν
στην Κύπρο λόγω των πολεμικών
συγκρούσεων την εποχή του
Αντιόχου
του Επιφανούς
(168 π.Χ.).
Από
το γεγονός
ότι ο Βαρνάβας
ξεκινά το ιεραποστολικό του
ταξίδι με τον Παύλο από την Κύπρο
και ειδικά από τη
Σαλαμίνα, όπου ήταν εγκατεστημένοι πολυάριθμοι
Ιουδαίοι, υποθέτουμε ότι
ίσως αυτή ήταν η πόλη στην οποία γεννήθηκε ο Απόστολος. Η αρχαία
παράδοση είναι σχεδόν ομόφωνη ότι η
Σαλαμίνα είναι ο τόπος
του μαρτυρίου του Βαρνάβα
και
το μέρος όπου βρίσκεται ο τάφος του.
Άν και δεν
έχουμε πληροφορίες
για την παιδική
ηλικία του Αποστόλου Βαρνάβα στην Καινή Διαθήκη, το Εγκώμιο
ομιλεί για σπουδές
του στα Ιεροσόλυμα,
όπου
φοίτησε κοντά στον Γαμαλιήλ και
είχε συμφοιτητή τον Παύλο.
Παρά
τις επιφυλάξεις μας για τη μαρτυρία της παραδόσεως, αυτή η πρώιμη γνωριμία
βοηθά στην εξήγηση της μετέπειτα
στενής συνεργασίας
των δύο ανδρών. Πάντως, η κυπριακή καταγωγή του Βαρνάβα
και
η ανατροφή του σε μια
ελληνική περιοχή με έντονη την επίδραση του ελληνικού πολιτισμού είναι προϋποθέσεις
για την κατανόηση του έργου του
και ιδιαίτερα του φιλελεύθερου
πνεύματος, με τον οποίο αντίκρισε
τη Χριστιανική
πίστη. Το πολιτιστικό
και πνευματικό περιβάλλον, μέσα στο
οποίο μεγάλωσε ο Βαρνάβας, τον
εμπόδισε τελικά να εγκλωβιστεί
στις στενές ιουδαϊκές
αντιλήψεις των ομοεθνών
του της Παλαιστίνης.
Πάντως
αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι ο Απόστολος Βαρνάβας αναδείχθηκε μεγάλη μορφή
στον αρχέγονο
Χριστιανισμό και είχε
τη μεγαλύτερη διάκριση
και αναγνώριση από τους Αποστόλους. Γι’ αυτό και η
σχέση του με την ηγεσία της
Εκκλησίας των Ιεροσολύμων
ήταν πολύ στενές.
Η υπευθυνότητα, η οποία
διέκρινε τον Απόστολο,
φάνηκε από την εύστοχη παρέμβασή του να παρουσιάσει τον Παύλο προς τους Αποστόλους. Αυτή η ενέργειά
του έχει ιδιαίτερη
σημασία για τον συγγραφέα
των Πράξεων, ο οποίος από το σημείο αυτό δημιουργεί τις
προϋποθέσεις και το πλαίσιο, μέσα στο οποίο αργότερα θα εξελιχθούν οι
σχέσεις και η δράση
των δύο μεγάλων ιεραποστόλων
της Πρώτης
Εκκλησίας. Οι προοπτικές της μετέπειτα
συνεργασίας των δύο
ανδρών προδιαγράφονται με τη σημαντική
χειρονομία του Βαρνάβα. Η βαρύτητα της γνώμης,
η εγγύηση και υπευθυνότητα
του χαρακτήρα
του Βαρνάβα
άνοιξαν το δρόμο,
για να παρουσιασθεί στο προσκήνιο
της Πρώτης
Εκκλησίας ο
νέος ανατέλλων Απόστολος
των Εθνών,
ο οποίος με το
έργο και τη
δράση του έδωσε οικουμενικές
διαστάσεις στη νεοσύστατη
Εκκλησία του Χριστού. Αυτός ο πρώην
διώκτης
της Εκκλησίας κάτω από την προστατευτική, μεσολαβητική και
δυναμική παρουσία του Βαρνάβα,
κατά τον συγγραφέα
των Πράξεων, κάνει
την πρώτη εμφάνισή του στα Ιεροσόλυμα
μετά τη μεταστροφή
του.
Ο
Κύπριος Βαρνάβας με την ενέργειά του
αυτή εδραίωσε ακόμη περισσότερο την εύνοια και τη συμπάθεια των Αποστόλων.
Η αναζήτηση του Παύλου
στην
Ταρσό
και η δράση των δύο στην Αντιόχεια «ενιαυτόν όλον», εγκαινίασε μία
συστηματική πια ιεραποστολική δράση στα έθνη. Ο
Βαρνάβας, σύμφωνα με το συγγραφέα
των Πράξεων, μεταφέρει
το κέντρο δράσεώς
του από
την Ιερουσαλήμ, που ήταν
μέχρι τώρα, στην Αντιόχεια, η οποία γίνεται
το κέντρο και η μητέρα
των εξ εθνών Χριστιανών. Το γεγονός αυτό ήταν καθοριστικό
για τη συνέχιση
της δραστηριότητός του. Ο συμπαθής στους
Αποστόλους «υιός παρακλήσεως», «σύνδεσμός τους με
τους λοιπούς Μαθητές και μάλιστα με τον Παύλο, ο
ασφαλής
εκφραστής του γνήσιου πνεύματος της Πρώτης
Αποστολικής Εκκλησίας γίνεται ιεραπόστολος, ο οποίος θα τάξει τον εαυτό του
στο
έργο της διαδόσεως του λόγου του Θεού και στα έθνη.
Κατά μία
παράδοση, ο Απόστολος Βαρνάβας
κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Αλεξάνδρεια,
κατ’ άλλη στη Ρώμη,
κατ’ άλλη δε
και στα Μεδιόλανα
της Βορείου Ιταλίας, ώστε να θεωρείται και ως
ο ιδρυτής της αυτόθι Εκκλησίας.
Τις τελευταίες
ημέρες του, φαίνεται
ότι διήλθε ο Απόστολος Βαρνάβας, στην Σαλαμίνα
της Κύπρου, όπου συνελήφθη
από τους Ιουδαίους. Αυτοί τον οδήγησαν
έξω από την πόλη,
τον έδεσαν στον τράχηλο
με σχοινί και τον
εφόνευσαν δια λιθοβολισμού. Έτσι, ετελειώθηκε
μαρτυρικά ο «υιός της παρακλήσεως», πιθανώτατα μεταξύ των ετών
57 – 60 μ.Χ. Το
ιερό λείψανό του το έρριξαν στη φωτιά. Τούτο,
αφού,
με την πρόνοια
του Θεού, δεν απανθρακώθηκε, παρέλαβε ο Μάρκος και
κάποιοι άλλοι ευλαβείς
Χριστιανοί, το ενταφίασαν
σε σπήλαιο με βαθύ σεβασμό και τιμή.
Αργότερα, επί αυτοκράτορος Ζήνωνος, περί το 485
μ.Χ., το τίμιο λείψανο του Αποστόλου
Βαρνάβα, το οποίο
από
τον άγνωστο
τόπο της ταφής
του, ένεκα σφοδρού διωγμού, θαυματουργούσε
συνεχώς, βρέθηκε με υπόδειξη θαυμαστή
στην Κύπρο κάτω
από δένδρο
μέσα σε ένα
σπήλαιο, που ήταν σφραγισμένο με πέτρες.
Το ιερό σκήνωμα,
«πνέον ευωδίαν χάριτος πνευματικής», είχε επί του
στήθους το
μετ’ αυτού συνενταφιασθέν Ευαγγέλιον
του Ματθαίου, ιδιόγραφο
του Αποστόλου
Βαρνάβα. Χάρη στο
γεγονός αυτό, η Εκκλησία της Κύπρου έπαψε πλέον να τελεί
υπό τη δικαιοδοσία της Εκκλησίας της Αντιόχειας και κατέστη αυτοκέφαλος,
αφού της παραχωρήθηκαν από τους
αυτοκράτορες Ζήνωνα και Ιουστινιανό
ιδιαίτερα προνόμια.
Τα λείψανα του Αγίου, μετά κάποιες μετακινήσεις, για τις
οποίες επίσης ομιλεί η παράδοση, κατέληξαν
και πάλι
στην Κύπρο, όπου σήμερα βρίσκονται αποθησαυρισμένα στην Ιερά Μονή του
Αποστόλου Βαρνάβα στη Σαλαμίνα.
Απολυτίκιον.
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεία όργανα, του Παρακλήτου, και
εκφάντορες, του Θεού Λόγου, ανεδείχθητε θεόπται Απόστολοι,
Βαρθολομαίε των Δώδεκα σύσκηνε,
και Βαρνάβα
ως υιός παρακλήσεως. Αλλ’ αιτήσασθε, Χριστόν τον Θεόν πανεύφημοι,
δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Κοντάκιον.
Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.
Ως Χριστού Απόστολοι και υπηρέται,
ευσεβείας δόγμασι, πάσαν λαμπρύνετε
την γην, Βαρθολομαίε θεόληπτε, συν
τω Βαρνάβα· διο
υμάς μέλπομεν.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Αποστόλων η ξυνωρίς, της
οικονομίας, του Σωτήρος
οι λειτουργοί, συν
Βαρθολομαίω, Βαρνάβας
ο θεόφρων,
πνευματικαί κινύραι, των υπέρ έννοιαν.
Saints Bartholomew and
Barnabas the Apostles
The name Bartholomew means
"son of Tholomeos". Information about the Apostle Bartholomew in the
New Testament and church tradition is scarce. His name appears only in the
reference to the names of the Twelve Apostles. The Church identified him with
Nathanael, whose name always refers to that of Philip. He came from Cana of
Galilee. Apparently, the name Bartholomew refers to Nathaniel's surname. The
reasons for this identification are: (a) that in the Student Catalogs in the
Summary Gospels and Acts he is named only as Bartholomew, whereas in John the
Gospel only as Nathaniel. b) That in these lists he is listed only with Philip
and this is in accordance with John's information that Philip invites Nathan to
see the Messiah Jesus. Saint Augustine maintained that Jesus did not choose
Nathanael as His disciple because he knew the Law, while the Disciples were all
illiterate, but to John Nathanael appears as a Disciple of the Lord. Evangelist
John, given that the Jews usually had two names, preferred, it seems, the name
Nathaniel to be more expressive (meaning God gives) instead of the paternal
name Bartholomew.
The ecclesiastical
historian Eusebius reports that Bartholomew preached in India, where he was
killed in the city of Urbanoupolis. Other testimonies indicate that he preached
to Eudaimon Arabia, Karaman, and Ethiopia. According to another tradition, at
the end of his life he was found preaching in Great Armenia, where he was
arrested by pagans and killed by a crucifix, head down, at the behest of King
Astiag. The holy relic of St. Apostle Bartholomew was confined to a stone
sarcophagus, dumped into the sea and buried in the Lipares.
The name VARNAVAS is one
of those that dominate the Acts of the Apostles. His name was Joseph or Joseph,
and the Apostles renamed him Barnabas, meaning "son of a beggar". He
was a Jewish Levite, a Cypriot by birth, and lived in Palestine during the days
of Jesus Christ.
The first information
about the participation of Barnabas in the first Church is found in Acts d, 36
- 37; money and bowed to the apostles' feet. " This text refers to the
identity of the Apostle Barnabas, the sale of his estate and the donation of
money to the first Christian community of Jerusalem to which he belonged.
Both the ancient and the
younger interpreters have dealt with the problem of interpreting the name of
Barnabas. The interest of these scholars is reasonable because this new name,
according to the Acts, is of great historical and theological significance.
Chrysostom, commenting on
the interpretation of the name "Barnabas" as a "begging
son" by the Apostles, theologically interprets the case; "And some of
the virtues receive the name, in that they are capable and skillful."
Klostermann tries to derive the name Varnavas from Var - Nevada, which means
"son of truth". H.H. Wendt points to the origin of the name from Var
- neva, which means "son of prophecy". Mr Loisy disputes Wendt's
etymological explanation for failing to attribute, as he claims, this name to
the 'begging son'. According to E. Preuchen, an inscription was found in
Palmyra that read "Bar Nebo", that is, "son of Nebo". This
religious background of the name of Barnabas was also supported by A.G.
Deissmann. R.P.C. Hanson in his succinct but interesting Memorandum of Acts argues
that the name Varnavas does not mean "son of a beggar" but "son
of Nebo" or "son of the prophet" and that it is unlikely anyone,
who knows Aramaic, made this mistake. Hanson still believes that the
"begging son" was written at the source of Acts 1, that is, in the
list of names of the Prophets, but opposite to Menaen (Menahem), which actually
means "begging son" or "the consoler" . Luke the Evangelist
thought he was referring to Barnabas and carried it during his writing in Acts
d, 36.
We believe that the holy
author did not translate the word "Barnabas" literally, which is
Aramaic and derives from the word Var (= son) and the root of Nebo, which also
derives from the word Nevi (= prophet), but rendered the theological and
historical significance.
It is possible that the interpretation
of the name "Barnabas", with the "son of a beggar", which
is a Semitic one, was recorded in the text by the sacred author's source.
However, it expresses someone who pleases and he is usually a prophet. The
prophet has the gift of teaching and exhorting to build, so this designation
was correctly attributed to Barnabas. It is a testimony of the Acts, which
expresses the particular distinction that the "Cypriot white man" had
in the first ecclesiastical community and points out his contribution to the
spread of the Gospel. Historically, of particular interest to us in this case,
Barnabas was indeed a Prophet who "entangled" the neo-enlightened
believers in Antioch and exhorted them "the intent of the heart awaits the
Lord."
Acts d, 36 - 37, also reflects
the social aspect of Barnabas' work. Offering the money from the sale of his
estate to the Apostles to relieve the poor brothers and address the financial
needs of the Jerusalem Christian community, as well as its organization and
operation, was truly a plea. Therefore, rightly and aptly, Luke the Evangelist
attributed the name "Barnabas" to the "begging son", for he
really expresses the spiritual and social work of the person bearing the name
and emphasizes the fact of his entering the office of prophet and teaching.
Of course, the phenomenon
of using a new name, whose interpretation expresses the personality or some of
the characteristics that bear it, occurs in other cases of the New Testament.
In our case, however, it is noteworthy that the new name "Barnabas"
completely replaced the original name of the disciple "Joseph" or
"Joseph", which was used only once in Acts. The new name introduced
by the Apostles is always used by Luke and Paul in his letters.
Just when Barnabas became
a Christian, we are not informed by the Acts and other books of the New
Testament. This would be especially important because we would know from when
the Cypriot element was involved in primordial Christianity. Nevertheless,
Church tradition holds different views on the subject of the time of Barnabas'
conversion to Christ; (a) The New Testament writer states that Barnabas was
converted very early and was among the first to follow Christ. The Cypriot monk
Alexander in his Egomio for Barnabas, places the conversion of the apostle
after Jesus' treatment of the paralytic in the sheepfold. b) According to the
testimony of Clement of Alexander and other Fathers of the Church, Barnabas was
one of the Seventy Apostles of the Lord and, according to Engomi's information,
"the first and the exalted and the supreme."
At this point it is worth
noting also the fact of confusion, which prevailed in the handwritten tradition
between the names of Joseph - Barnabas and Joseph - Warsaw. This problem is
also known to Saint John Chrysostom, who made a clear contrast between the two
different persons. Barnabas is recognized among the Old Disciples. Indeed, his
distinction was so great that, according to the ancient tradition of the
Church, he could be a candidate between the two, one of whom would replace
Judas and complete the circle of the Twelve. Therefore, Barnabas probably
belonged to the circle of one hundred and twenty disciples, so he was an active
member of the first Christian community, which began to function systematically
on Pentecost. Even the title "begging son", which shows the
charismatic gift of the Holy Spirit, the "Apocalypse", implies the
participation of Barnabas on Pentecost in the circle of one hundred and twenty
disciples at the graduation of the Holy Spirit.
It is worth noting that
this is the first time since Pentecost that we have used in the Acts the term
"Plea beggar son".
According to the Acts,
Barnabas, for a long time, until Paul is promoted and continues the mission of
the mission in the nations, will be a prominent form in the Greek Christian
circle of students and one of the most prominent forms of the first generally
Church. But even during the joint missionary action of the two men, Barnabas
maintains his prestige and prestige, as the following events attest: 1) Barnabas'
intercession to present the former persecutor of Christianity Paul to the
Apostles. By this action the Apostle Barnabas contributed significantly to the
evolution of the events of the primitive Church. The conversion and recognition
of the Apostle of the Nations was ratified and the unity of the Apostolic
Church was secured. 2) The preamble to the name of Barnabas and then to Paul
emphasizes the distinction of Barnabas and the recognition of his offer by the
first Christian community of Jerusalem, in contrast to Paul, who had not yet
exhibited such work. 3) The impression given by the ransom residents of the
presence and activity of the two missionaries in their place is characteristic:
"they slaughter Barnabas Zeus, and Paul Hermine", even where Paul was
"abbot of speech" , because according to the sacred observation of
the sacred Chrysostom, "and from the point of view of dignity
Barnabas". Sealing of the recognition of Barnabas by the First Church is
the prophesying of his name as an Apostolic Synod to the Native Christians in
Antioch; " in the name of our Lord Jesus Christ. " This decision of
the Apostolic Synod is an acknowledgment of the common missionary work of
Barnabas and Paul to the nations. 4) Even the continuation of the missionary
action of Barnabas in parallel and independently of Paul, after the well-known
"frenzy" and separation of them, according to Mark, shows that the
Apostle Barnabas was not a mere follower, but an apostle of the Apostles of
Nations. . Therefore, the view that Barnabas was a mere helper and associate of
Paul does not fit the picture of the facts that the Acts testify.
As a "white
man", Apostle Barnabas naturally belonged to the Jewish priesthood.
According to the information in Numbers 18,6, the Levites were assistants to
the priests, though Deuteronomy 17,9. 18 18.1.21. 24.8.
27.9 identifies the priests with the white men.
As the Apostle Barnabas
found himself in Cyprus, the Acts and other books of the New Testament give us
no answer, and only assumptions can be made on this subject. As is well known,
the Jews emigrated for commercial and economic reasons, but also when there
were war conflicts in their homeland. Of course, Cyprus was always interested
in those looking for profit. Therefore, a large number of Jews were transferred
to Cyprus and Egypt from Ptolemy I in 320 BC. Barnabas, according to a source
in the Land of Cyprus, was one of the Jews of the diaspora; "not an alien
to Israel." His ancestors, who were Jews from the tribe of Levi, emigrated
to Cyprus because of the war in the time of Antiochus the Epiphany (168 BC).
From the fact that
Barnabas begins his missionary journey with Paul from Cyprus, and especially
from Salamis, where numerous Jews were stationed, we suppose this may have been
the city in which the Apostle was born. The ancient tradition is almost
unanimous that Salamis is the place of the martyrdom of Barnabas and the place
where his tomb is located.
Although we have no
information on the childhood of the Apostle Barnabas in the New Testament,
Egomian talks about his studies in Jerusalem, where he studied near Gamaliel
and had a fellowship with Paul. Despite our reservations about the testimony of
tradition, this early acquaintance helps explain the two men's subsequent close
cooperation. However, the Cypriot origin of Barnabas and his upbringing in a
Greek region with a strong influence on Greek culture are prerequisites for
understanding his work and especially the liberal spirit with which he came to
view Christian faith. The cultural and spiritual environment in which Barnabas
grew up eventually prevented him from being trapped in the narrow Judaic
perceptions of his Palestinian peoples.
It is worth pointing out,
however, that the Apostle Barnabas was prominent in primeval Christianity and had
the greatest distinction and recognition by the Apostles. That is why his
relationship with the leadership of the Church of Jerusalem was very close. The
responsibility that distinguished the Apostle was evident from his deliberate
intervention in presenting Paul to the Apostles. This action is of particular
importance to the writer of Acts, who from this point creates the conditions
and framework within which the relations and action of the two great
missionaries of the First Church will later evolve. The prospects of the two
men's subsequent cooperation are outlined in the important gnarl gnostic. The
weight of the opinion, the guarantee and responsibility of the character of
Barnabas paved the way for the emergence of the First Church, the new risen Apostle
of Nations, who by his work and action gave the ecumenical dimension to his
newly established Church. This former persecutor of the Church under the
protective, mediating and dynamic presence of Barnabas, according to the writer
of Acts, makes his first appearance in Jerusalem after his conversion.
By this action the Cypriot
Barnabas further consolidated the favor and sympathy of the Apostles.
Paul's pursuit of Tarsus
and the action of the two in Antioch "all in one" initiated a
systematic, more missionary action in the nations. According to the writer of
the Acts, Barnabas relocates his center of action from Jerusalem, which was
hitherto, to Antioch, which becomes the center and the mother of Native
Christians. This was decisive for the continuation of his activity. The
sympathetic Apostles' son ',' their connection with the other Disciples, and
even with Paul, the safe expression of the genuine spirit of the First
Apostolic Church becomes a missionary who will direct himself to the work of
spreading the word and in the nations.
According to tradition,
the Apostle Barnabas preached the Gospel in Alexandria, in Rome, and in the
Mediolana of northern Italy, to be considered as the founder of the native
Church.
In his final days, it
appears that the Apostle Barnabas was traveling to Salamis, Cyprus, where he
was arrested by the Jews. They drove him out of town, tied him to the neck with
a rope, and stoned him. Thus, the "son of the beggar" witnessed the
end, probably between the years 57-60 AD. His sacred relic was thrown into the
fire. This, since, with the providence of God, was not charred, Mark was
received and some other devout Christians buried in a cave with deep respect
and honor.
Later, during the reign of
Emperor Zeno, around 485 AD, the honorable relic of Apostle Barnabas, who from
an unknown place of burial after a severe persecution, continued to perform
miracles, was found wondering in Cyprus under a tree in a a cave, which was
sealed with stones. The sacred scripture, "a pungent fragrance of spiritual
grace," had on it the chest of the Gospel of Matthew, an autobiography of
Apostle Barnabas. Thanks to this fact, the Church of Cyprus was no longer under
the jurisdiction of the Church of Antioch and became self-sufficient after
being granted special privileges by the emperors Zeno and Justinian. The relics
of the Saint, after some movements, which tradition also speaks of, ended up
again in Cyprus, where they are today stifled in the Monastery of the Apostle
Barnabas in Salamis.
Absolutely. Sound c.
Divine faith.
Divine organs, of the
Apocalypse, and manifestations of the Word of God, were revealed to be
Apostles, Bartholomews of the Twelve, and Barnabas as the son of Apostles. But
you have asked Christ, God the Great, I have received great mercy.
It's close. Sound d.
Impressive today.
As Christ the Apostles and
ministered, doctrine of piety, all shine upon the earth, Bartholomew blessed,
with Barnabas;
Magnificent.
Happy apostles the xenon,
the economy, the redeemer the functionaries, plus Bartholomew, Barnabas the
divine, spiritually driven, in their favor.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου