Λίγα χιλιόμετρα πιο
πάνω από τη δαντελωτή ακρογιαλιά της Κερύνειας και σε ύψος δύο χιλιάδες περίπου
πόδια από την επιφάνεια της θάλασσας ορθώνεται ένα γιγαντιαίο ύψωμα αποκομμένο
από την υπόλοιπη οροσειρά του Πενταδάκτυλου. Στην κορυφή του υψώματος αυτού με
την πανοραμική θέα είναι κτισμένο από χρόνια ένα φρούριο• το γνωστό φρούριο του
αγίου Ιλαρίωνα.
Για την προσφορά του φρουρίου στους αγώνες του νησιού για ελευθερία και τις
παραδόσεις και τους θρύλους που έχουν δημιουργηθεί γύρω απ' αυτό, πολλά
ειπώθηκαν και γράφηκαν μέχρι σήμερα. Για τον άγιο Ιλαρίωνα όμως τον μεγάλο
ερημίτη κι ασκητή, που με το όνομα του, το ύψωμα τούτο μπήκε στην Ιστορία, πολύ
λίγα έχουν γραφεί και σε πολύ πιο λίγους είναι γνωστά.
Την παράλειψη αυτή
απαράδεκτη για χριστιανούς ορθοδόξους που κατοικούν μια νήσο μ' ένα τόσο
τιμητικό προσωνύμιο — «Νήσος των Αγίων» - επιθυμούν να
θεραπεύσουν οι γραμμές που ακολουθούν.
Θεωρούμε την πράξη
τούτη σαν ένα χρέος. Χρέος όχι μονάχα σ' εκείνους που έφυγαν. Αλλά προ παντός
χρέος σ' αυτούς που ζουν και θέλουν κι αναζητούν για τη ζωή τους πρότυπα. Ναι!
Πρότυπα ηθικά που να τα πλησιάσουν και, κατά το μέτρο του δυνατού, να τα
μιμηθούν.
Κι ο άγιος Ιλαρίων που μας ήρθε απ' έξω κι έζησε και κοιμήθηκε στον τόπο μας,
είναι ένα τέτοιο πρότυπο για όλους. Πρότυπο πίστεως και υπακοής στον Θεό. Αλλά
και πρότυπο αγωνιστικότητας και γνήσιας αρετής. Μια γρήγορη ματιά στις κύριες
πτυχές της ζωής του θα μας το αποδείξει.
Ο ισάγγελος αυτός άγιος, σύγχρονος των Μεγάλων Βασιλέων και Ισαποστόλων
Κων/τίνου και Ελένης, γεννήθηκε στην κωμόπολη της Παλαιστίνης τη Θαβαθά, που
βρίσκεται πέντε περίπου μίλια μακριά απο την αρχαία πόλη των Φιλισταίων, τη
Γάζα. Οι γονείς του, πλούσιοι ειδωλολάτρες φρόντισαν από νωρίς να δώσουν στο
παιδί τους μια ξεχωριστή μόρφωση. Γ' αυτό κι από μικρό έσπευσαν να τον
αποχωρισθούν και να τον στείλουν στην Αλεξάνδρεια, που ήταν τότε ένα μεγάλο
κέντρο Ελληνικών σπουδών. Σε μια από τις ονομαστές Σχολές της πόλεως αυτής
φρόντισε ο μικρός Ιλαρίων να εγγραφεί και μ' ενδιαφέρον να παρακολουθήσει τα
μαθήματα της. Ο πόθος του όμως να γνωρίσει την αλήθεια οδήγησε κάποτε τα βήματα
του και σε χριστιανικές συγκεντρώσεις.
Η ζωή των χριστιανών, η ευγένεια κι η καλοσύνη τους, το ενδιαφέρον τους να
εξυπηρετήσουν τους άλλους με κάθε ανιδιοτέλεια και προθυμία του έκαμαν απ' την
πρώτη στιγμή ξεχωριστή εντύπωση. Αλλά και τα αγνά ήθη κι έθιμα τους κι η όλη
τους αρετή του σκλάβωσαν την ψυχή κι άναψαν μέσα του θερμό τον ζήλο να γνωρίσει
καλύτερα την πηγή της τροφοδοσίας τους. Έτσι ο φιλομαθής νέος επεδίωξε να έρθει
σ' επαφή με σημαίνοντας χριστιανούς κι από υπεύθυνα πρόσωπα να μάθει τις
επιταγές της νέας πίστεως. Ο ενθουσιασμός του για όσα άκουε κι ο ζήλος του να
γνωρίσει περισσότερα, προχωρούσε μέρα με τη μέρα για να καταλήξει κάποτε στην
αποδοχή της νέας θρησκείας και να βαπτισθεί.
Η χαρά κι η ευτυχία του αγνού νέου την ήμερα εκείνη, που φόρεσε τον λευκό
χιτώνα του βαπτίσματος, υπήρξε αφάνταστα μεγάλη. Μια απόδειξη τούτης της χαράς
είναι κι η πλούσια χρηματική προσφορά του για χάρη των πτωχών αδελφών του
Χριστού.
Με την είσοδο του στην Εκκλησία του Θεού ο νεοπροσήλυτος χριστιανός ρίχτηκε με
πιο πολύ κέφι στον αγώνα. Η Αγία Γραφή γίνηκε ο αγαπημένος του σύντροφος κι η
ζωή των ενάρετων ανδρών, που μελετούσε στα ιερά κείμενα, ήταν εκείνη που
προσπαθούσε κι ο ίδιος να μιμηθεί κι ακολουθήσει. Η πνευματική ζωή τον συνείχε
κυριολεκτικά. Πόθος του ένας:
Ν' αποχωρισθεί από καθετί που θα τον κρατούσε δεμένο με τα υλικά, τα γήινα κι
ελεύθερος να τραβήξει τον δύσκολο, μα ευλογημένο δρόμο, που φέρει τον άνθρωπο
στον ουρανό.
Αυτή την εποχή στην Αλεξάνδρεια και σ' όλη την Αίγυπτο κυριαρχούσε η φήμη του
Μεγάλου Αντωνίου. Μορφωμένοι κι αγράμματοι μιλούσαν με σεβασμό για τη θεοσέβεια
του ξακουστού ασκητή. Κοντά σ' αυτόν ο ζηλωτής νέος πεθύμησε να μαθητεύσει έστω
και για λίγο.
Χωρίς να χάσει καιρό ένα πρωί άφησε την πολυθόρυβη πόλη και τράβηξε στην έρημο.
Βρήκε τον άγιο ερημίτη κι έμεινε κοντά του αρκετό καιρό. Στο διάστημα αυτό σαν
τη μέλισσα ρούφηξε από τον καθηγητή της ασκήσεως ό,τι καλό μπόρεσε να δει και
ν' ακούσει με αποτέλεσμα η καρδιά του να σκλαβωθεί ακόμη περισσότερο από την
αγάπη της άλλης, της μακαριάς ζωής.
Πλησίον στον πολύπειρο αγωνιστή του καλού και της αρετής έμαθε ο αγνός νέος να
ζει σε μια θεϊκή ανάταση. Η ζωντανή προσευχή, η προσεκτική μελέτη, η ανάλογη
περισυλλογή κι ο αυστηρός αυτοέλεγχος ήταν η καθημερινή απασχόληση του. Με τα
μέσα τούτα τα πνευματικά ο ζηλωτής νέος αγωνίστηκε ν' αυξήσει τις διανοητικές
του δυνάμεις και να αποκτήσει σιγά-σιγά τα εφόδια που χρειαζόταν για τους
κατοπινούς του αγώνες. Εδώ συνήθισε ακόμη ν' αξιοποιεί τον χρόνο του και να
ιεραρχεί
τις ανάγκες του. Έτσι έγινε ένας θεοκεντρικός άνθρωπος. Κύριο σκοπό της
υπάρξεως του έβαλε ν' αρέσει στον Θεό. Κι όλες του οι δυνάμεις, όλες του οι
προσπάθειες, όλοι του οι αγώνες σε τούτο και μόνο στράφηκαν: Στο πώς να
καλλιεργήσει μέσα του το «κατ' εικόνα», για να επιτύχει «το καθ' ομοίωσιν». Στο
πώς ν' αναπτύξει τα χαρίσματα με τα οποία τον επροίκισε ο Πανάγαθος Θεός, για
να επιτύχει να γίνει κάποια μέρα γνήσια εικόνα του Θεού. Ένας αληθινός άνθρωπος
αρετής. Ένας άγιος.
Με τούτη την απόφαση και τούτο τον πόθο και σκοπό ως θησαυρό πολύτιμο στην ψυχή
του αποχαιρέτησε κάποιο πρωινό τον πνευματικό του πατέρα και καθοδηγητή της
ερήμου Αντώνιο και πήρε τον δρόμο της επιστροφής στην πατρίδα του. Ποθούσε να
δει τους γονείς του, γιατί έμαθε πώς δεν ήσαν καλά στην υγεία. Κι ακόμη ήθελε
να τακτοποιήσει και μερικά περιουσιακά στοιχεία, που ήσαν εκκρεμή.
Σαν έφθασε, πήγε και κτύπησε την πόρτα του σπιτιού του. Κάποιος γείτονας που
άκουσε το κτύπημα, βγήκε και του είπε πως τόσο ο πατέρας όσο κι η μητέρα του
είχαν εδώ κι αρκετό καιρό φύγει από τούτο τον κόσμο. Λυπημένος ο φιλόστοργος
νέος κι ακολουθούμενος από τον γείτονα τράβηξε προς το κοιμητήριο. Πάνω από το
χώμα του τάφου που σκέπαζε τ' αγαπημένα πρόσωπα, γονάτισε. Για ώρες έμεινε εκεί
προσευχόμενος με ιερή κατάνυξη.
Στην πατρίδα του ο εραστής της αγγελικής ζωής δεν στάθηκε για πολύ. Αφού
μοίρασε την πατρική περιουσία στους πτωχούς κι αποχαιρέτησε τους γνωστούς,
ανεχώρησε. Γεμάτος αποφασιστικότητα προχώρησε για την εκπλήρωση του ιερού
σκοπού του. Τα λόγια του θείου Παύλου «εμοί κόσμος εσταύρωταικάγώ τω κόσμω»
(Γαλατ. στ', 14) αντηχούσαν δυνατά μέσα του και του γέμιζαν την ψυχή από
αληθινή ευτυχία. Όλος ο κόσμος με τις δόξες και τις τιμές μα και τα Πλούτη και
τις ηδονές κι όλα τα θέλγητρα του σταυρώθηκαν και νεκρώθηκαν για τον ευγενικά
νέο. Τίποτα απ' αυτά δεν μπορούσε να τον τραβήξει ή να τον συγκινήσει. Μα και
κανένα άλλο από εκείνα που λέγονται αγαθά του κόσμου τούτου, δεν ήταν δυνατό να
τον δελεάσει και να του μεταλλάξει την αγάπη και την αφοσίωση του στον Σωτήρα
Χριστό. Καύχηση και χαρά του ήταν μόνο Αυτός, που πέθανε πάνω στον σταυρό για
τις αμαρτίες του, μα και για τις αμαρτίες όλων εκείνων που θα πίστευαν σ'
Αυτόν. Το όνομα Του ανέλαβε να κηρύξει. Και το κηρύττει παντού.
«Ούκεστίν εν άλλωουδενί η σωτηρία• ουδέ γαρ όνομα εστίν έτερον υπό τον ουρανόν
το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δείσωθήναι ημάς» (Πράξ. δ', 12). Κανένα άλλο
πρόσωπο δεν μπορεί να μας εξασφαλίσει τη σωτηρία. Κανένα άλλο όνομα δεν έχει
δοθεί από μέρους του Θεού, που να μπορεί να μας σώσει. Μόνο ο Χριστός είναι ο
αληθινός Σωτήρ. Σ' Αυτόν ας πιστέψουμε όλοι. Αυτά με παρρησία και ζωντάνια
κηρύττει παν τού ο νέος Ιεραπόστολος. Και το κήρυγμα του συγκινεί κι
ενθουσιάζει. Μα και πείθει και οικοδομεί. Ένα μεγάλο ποσοστό από τους
ειδωλολάτρες που κατοικούσαν στις περιοχές εκείνες της Γάζας και της Νότιας
Παλαιστίνης δέχτηκαν το κήρυγμα της σωτηρίας χάρη στον άγιο κι έγιναν
χριστιανοί. Αλλά κι οι αιρετικοί που ζούσαν στα μέρη εκείνα, στο πρόσωπο του
οσίου βρήκαν τον σθεναρό κι ακαταμάχητο πρόμαχο της Ορθοδοξίας.
Αφού για ένα χρονικό διάστημα ο ζηλωτής εργάτης του Ευαγγελίου ασχολήθηκε με το
ιεραποστολικό έργο, κατόπιν αποσύρθηκε στην αγαπημένη του έρημο. Εκεί κοντά στο
λιμάνι του Μαϊουμά προχώρησε κι έστησε το ησυχαστήριο του. Τριάντα επτά χρόνια
πέρασε στο μέρος αυτό. Τριάντα επτά ολόκληρα χρόνια αυστηρής ασκήσεως.
Ένας τρίχινος σάκος, που ταλαιπωρούσε το κορμί του, ήταν το φόρεμα του
χειμώνα-καλοκαίρι. Στον λαιμό έφερε μια δερμάτινη λωρίδα, δώρο του πνευματικού
του πατέρα, του Μεγάλου Αντωνίου. Κατοικία του είχε μια σπηλιά μ' ένα στενότατο
κελί. Και τροφή του λίγα ξερά σύκα και μερικά αγρία χόρτα. Με την αυστηρή του
τούτη εγκράτεια, αλλά και τη θερμή κι αδιάλειπτη προσευχή και τη συνεχή μελέτη
της Αγίας Γραφής αγωνιζόταν κάθε μέρα για ένα πράγμα μόνο:
Στο πως να αρέσει στον Θεό.
Σαν το χρυσάφι που δοκιμάζεται στη φωτιά, έτσι κι αυτός δοκιμάστηκε τούτο τον
καιρό από τους ποικίλους πειρασμούς που η αγάπη του Θεού επέτρεψε να του έρθουν
για προσωπική του ωφέλεια και δοκιμή. Όμως με το να έχει τη σκέψη του στραμμένη
στο θέλημα του Θεού και την καρδιά του καθαρή από κάθε ακάθαρτο λογισμό
κατόρθωσε και τους πειρασμούς να ξεπεράσει κι αυτός απρόσβλητος να μένει. Κάτι
περισσότερο. Πέτυχε να γίνει η ψυχή του κατοικητήριο Αυτού του Αγίου Πνεύματος,
ώστε τίποτα στον κόσμο να μην τον φοβίζει και να μη τον ταράσσει.
Το παρακάτω περιστατικό είναι ενδεικτικό του θάρρους και της τόλμης πού
διέκρινε τον όσιο.
Κάποτε εκεί στην ερημιά, στην αρχή που πήγε, μια συμμορία από ληστές τον είχε
επισημάνει και τον πλησίασε με κακές διαθέσεις.
- Τι θα 'καμνες, καλόγηρε, αν εδώ στην ερημιά που είσαι μόνος, σου επετίθεντο
ληστές; τον ρώτησε με προσποιητή αφέλεια ο αρχηγός τους.
- Τι έχει να φοβηθεί ένας γυμνός σαν κι έμενα; απήντησε με πραότητα κι αταραξία
ο ερημίτης.
- Κι αν σε σκοτώσουν; πρόσθεσε ο ληστής.
Ο θάνατος δεν φοβίζει εκείνο, που είναι έτοιμος να πεθάνει, ξανάπε ο ερημίτης.
Ο θάνατος κλείει τούτη τη ζωή την προσωρινή. Μα ανοίγει την άλλη, την αιώνια,
την πραγματική. Σ' αυτή βαδίζουμε όλοι.
Τα λόγια του αυτά κι ο τρόπος με τον όποιο τα είπε έκαμαν τους ληστές
σκεφτικούς. Απομακρύνθηκαν σιωπηλοί, για να ξαναγυρίσουν σε λίγο. Κάθησαν
μπροστά στο κελί του κι άρχισαν να ζητούν από Αυτόν πιο πολλές εξηγήσεις. Στο
τέλος ομολόγησαν τον σκοπό τους και με δάκρυα γονάτισαν μπροστά του και ζήτησαν
συγχώρηση. Ο άγιος τους συγχώρησε κι εξακολούθησε τη διδασκαλία του. Από την
ήμερα εκείνη συνεχίστηκαν οι επισκέψεις με αποτέλεσμα στο τέλος να πιστέψουν
και να βαπτιστούν όχι μονάχα αυτοί, αλλά κι άλλοι ομοεθνείς τους που
κατοικούσαν στην πόλη της Ιδουμαίας, Ελούζη. Έτσι ο άγιος πήρε τον τίτλο:
Απόστολος των Σαρακηνών.
Η φήμη της αγιότητας του οσίου διαδόθηκε τόσο πολύ, ώστε νωρίς πλήθη από
μοναχούς συγκεντρώθηκαν γύρω του, για ν' ακούνε τα λόγια του και να έχουν την
πνευματική καθοδήγηση του. Με τον τρόπο αυτό πολλά μοναστήρια φύτρωσαν σε όλη
εκείνη την περιοχή. Για τούτο δίκαια θεωρείται ο ιερός ασκητής ως ο εισηγητής
του μοναχισμού στην Παλαιστίνη, καθώς και ο Μέγας Αντώνιος εισηγητής του μοναχισμού
στην Αίγυπτο.
Στη μεγάλη φήμη του Ιλαρίωνα πολύ συνέβαλε και το θαυματουργικό του χάρισμα.
Πολλά, πάρα πολλά θαύματα αναφέρονται σ' Αυτόν. Θεραπείες διαφόρων ασθενειών
και δαιμονισμένων.
Η αγάπη του σε όσους έπασχαν από κάτι ήταν συγκινητική. Ένα πράγμα δεν ανεχόταν
ο καλοκάγαθος ερημίτης: Την πλεονεξία και τη φιλαργυρία στους μοναχούς.
Σαν παρατηρούσε μια τέτοια αδυναμία σε κανένα, τότε ο άγιος φρόντιζε να καλέσει
εκείνο τον μοναχό κοντά του και να τον συμβουλέψει. Όταν όμως εκείνος περιφρονούσε
τις συμβουλές του και συνέχιζε να διατηρεί το πάθος του, τότε κι αυτός έσπευδε
να διακόψει κάθε σχέση κι επαφή μαζί του. Κάτι περισσότερο. Αρνιόταν και να τον
δεχθεί να πάρει κάτι, που προερχόταν από τον κήπο του. Ένα λάχανο, για
παράδειγμα ή ένα καρπό.
Μια φορά ένας τέτοιος φιλάργυρος μοναχός, που παρά τις υποδείξεις του αγίου,
συνέχιζε να μένει αδιόρθωτος, έστειλε λάχανα σ' αυτόν από τον κήπο του, για να
τον εξευμενίσει.
Στον μαθητή του Ησύχιο που έφερε το δώρο για να το δείξει σ' Αυτόν και το καμαρώσει,
ο συνεπής στις αρχές του ασκητής είπε: Βρωμούν αυτά τα λάχανα, Ησύχιε.
Βρωμούν...
- Τα έχω πλύνει καλά, Αββά, εξήγησε ο μαθητής.
— Και όμως σε βεβαιώνω πως βρωμούν, επανέλαβε ο άγιος. Βρωμούν από φιλαργυρία!
Και δεν τα άγγισε. Ναι! δεν δέχτηκε να τ' αγγίσει.
Υπερβολική αυστηρότης θα πουν μερικοί. Συνέπεια λέγουμε εμείς. Συνέπεια! Το
στοιχείο που λείπει από τη ζωή των συγχρόνων χριστιανών. Η αρετή που πρέπει να
προσεχθεί ιδιαίτερα σήμερα και να γίνει αχώριστος σύντροφος της όλης ζωής μας,
αν θέλουμε να μη νοθευτεί περισσότερο και να καταντήσει αγνώριστη η Ορθόδοξη
Πίστη μας με τις συνεχείς υποχωρήσεις μας και τις σκοπιμότητες μας.
Οι καθημερινές επισκέψεις στο κελί του άγιου για θεραπεία και συνομιλία μ'
αυτόν είχαν γίνει τόσες πολλές με τον καιρό, που ο μακάριος ασκητής πήρε την
απόφαση να φύγει από τον τόπο εκείνο. Και το έκαμε.
Παρά τις παρακλήσεις των γνωστών του, που με δάκρυα τον προέπεμψαν στο τέλος, ο
Ιλαρίων στην ηλικία των 63 περίπου χρόνων έφυγε από την Παλαιστίνη. Στην αρχή
κατευθύνθηκε στην Αίγυπτο. Με συνοδεία μερικούς μαθητές του προχώρησε κι έφτασε
στο αναχωρητήριο του αγίου Αντωνίου. Ο μεγάλος ερημίτης είχεν ήδη πεθάνει. Δύο
μαθητές του ανέλαβαν την ξενάγηση τους. Με βαθιά συγκίνηση ο Ιλαρίων κι οι
συνοδοί του επισκέφθηκαν και στάθηκαν στα μέρη που ο θεμελιωτής της αγγελικής
ζωής συνήθιζε να προσεύχεται, να εργάζεται, να απασχολείται...
Υστερ' από λίγες μέρες παραμονή τους στον τόπο εκείνο, ο άγιος προχώρησε με τη
συνοδεία του κι από τη μια έρημο στην άλλη κατέβηκε σε μια παραλιακή πόλη της
Λιβύης, την Άβασσο.
Την εποχή αυτή στον θρόνο της Κων/πόλεως ανέβηκε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης
(361-363). Οι Αρειανοί που αναθάρρησαν από τη στάση του αυτοκράτορα άρχισαν ν'
αναζητούν τον άγιο για να τον βρουν και να τον κακοποιήσουν. Ο Ιλαρίων σαν το
έμαθε, έφυγε κι απ' εκεί και με πλοίο πέρασε στη Σικελία και μετά στη Δαλματία.
Τα πολλά θαύματα, που με τη χάρη του Θεού έκανε στα μέρη που περνούσαν,
προσείλκυαν καθημερινά στον τόπο που διέμενε πλήθη ανθρώπων, που έπασχαν από
διάφορες αρρώστιες. Τούτο όμως εμπόδιζε τον όσιο να χαρεί τη θεόγνωστη ησυχία
που διψούσε. Γι' αυτό, κάποια μέρα που βρήκε ένα πλοίο που ταξίδευε στην Κύπρο,
μπήκε μέσα για το νησί.
Στο ταξίδι ένα πλοίο ληστρικό τους κυνήγησε. Οι ταξιδιώτες, που το είδαν,
τρόμαξαν κυριολεκτικά κι άρχισαν να κλαίνε. Ο άγιος όμως τους ενίσχυσε και στο
τέλος τους έσωσε. Την ώρα που το εχθρικό πλοίο τους πλησίαζε κι ετοιμαζόταν να
τους κτυπήσει, ο Ιλαρίων έριξε μια πέτρα ανάμεσα στα δύο πλοία. Ένα τείχος
ορθώθηκε μπροστά στους ληστές που δεν τους άφησε να προχωρήσουν. Έτσι
ασφαλισμένο πια το πλοίο με τον άγιο συνέχισε το ταξίδι του κι έφτασαν στην
Πάφο.
Η πόλη, όπως μας αναφέρει ο άγιος Νεόφυτος, ήταν τότε καταστρεμμένη από
σεισμούς εξ αίτιας της ασέβειας των κατοίκων της. Έξω από αυτή κι ανάμεσα στα
ερείπια συνέχισε ο άγιος τους ασκητικούς του αγώνες. Επειδή όμως και στο μέρος
αυτό άρχισαν να τον επισκέπτονται πολλοί για θεραπεία, δύο χρόνια μόνο έμεινε
στον τόπο εκείνο. Απ' εκεί προχώρησε κι έφτασε στο μεγάλο και δύσβατο βουνό, με
τα πανύψηλα δένδρα και τα πολλά νερά. Μα και τον ειδωλολατρικό ναό που ήταν
αφιερωμένος κατά την παράδοση στη «θεά του Έρωτα». Στον τόπο αυτό έστησε ο
άγιος το ησυχαστήριο του. Πέντε χρόνια έζησε εκεί. Χρόνια δημιουργικά,
ευλογημένα. Υπάρχει η άποψη πως ο άγιος Ιλαρίων που έζησε στο βουνό αυτό
είναι κάποιος άλλος άγιος Ιλαρίων μεταγενέστερος και γνωστός ως Ιλαρίων ο νέος.
Ο άγιος Ιλαρίων ο Μέγας έζησε τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του στην
Επισκοπή της Πάφου.
Με τη διδασκαλία του τη ζωντανή και τα πολλά του θαύματα σιγά-σιγά η λατρεία
των ειδώλων εκτοπίσθηκε και τη θέση της πήρε η αληθινή θρησκεία του γλυκύτατου
Ιησού.
Στην ηλικία των ογδόντα χρόνων ο θαυματουργός ασκητής αρρώστησε. Αφού κάλεσε
κοντά του τα πνευματικά του παιδιά και τα συνεβούλεψε να μένουν πιστά μέχρι
θανάτου στη διδασκαλία του Κυρίου, τα ευλόγησε κι αφήκε την αγνή ψυχή του να
μεταπηδήσει στους πάμφω τους κόσμους του ουρανού (371 μ.Χ.).
Οι Κύπριοι θρήνησαν με την καρδιά τους τον αγαπημένο τους ερημίτη κι έθαψαν με
μεγάλες τιμές το σκήνωμα του στον χώρο εκείνο.
Δυστυχώς το λείψανο του μεγάλου θαυματουργού δεν έμεινε για καιρό στο νησί μας.
Οι χριστιανοί της Παλαιστίνης, σαν έμαθαν τον θάνατο του οσίου, έστειλαν εδώ
τον μαθητή του Ησύχιο, ο οποίος με τρόπο ανέσκαψε τον τάφο. Χωρίς να τον
αντιληφθεί κανένας πήρε τα ιερά λείψανα και τα μετέφερε στην Παλαιστίνη. Εκεί
οι χριστιανοί τα εναπέθεσαν με ξεχωριστές τιμές στη Μονή του Μαϊουμά.
Όμως αν τα ιερά λείψανα του μεγάλου ασκητή αφαιρέθηκαν και μεταφέρθηκαν μακριά
από το φιλόξενο νησί της Κύπρου, που ο ίδιος διάλεξε για επίγεια κατοικία του,
η πνευματική παρουσία του αγίου παραμένει στη μαρτυρική μας πατρίδα. Παραμένει
με τα θαύματα που γίνονται ακόμη και σήμερα στον τόπο όπου θάφτηκε αρχικά.
Παραμένει ακόμη με τους ναούς που έχουν αφιερωθεί στη χάρη του και τις
πάμπολλες εικόνες του που είναι εγκατεσπαρμένες στο νησί μας.
Όλα αυτά αποτελούν μια ζωντανή πνευματική παρουσία του αγίου στον τόπο μας.
Γιατί όλα αυτά μας μιλούν για τον φλογερό και ακατάβλητο αγωνιστή του καλού και
της αρετής.. Τον αγωνιστή με την αγία ζωή, τη ζωή της συνέπειας και του
ηρωισμού. Τον αγωνιστή που πάλαιψε και νίκησε τη σάρκα και τον κόσμο της
αμαρτίας. Αλλά και τον αγωνιστή που ζητά και θέλει μιμητές. «Μιμητοί μου
γίνεσθε καθώς κάγώ Χριστού» μας φωνάζει. Θα θελήσουμε οι σημερινοί κάτοικοι του
πονεμένου αυτού νησιού ν' άφουγκρασθοϋμε και ν' ακούσουμε τη σωστική τούτη
πρόσκληση; Θα θελήσουν προ παντός οι νέοι του καιρού μας να τραβήξουν κόντρα
στο ρέμα της σαρκολατρείας για να ζήσουν μια ζωή ανώτερη, μια ζωή αγνή, κι
αληθινά χριστιανική; Το ευχόμαστε μετά κραυγής ισχυράς. Τοις του αγίου
Ιλαρίωνοςπρεσβείαις ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.
Saint Hilarion the Great
A few kilometers above the
lacy beach of Kyrenia and at a height of about two thousand feet above sea
level rises a giant hill cut off from the rest of the Pentadaktylos mountain
range. At the top of this hill with the panoramic view is built for years a fortress;
the famous fortress of St. Hilarion.
Much has been said and
written to date about the fortress's contribution to the island's struggles for
freedom and the traditions and legends that have been created around it. For
Saint Hilarion, however, the great hermit and ascetic, whose name, this hill
entered history, very little has been written and very few are known.
This omission is
unacceptable for Orthodox Christians who live on an island with such an
honorable nickname - "Island of the Saints" - wishing to heal the
following lines.
We consider this act as a
debt. Debt not only to those who left. But above all a debt to those who live
and want and seek models for their lives. Yes! Ethical standards that approach
them and, as far as possible, imitate them.
And Saint Hilarion who
came to us from outside and lived and slept in our place, is such a model for
everyone. A model of faith and obedience to God. But also a model of
competitiveness and genuine virtue. A quick look at the main aspects of his
life will prove it to us.
This holy saint, a
contemporary of the Great Kings and Apostles Constantine and Helen, was born in
the Palestinian town of Thavatha, about five miles from the ancient Philistine
city of Gaza. His parents, wealthy pagans, took care from an early age to give
their child a special education. For this reason, from a young age, they
hurried to leave him and send him to Alexandria, which was then a large center
of Greek studies. In one of the famous Schools of this city, little Hilarion made
sure to enroll and attend her classes with interest. But his desire to know the
truth once led his steps to Christian gatherings.
The life of Christians,
their kindness and goodness, their interest in serving others with all their
selflessness and willingness made a special impression on him from the first
moment. But also their pure manners and customs and all their virtue enslaved
his soul and ignited in him the zeal to know better the source of their
nourishment. Thus the learned young man sought to get in touch with meaning
Christians and to learn from responsible persons the requirements of the new
faith. His enthusiasm for what he heard and his zeal to know more, went day by
day to one day reach the acceptance of the new religion and be baptized.
The joy and happiness of
the pure young man that day, who wore the white robe of baptism, was
unimaginably great. A proof of this joy is his rich financial offer for the
sake of the poor brothers of Christ.
Upon entering the Church
of God, the newly converted Christian was thrown into the struggle with more
joy. The Bible became his favorite companion and the life of the virtuous men
he studied in the scriptures was the one he himself tried to imitate and
follow. The spiritual life literally followed him. Desire of one:
To leave everything that
would keep him tied to the material, the earthly and free to take the
difficult, but blessed path that brings man to heaven.
At this time in Alexandria
and throughout Egypt the fame of Anthony the Great prevailed. Educated and
illiterate, they spoke with respect for the piety of the famous ascetic. Near
him the zealous young man wished to learn even for a while.
Without wasting time one
morning he left the noisy city and pulled into the desert. He found the holy
hermit and stayed with him for a long time. During this time, like a bee, he
sucked from the exercise teacher everything he could see and hear, with the
result that his heart was enslaved even more by the love of the other, of a
happy life.
Close to the experienced
fighter of good and virtue, the pure young man learned to live in a divine
ascension. Living prayer, careful study, meditation and strict self-control
were his daily occupation. With these spiritual means the zealous young man
struggled to increase his mental powers and to slowly acquire the supplies he
needed for his subsequent struggles. Here he still used to use his time and to
prioritize
his needs. Thus he became
a theocentric man. The main purpose of his existence was to please God. And all
his forces, all his efforts, all his struggles focused on this alone: On how
to cultivate in him the "image", in order to achieve "the
likeness". In how to develop the gifts with which the Almighty God endowed
him, in order to one day become a true image of God. A true man of virtue. A
saint.
With this decision and
this lust and purpose as a treasure precious in his soul, one morning he said
goodbye to his spiritual father and guide of the desert, Antonios, and took the
road back to his homeland. He wanted to see his parents, because he learned
that they were not in good health. He even wanted to settle some outstanding
assets.
When he arrived, he went
and knocked on the door of his house. A neighbor who heard the beating came out
and told him that both his father and mother had been away from this world for
some time. Sad, the young lover, followed by the neighbor, pulled towards the
cemetery. He knelt on the ground of the tomb that covered the loved ones. He
stayed there for hours praying with holy contemplation.
In his homeland the lover
of angelic life did not stay for long. After distributing the paternal property
to the poor and saying goodbye to the acquaintances, he left. Full of
determination he proceeded to fulfill his sacred purpose. The words of Uncle Paul
"I am the world crucified in the world" (Galatians 6:14) resounded
loudly in him and filled his soul with true happiness. The whole world with the
glories and the honors but also the Wealth and the pleasures and all its lures
were crucified and died for the kind young man. None of this could pull him or
move him. But none other than those that are called goods of this world, could
not tempt him and transform his love and devotion to the Savior Christ. His
boasting and joy was only He, who died on the cross for his sins, but also for
the sins of all those who would believe in Him. He undertook to preach His
name. And he preaches it everywhere.
"Salvation is not in
any other place; there is no other name under heaven given among men in which
we must be shown" (Acts 4:12). No other person can guarantee us salvation.
No other name has been given by God that can save us. Only Christ is the true
Savior. Let us all believe in Him. The young Missionary preaches these with
parsimony and vivacity. And his sermon moves and excites. But it also convinces
and builds. A large percentage of the pagans living in those areas of Gaza and
southern Palestine accepted the preaching of salvation thanks to the saint and
became Christians. But also the heretics who lived in those places, in the face
of the saint found the strong and irresistible bastion of Orthodoxy.
After for a time the
zealous worker of the Gospel engaged in missionary work, he then retired to his
beloved desert. There, near the port of Mayuma, he went and set up his
sanctuary. Thirty-seven years were spent in this place. Thirty-seven whole
years of rigorous practice.
A hairy sack that
afflicted his body was his winter-summer dress. He wore a leather belt around
his neck, a gift from his spiritual father, Anthony the Great. His house had a
cave with a very narrow cell. And his food is a few dried figs and some wild
grass. With this strict temperance, but also the warm and unceasing prayer and
the constant study of the Bible, he struggled every day for only one thing:
In how to please God.
Like gold tasted in fire,
he was tempted this time by the various temptations that God's love allowed to
come to him for his personal benefit and trial. However, by having his mind
focused on the will of God and his heart pure from all impure thoughts, he
managed to overcome the temptations and to remain untouched. Something more. He
succeeded in making the soul the abode of this Holy Spirit, so that nothing in
the world would frighten him or disturb him.
The following incident is
indicative of the courage and boldness that distinguished the saint.
Once there in the
wilderness, at the beginning he went, a gang of robbers had spotted him and
approached him in a bad mood.
- What would you do, monk,
if here in the wilderness you are alone, you were attacked by robbers? asked
their leader with pretended naivete.
- What should a naked
person like me have to fear? the hermit answered with meekness and calmness.
- What if they kill you?
added the robber.
Death does not frighten
the one who is ready to die, again the hermit. Death closes this life
temporarily. But it opens the other, the eternal, the real. We all walk in it.
His words and the way he
said them made the robbers think. They left in silence, only to return shortly.
They sat in front of his cell and began to ask him for more explanations. In
the end they confessed their purpose and with tears knelt before him and asked
for forgiveness. The saint forgave them and continued his teaching. From that
day the visits continued, with the result that in the end not only they, but
also other compatriots living in the city of Idoumaia, Elouzi, believed and
were baptized. Thus the saint received the title: Apostle of the Saracens.
The fame of the saint's
holiness spread so much that early crowds of monks gathered around him, to hear
his words and have his spiritual guidance. In this way many monasteries
sprouted throughout that area. For this reason, the holy ascetic is rightly
considered the rapporteur of monasticism in Palestine, as well as Antonios the
Great, the rapporteur of monasticism in Egypt.
His miraculous charisma
also contributed a lot to Hilarion's great fame. Many, many miracles are
mentioned about Him. Treatments for various diseases and demon-possessed.
His love for those who
suffered from something was touching. One thing the benevolent hermit did not
tolerate: Greed and avarice among the monks.
As if he noticed such a
weakness in anyone, then the saint took care to call that monk to him and
advise him. But when he disregarded his advice and continued to maintain his
passion, then he too hurried to sever all relations and contact with him.
Something more. He refused and accepted him to take something, which came from
his garden. A cabbage, for example or a fruit.
Once such a greedy monk,
who despite the saint's instructions, continued to remain uncorrected, sent
cabbages to him from his garden, to appease him.
To the disciple of
Isichios who brought the gift to show it to Him and to show it off, the ascetic
consistent with the principles said: These cabbages stink, Isichius. They stink
...
"I washed them well,
Abba," the student explained.
"And yet I assure you
that they stink," repeated the saint. They stink of greed!
And he did not touch them.
Yes! he refused to touch it.
Excessive austerity some
will say. We say consistency. Consistency! The missing element in the life of
modern Christians. The virtue that must be paid special attention today and
become an inseparable companion of our whole life, if we want our Orthodox
Faith not to be further distorted and to become unrecognizable with our
constant retreats and our expediencies.
The daily visits to the
saint's cell for healing and conversation with him had become so numerous over
time that the blessed ascetic decided to leave that place. And we did.
Despite the pleas of his
acquaintances, who sent him away with tears at the end, Hilarion left Palestine
at the age of about 63. At first he headed to Egypt. Accompanied by some of his
students, he proceeded and arrived at the departure of St. Anthony. The great
hermit had already died. Two of his students undertook their tour. With deep
emotion, Hilarion and his companions visited and stood in the places where the
founder of angelic life used to pray, work, work ...
After a few days of their
stay in that place, the saint proceeded with his entourage and from one desert
to another descended to a coastal city of Libya, Abasso.
At this time, Julian the
Transgressor (361-363) ascended the throne of Constantinople. The Martians,
discouraged by the emperor's attitude, began to look for the saint to find him
and abuse him. Hilarion, as soon as he found out, left there and sailed to
Sicily and then to Dalmatia.
The many miracles, which
by the grace of God he performed in the places they passed, attracted daily to
the place where many people, suffering from various diseases, lived. But this
prevented the saint from rejoicing in the God-knowing silence that he was
thirsty for. Therefore, one day when he found a ship traveling to Cyprus, he
entered the island.
During the voyage a
predatory ship chased them. The travelers, who saw it, were literally startled
and began to cry. But the saint strengthened them and in the end saved them. As
the enemy ship approached and was about to strike, Hilarion threw a stone
between the two ships. A wall was erected in front of the robbers who did not
let them go. Thus secured, the ship with the saint continued its journey and
they arrived in Paphos.
The city, as Saint
Neophytos tells us, was then destroyed by earthquakes due to the disrespect of
its inhabitants. Outside it and between the ruins, the saint continued his
ascetic struggles. However, because many people started visiting him in this
place for treatment, he only stayed in that place for two years. From there he
proceeded and reached the big and inaccessible mountain, with the tall trees
and the many waters. But also the pagan temple that was dedicated during the
tradition to the "goddess of love". The saint set up his sanctuary in
this place. He lived there for five years. Years creative, blessed. There is a
view that Saint Hilarion who lived on this mountain is another Saint Hilarion
later and known as Hilarion the Younger. Saint Hilarion the Great lived the
last five years of his life in the Diocese of Paphos.
With his teaching alive
and his many miracles, the worship of idols was gradually displaced and
replaced by the true religion of the sweetest Jesus.
At the age of eighty the
miraculous ascetic fell ill. After calling his spiritual children to him and
advising them to remain faithful to death in the teaching of the Lord, he
blessed them and let his pure soul ascend to the glorious worlds of heaven (371
AD).
The Cypriots mourned with
their hearts their beloved hermit and buried with great honors his body in that
area.
Unfortunately, the remains
of the great miracle worker did not stay on our island for long. The Christians
of Palestine, as if learning of the saint's death, sent here his disciple
Isichius, who somehow excavated the tomb. Without anyone noticing, he took the
relics and transported them to Palestine. There the Christians deposited them
with special honors in the Monastery of Mayuma.
However, if the holy
relics of the great ascetic were removed and transported away from the
hospitable island of Cyprus, which he chose for his earthly residence, the
spiritual presence of the saint remains in our martyr homeland. It remains with
the miracles that take place even today in the place where it was originally
buried. It still remains with the temples that have been dedicated to his grace
and the many icons that are scattered on our island.
All these constitute a
living spiritual presence of the saint in our place. Because all this tells us
about the fiery and priceless fighter of good and virtue .. The fighter with the
holy life, the life of consistency and heroism. The fighter who fought and
conquered the flesh and the world of sin. But also the fighter who asks and
wants imitators. "Become imitators of me as I become Christ" he
shouts to us. Will the current inhabitants of this suffering island want to
listen and listen to this saving invitation? Will the young people of our time
want, above all, to go against the stream of carnal worship in order to live a
higher life, a pure life, and truly Christian? We wish it after a strong cry.
God, the embassies of Saint Hilarion, have mercy and save us. Amen.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου