Κυριακή 12 Ιουνίου 2022

Ο Όσιος Αρσένιος ο Θαυματουργός της Κονεβίας

 


Ο  Όσιος   Αρσένιος   της   Κονεβίας   καταγόταν   από   το   Νόβγκοροντ της    Ρωσίας   και    ησχολείτο   με   το   εμπόριο   του   χαλκού.   Από αγάπη   προς   το   μοναχικό   βίο     εγκατέλειψε    τα    εγκόσμια    και,  μεταξύ  των  ετών  1547 – 1558,   εισήλθε   στη   μονήΛίσικα   κοντά   στο Νόβγκοροντ,   όπου   έζησε   ένδεκα    χρόνια.   Το   1373,   ήλθε   στο  Άγιον Όρος  όπου  έζησε   τρία   χρόνια   στην   προσευχή   στο   παλαιό   Ρώσικο μοναστήρι. Στο μοναστήρι, μόλις ο ηγούμενος  πληροφορήθηκε  τι επάγγελμα  έκανε  στο   παρελθόν,   του   ζήτησε   να   επιδιορθώσει   όλα τα   παλαιά    σκεύη   που     χρησιμοποιούσε   η  αδελφότητα.  Του ζήτησαν   να   εργασθεί   και    στα   άλλα   μοναστήρια.   Η   εργασία    όχι απλώς δεν αποτελούσε εμπόδιο για την προσευχή, αλλά του  καλλιέργησε  και   μία   υψηλή  αίσθηση  προσφοράς. Έτσι,  ο  Όσιος  Αρσένιος    πήγαινε   από   το   ένα   μοναστήρι   στο   άλλο   και  εργαζόταν  κατά  τη  διάρκεια της  ημέρας,  ενώ    προσευχόταν   κατά    το μεγαλύτερο    μέρος    της   νύχτας.  Τελικά,  το  1393,   επέστρεψε   στη  Ρωσία  μεταφέροντας μαζί  του  μία  εικόνα της  Παναγίας,  η  οποία    αργότερα    ονομάσθηκε    «Παναγία    του   Κόνεβιτς».

Ο  Όσιος  έχοντας  πάντοτε  μαζί  του  την  εικόνα  της  Υπεραγίας  Θεοτόκου    ως   πολύτιμο    φυλαχτό,   πήγε   στο   νησί   Κόνεβιτς,    στη  λίμνη   Λάντογα,    όπου   έζησε    επτά   χρόνια    ως   ερημίτης.  Το    κρύο ήταν  φονικό  αλλά  ο  μακάριος   Αρσένιος   αρνιόταν   τις   συνεχείς προσκλήσεις   του   ηγουμένου   της    μονής    Βαλαάμ    Σίλα,    τις    οποίες   του   μετέφερε   ο    μοναχός   Λαυρέντιος.    Μέλημά    του   ήταν  να   εξαλείψει    τις   δεισιδαιμονίες    των     κατοίκων    της   περιοχής.  Ακόμη    και   το   όνομα    του   νησιού    Κόνεβιτς   (από   το    Κον   που σημαίνει    άλογο),   προερχόταν    από   μία    δεισιδαιμονία    των κατοίκων   του.   Οι   κάτοικοι    πίστευαν    ότι    στο   νησί     ζούσαν    κακά  πνεύματα,   τα    οποία     προστάτευαν   τα    άλογα   που    έβοσκαν  ελεύθερα    σ’ αυτό.   Με    σκοπό    να    έχουν  την  εύνοια   των πνευμάτων,    οι    κάτοικοι   κάθε   χρόνο   προσέφεραν   θυσία   ένα  άλογο,  το   οποίο,   αφού   έδεναν   σε   μία    μεγάλη   πέτρα,    το    άφηναν    να  πεθάνει    από  την    πείνα    και    το    κρύο.    Κατά   την  άφιξή    του,   χάρη    στον    ψαρά    Φίλιππο,    ο     Όσιος   Αρσένιος   βρήκε   την   «πέτρα   του   αλόγου»,    την    οποία   και    ράντισε   με αγιασμό.    Όλοι   οι    παρευρισκόμενοι    είδαν    τα   ακάθαρτα    πνεύματα,  υπό  την μορφή    κοράκων,   να   πετούν    τρομοκρατημένα.   Ο  Όσιος   Αρσένιος   έζησε   πέντε   χρόνια   στο   «νησί    του    αλόγου»,  καταπολεμώντας  με  το   παράδειγμά   του    τις    δεισιδαιμονίες     των κατοίκων.

Το   1398,   με  την  ευλογία    του    Αρχιεπισκόπου    Νόβγκοροντ  Ιωάννου,  έθεσε τα θεμέλια μιας κοινοβιακής μονής αφιερωμένης στο  Γενέσιον    της   Θεοτόκου.   Αργότερα,   την   εποχή    του    Αρχιεπισκόπου Συμεών,    ο   Όσιος    Αρσένιος    θα    επισκεφθεί    για   μία    φορά    ακόμη    το    Άγιον    Όρος    ζητώντας    την    ευλογία    των    Πατέρων  του    Άθω    για    το    μοναστήρι   του.

Χωρίς   τον   κτήτορά    του,   οι   μοναχοί απεφάσισαν    να    εγκαταλείψουν   το   μοναστήρι,   επειδή    δεν  μπορούσαν   να εξασφαλίσουν   τα   προς   το   ζήν.   Εξαντλημένος    από   την    θλίψη,    ο ευσεβής   μαθητής    του    Οσίου  Ιωακείμ,   κρυμμένος   σε   ένα    δάσος, έκλαιγε   συνεχώς   για    την   απόφαση   της   αδελφότητος,   η    οποία  σήμαινε το    τέλος   της   μοναχικής   εμπειρίας   σε   εκείνον    τον    τόπο. Απογοητευμένος   ο   Ιωακείμ    άρχισε   να   προσεύχεται    μπροστά     σε μία   εικόνα   της    Παναγίας,   με   την    ελπίδα    πως    η    Θεοτόκος    θα τον   ελευθερώσει    από   τον   πόνο    και   τη    λύπη.    Τη    νύχτα,    και  ενώ  ήταν σε  βαθύ ύπνο, του εμφανίσθηκε  η   Παναγία,   η    οποία    του προανήγγειλε    την   επιστροφή   του    Οσίου    Αρσενίου.    Πράγματι,    το  πρωί  ο  μακάριος  Αρσένιος επέστρεψε  με  δυο   μεγάλες    βάρκες γεμάτες   προμήθειες.

Στον    τόπο    της    εμφανίσεως  της  Παναγίας   ύψωσαν   ένα   μεγάλο  σταυρό,  στη   βάση    του    οποίου     τοποθετήθηκε    η   εικόνα    της,   που είχε    μεταφερθεί    στο   νησί    από    το    Άγιον    Όρος.

Το  1421,   μία   καταστροφική    κακοκαιρία   επέφερε   μεγάλες    ζημιές στο   μοναστήρι   και   για    το   λόγο    αυτό   ο   Όσιος   Αρσένιος αναγκάσθηκε   να   μεταφέρει   προς    το   εσωτερικό    του    νησιού  επάνω   σε   μία  οροσειρά,  η  οποία ονομάσθηκε  όπως  και   ο   Άθως, δηλαδή   «Άγιον   Όρος».   Το    «νησί   του  αλόγου»   απέκτησε    πολύ  γρήγορα   μεγάλη  φήμη  και  ήσαν  πολλοί  εκείνοι,  οι  οποίοι κατέφευγαν ως προσκυνητές στο μοναστήρι. Ο ευγενής  Μιχαήλ  Κοντύλκα  απεφάσισε  να   κάνει   μία   γενναία   δωρεά,   ενώ    ο    Άγιος  Επίσκοπος  Ευθύμιος, κατά τη διάρκεια μιας  επισκέψεώς  του   στον ευλογημένο   εκείνο    τόπο,     δώρισε    την    επισκοπική    του    μίτρα. 
Ο   Όσιος   Αρσένιος,   αφού   ασκήτεψε   θεοφιλώς    κοιμήθηκε   με ειρήνη,   το  1447.   Πριν   την   κοίμησή   του   είχε   προάγει   στη   θέση    του   ηγουμένου   τον   μοναχό    Ιωάννη. Το ιερό λείψανό του ενταφιάσθηκε  στη   μονή,   που   βεβηλώθηκε  από το  καταστροφικό  μένος  των   Σουηδών.   Οι    μοναχοί,   για   λόγους  ασφαλείας, προτίμησαν  να   μεταφερθούν  σε  άλλο  μοναστήρι.  Η τύχη  του μοναστηριού    ακολούθησε  τις   φάσεις   του   πολέμου   μεταξύ   των Ρώσων   και   των   Σουηδών    στη    διεκδίκηση   της   Καρελίας.   Το μοναστήρι ξανακτίσθηκε  από  τους Ρώσους, το 1594, για να εγκαταλειφθεί  εκ νέου και οριστικά,  το  1610.  Το  νησί  του Κόνεβετς   δόθηκε   στον   πρίγκιπα    Ιάκωβο    Φεοντόροβιτς,   ενώ    το   1719    ο  Μέγας  Πέτρος  έκτισε  σ’ αυτό την  εκκλησία  του Αγίου  Νικολάου.   Η  απόδοση   τιμής   και   ευλάβειας   προς   το   πρόσωπο  του    Οσίου Αρσενίου    άρχισε   πολύ     νωρίς   από   τους   πιστούς    του    Κόνεβετς,  αλλά   το   όνομά   του   καταγράφηκε   επίσημα    στα    λειτουργικά  βιβλία   της   Ρωσικής   Εκκλησίας   το   1819,   μετά   από   σχετική απόφαση   της   Ιεράς   Συνόδου   της   Εκκλησίας   της   Ρωσίας

 

Saint Arsenius the Wonderworker of Kenya

 

 

Constantine's Arsenian originated from Novgorod, Russia, and was involved in the copper trade. Out of love for solitary life, he left the world and, between the years 1547 - 1558, entered the monastery of Lisika near Novgorod, where he lived for eleven years. In 1373, he came to Mount Athos where he lived for three years in prayer at the old Russian monastery. At the monastery, as soon as the abbot was informed of his occupation in the past, he was asked to repair all the old utensils used by the brotherhood. He was asked to work in other monasteries. Not only was the work not an obstacle to prayer, it also cultivated a high sense of offer. Thus, Saint Arsenios went from one monastery to another and worked during the day, praying most of the night. Finally, in 1393, he returned to Russia carrying with him an icon of the Virgin Mary, later called the "Virgin of Konevich".

Hosios always having with him the image of the Virgin Mary as a precious amulet, went to Conevic Island, on Lake Ladoga, where she lived for seven years as a hermit. The cold was lethal, but the blessed Arsenios denied the constant invitations of the abbot of the monastery, Balaam Silas, which was conveyed to him by the monk Lavrentiios. His job was to eliminate the superstitions of the locals. Even the name of the island of Conevic (from Con, which means horse), came from a superstition of its inhabitants. The inhabitants believed that the island was inhabited by evil spirits, which protected the horses that freely grazed on it. In order to benefit the spirits, the inhabitants sacrificed a horse each year, which, after being tied to a large stone, allowed it to die of starvation and cold. Upon his arrival, thanks to the fisherman Philip, Saint Arsenios found the "horse of the horse", which he sprinkled with sanctification. All the attendees saw the impure spirits, in the form of crows, flying in terror. Saint Arsenios lived for five years on the "island of the horse", fighting with his example the superstitions of the inhabitants.

In 1398, with the blessing of Archbishop Novgorod Ioannou, he laid the foundations of a catholic monastery dedicated to the Genesis of the Virgin. Later, in the time of Archbishop Simeon, Saint Arsenios will visit Mount Athos once more seeking the blessing of the Fathers of Athos for his monastery.

Without his landlord, the monks decided to leave the monastery because they could not make a living. Exhausted by grief, the pious disciple of Hosea Ioakim, hiding in a forest, was constantly crying over the decision of the brotherhood, which meant the end of the solitary experience in that place. Disappointed, Joaquim began to pray in front of a picture of the Virgin Mary, hoping that the Virgin would release him from the pain and sorrow. At night, while in deep sleep, she appeared to him, who had heralded the return of Hossein Arsenios. Indeed, in the morning, Blessed Arsenios returned with two large boats full of supplies.

At the site of the appearance of the Virgin Mary was mounted a large cross, on the base of which was placed its icon, which had been transferred to the island from Mount Athos.

In 1421, a catastrophic bad weather caused great damage to the monastery and for this reason Saint Arsenios was forced to move inland to a mountain range, which was named as Athos, ie "Mount Athos". The "island of the horse" quickly gained popularity and there were many who fled to the monastery as pilgrims. The noble Michael Kontilka decided to make a generous donation, while the Bishop Euthymius, during a visit to that blessed place, donated his bishopric.

Saint Arsenius, after he had practiced theology, slept peacefully in 1447. Before his death, he had promoted the monk John. His sacred relic was buried in the monastery, desecrated by the devastating Swedes. The monks, for security reasons, preferred to move to another monastery. The fortune of the monastery followed the phases of the war between the Russians and the Swedes in Karelian's claim. The monastery was rebuilt by the Russians in 1594 to be abandoned again and definitively in 1610. The island of Konevets was given to Prince Jacob Feodorovich, while in 1719 Peter the Great built the church of St. Nicholas. The service of honor and reverence to the face of St. Arsenius was begun very early by Konevets' faithful, but his name was officially recorded in the Russian Church's operating books in 1819, following a decision by the Holy Synod of the Russian Church.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου