Πέμπτη 11 Μαΐου 2023

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος οι Ισαπόστολοι και Φωτιστές των Σλάβων

 


Οι  Άγιοι  Κύριλλος  και  Μεθόδιος,  κατά  κόσμον   Κωνσταντίνος   και Μιχαήλ,  ήταν  τέκνα του  δρουγγάριου – στρατιωτικού  διοικητού  Λέοντος   και  γεννήθηκαν  στην   Θεσσαλονίκη.   Είχαν   δε   άλλα   πέντε αδέλφια.   Ο    Κωνσταντίνος    ήταν   ο μικρότερος   και   είχε   μεγάλη επιμέλεια   στα   γράμματα.  Παιδί    ακόμη,   είχε   διαβάσει    τα   έργα  του   Αγίου   Γρηγορίου    του   Θεολόγου    και    είχε   γράψει    ύμνο    προς  τιμήν  του.  Τα   χαρίσματά  του  τα  πρόσεξε  ο  λογοθέτης Θεόκτιστος   και   τον   έστειλε    στην    σχολή   της   Μαγναύρας,    όπου  με  την  καθοδήγηση  του   Λέοντος   του   Μαθηματικού   και    του    ιερού Φωτίου   σπούδασε   βασικά    φιλοσοφία.   Διέπρεψε   στις   σπουδές   του και αρχικά διορίσθηκε χαρτοφύλακας (αρχιγραμματέας) του Πατριαρχείου   και   αργότερα   καθηγητής   της   φιλοσοφίας    στη    σχολή    της   Μαγναύρας.

Ο   Μιχαήλ   ακολούθησε  την   σταδιοδρομία   του   πατέρα   τους.   Έγινε στρατιωτικός  και  ανέλαβε   την   διοίκηση   της   περιοχής   των   πηγών του   Στρυμόνος,  δηλαδή  στα  σημερινά  σύνορα   Βουλγαρίας  και  Σερβίας,  όπου    και   γνώρισε   καλά  τους  Σλάβους. Παρά   την επιτυχημένη σταδιοδρομία  και των δύο αδελφών,  βαθιά  τους συγκλόνιζε   ο   ζήλος  για    την   πνευματική   ζωή.   Είχαν   μοναστική κλίση,   αλλά   πίστευαν  στη   μαρτυρική    διακονία   της  κλίσεώς   τους  αυτής,    για    να    σωθούν    και    άλλες   ψυχές.

Ο  9ος   αιώνας   μ.Χ.,   όταν   και   έλαμψαν   οι   Άγιοι,    είναι   μία   μεγάλη  εποχή   του   Βυζαντίου.   Χαρακτηρίζεται    από   ακμή    στην   πολιτική  και   στρατιωτική   δύναμη  και   από   άνθηση   στην   οικονομία,  στα  γράμματα,    στις   τέχνες.  Η   Εκκλησία   της   Ανατολής  ανασυγκροτείται   μετά   την   τρικυμία    της   εικονομαχίας.  Το  πρόβλημα   της   εικονομαχίας,   να   μπορεί   η    φύση   του    Θεού,   η  θεία    και    η    ανθρώπινη,    να   παρασταθεί    εικονικά,   έχει    επιλυθεί. Τα    ρήγματα    όμως  από  τις  εκκλησιαστικές   και  πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ Δύσεως και Ανατολής γίνονται βαθύτερα. Τα εγκόσμια  συμφέροντα,  οι  ανταγωνισμοί  για   την πνευματική  και πολιτική  εξουσία  διασπούν  την μέχρι τότε  ενιαία  Χριστιανική  Οικουμένη  σε   δύο  παράλληλους  κόσμους,  το   Βυζαντινό  και   το Φραγκικό.    Οι   διαφορές   είναι   ορατές    στα    μέσα    του   9ου  αιώνος μ.Χ.,  όταν   ανέκυψε   το    θέμα    του    εκχριστιανισμού    των   Σλάβων  της    Δύσεως.  Σε αυτήν  την  αντιδικία μπλέκονται  οι  δύο  Θεσσαλονικείς    αδελφοί.

Αρχικά  ο   Κωνσταντίνος   αναπτύσσει    ιεραποστολικό    έργο   μεταξύ της   Τουρκικής    φυλής   των    Χαζάρων.    Η   μεγάλη   όμως    ευκαιρία δίνεται   το  καλοκαίρι  του  862 μ.Χ.,  όταν φθάνει  στην Κωνσταντινούπολη   πρεσβεία   του  ηγεμόνος   των Μοραβών   Ραστισλάβου,  που   το  έθνος  του   κατοικούσε   από   τη   Βοημία    μέχρι τα Καρπάθια και το Δούναβη.  Ο   Ραστισλάβος  ζητά από  τον  αυτοκράτορα    Μιχαήλ  έναν  Επίσκοπο  και  δάσκαλο,  για   να    τους διδάξει   στη    γλώσσα    τους    την   αληθινή    πίστη    και   να   προσέλθουν    και   άλλοι    στον   Χριστό.     Είχαν    βαπτισθεί    πολλοί,  αλλά   και    οι    βαπτισμένοι   από    τους    Λατίνους    ιεραποστόλους  αγνοούσαν    τον   Χριστιανισμό,  όσο   και    οι    αβάπτιστοι,    αφού    οι Λατίνοι,    συνεπείς    στην    παράδοσή    τους,    τους    επέβαλαν    την γνώση  του   Ευαγγελίου  στα   λατινικά   και    την   λατρεία   πάλι    στα  λατινικά,    δηλαδή    σε    μία     γλώσσα   που    αγνοούσαν.

Ο   αυτοκράτορας    Μιχαήλ   προσκαλεί   τον   φιλόσοφο   Κωνσταντίνο   να αναλάβει    αυτήν    την    αποστολή   προς    τους   Μοραβούς.   Το    έργο    το  δέχεται    ο    Κωνσταντίνος    υπό    την   προϋπόθεση   της  δημιουργίας    γραφής στη  γλώσσα  των   Μοραβών.  Μετά   από    μελέτες  φτιάχνει    το    λεγόμενο γλαγολιτικό  (όχι  το  κυριλλικό)  αλφάβητο  και  αρχίζει    την    μετάφραση του    Ευαγγελίου    και    της   Βυζαντινής   Λειτουργίας,   καθώς   και   άλλων βιβλίων.

Την  άνοιξη   του    863    μ.Χ.,    ο    Κωνσταντίνος   παίρνει   τον   αδελφό   του Μιχαήλ,   που    είχε   γίνει  μοναχός  με  το    όνομα    Μεθόδιος,    και   φθάνει στην  αυλή  του    Ραστισλάβου.   Η    εργασία   τους   διαρκεί    τρία   χρόνια. Έκαναν  σπουδαίες μεταφράσεις,  εισήγαγαν  την    βυζαντινή    παράδοση της    Μεγάλης   Εκκλησίας   στη  Μοραβία.  Άνοιξαν τους  πολιτιστικούς ορίζοντες  του  ευαγγελιζόμενου  λαού.  Έγιναν  οι πραγματικοί    φωτιστές   του.  Με    αφετηρία    την    αρχή    ότι   κάθε    λαός    έχει  το   δικαίωμα   να  λατρεύει  τον  Θεό  στη  μητρική  του γλώσσα,  οι  άγιοι  αδελφοί  συγκρότησαν   γραπτή    σλαβική    γλώσσα,   μετέφρασαν  τα   λειτουργικά  βιβλία   στη   γλώσσα    αυτή,   καθιέρωσαν    την   σλαβική    ως   λειτουργική  γλώσσα,    έγραψαν   και  πρωτότυπα    έργα   και   κατέστησαν   διδάσκαλοι δεκάδων    μαθητών   για   την   επάνδρωση   της   τοπικής   Εκκλησίας   με διακόνους  και   πρεσβυτέρους, άριστους γνώστες της λειτουργικής παλαιοσλαβικής    γλώσσας.

Η    διείσδυση    όμως    αυτή     ενόχλησε   τους   Φράγκους    και    τη    Ρώμη    που άρχισαν  να  υποσκάπτουν  αδιάκοπα  την  ιεραποστολική    εργασία   τους.

Η  θέση η  δική τους,  καθώς  και  των  συνεργατών τους    μοναχών,    έγινε δύσκολη,    όταν    στην    Πόλη   την    εξουσία    κατέλαβε  ο  Βασίλειος  ο   Β’,  που   ξαναέφερε   στον   θρόνο   της   Κωνσταντινουπόλεως   ως   Πατριάρχη    τον Ιγνάτιο  και  επανασύνδεσε  το  Βυζάντιο  με   την  Εκκλησία    της    Ρώμης. Το    866   μ.Χ.    και    οι   Βούλγαροι    είχαν    συνδεθεί   με   την  Ρώμη.  Έτσι  η ιεραποστολή  απομονώθηκε  από  τις ρίζες  της  και  αναγκάσθηκε  να έλθει   σε    συνδιαλλαγή    με    τους    Λατίνους.

Στις    αρχές    του    868    μ.Χ.,   ο     Κωνσταντίνος    και     ο   Μεθόδιος    φθάνουν  στη   Ρώμη   κομίζοντας  τα  ιερά  λείψανα    του    ιεραποστόλου   Κλήμεντος,  που   είχε  μαρτυρήσει    στη    χώρα   των   Χαζάρων.   Προσπαθούν    να τακτοποιήσουν    τις   διαφορές   τους   με  τους  Λατίνους  ιεραποστόλους ενώπιον   του  Πάπα   Ανδριανού   Β’.   Η   μόρφωση  και    η   ευσέβεια    των   δύο αδελφών κατέπληξε  τους  Ρωμαίους κληρικούς.  Ο    Πάπας    αναγνώρισε το    έργο   τους   πανηγυρικά,    αλλά    επεδίωξε    να    το    αποσυνδέσει   από    την Εκκλησία    της   Κωνσταντινουπόλεως   και    να   το   προσεταιρισθεί.   Ο  Πάπας    Ανδριανός    παρέλαβε   από   τους   ιεραποστόλους   τα   σλαβικά    βιβλία, τα ευλόγησε, τα  απέθεσε στο ναό  της Αγίας Μαρίας,   τον   αποκαλούμενο Φάτνη    και    τέλεσε    με   αυτά    την   Θεία   Λειτουργία.  Στο  σημείο  αυτό πρέπει    να    υπογραμμισθεί  ότι  ο  Πάπας    απέθεσε   τα    σλαβικά    βιβλία στην    Αγία    Τράπεζα   και    τα    πρόσφερε   ως    αφιέρωμα   στο    Θεό.  Έδωσε μάλιστα   εντολή  σε  δύο  Επισκόπους,  τον   Φορμόζο  και    τον    Γκόντριχον, να    προχωρήσουν   στη    χειροτονία   των   μαθητών του  Αγίου   Κυρίλλου    και Μεθοδίου,    των   μελλοντικών   κληρικών   των   Σλάβων   στη    μητρική   τους γλώσσα.  Και  μετά  ταύτα δόθηκε η άδεια σε αυτούς, τους νεοχειροτόνητους   κληρικούς, να   τελέσουν   τη    θεία   λειτουργία   σλαβιστί στους     ναούς   του    Αγίου    Πέτρου,   της   Αγίας   Πετρωνίλλας  και    του    Αγίου Ανδρέου.

Ο    Πάπας   καταδίκασε    ακόμη    τους   πιστούς   που   αντιδρούσαν  στην λειτουργική χρήση της σλαβικής γλώσσας και τους αποκάλεσε Πιλατιανούς    και   Τριγλωσσίτες.   Μάλιστα  υποχρέωσε  έναν   Επίσκοπο, που    υπήρξε    οπαδός    του    Τριγλωσσισμού,  να  χειροτονήσει    τρεις    ιερείς και    δύο    αναγνώστες    από    τους    Σλάβους  μαθητές   των   δύο   Αγίων αδελφών.

Και  το επιστέγασμα  της  λειτουργικής πανδαισίας    σλαβιστί    συνδέθηκε με   τον   Απόστολο   των   εθνών   Παύλο.   Οι   Σλάβοι   μαθητές – κληρικοί λειτουργούσαν  την   νύχτα   πάνω  στον    τάφο    του    μεγάλου   διδασκάλου των  εθνικών,  του    Παύλου.    Και    μάλιστα    είχαν    ως   συλλειτουργούς  τους   τον   Επίσκοπο   Αρσένιο,   δηλαδή   έναν   από   τους   επτά   επισκόπους συμβούλους  του  Πάπα,  και  τον  Αναστάσιο  τον Βιβλιοθηκάριο.  Η   πράξη αυτή  δεν ήταν τυχαία. Είχε συμβολικό χαρακτήρα. Συνέδεε και παραλλήλιζε το έργο των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου με τους ιεραποστολικούς άθλους του Παύλου. Σημειωτέον ότι ο ναός του Αποστόλου   Παύλου   βρισκόταν    έξω   από    τα   τείχη   της  πόλεως.  Και συνεπώς   η   μετάβαση   και    η    τέλεση    Λειτουργίας   σε   αυτόν   σλαβιστί    και μάλιστα     επάνω   στον   τάφο   του   Αποστόλου   δεν   αποτελούσε  πράξη ρουτίνας, που  απέβλεπε  απλώς  στην   τέλεση    ορισμένων    λειτουργιών στη  σλαβική    γλώσσα.   Ήταν   η    πανηγυρική    έγκριση    της    σλαβικής    ως λειτουργικής γλώσσας  από τον Απόστολο των εθνών και της ακροβυστίας.

Στο  διάστημα της παραμονής τους στη Ρώμη, ο Κωνσταντίνος αρρωσταίνει   βαριά. Προαισθάνεται  το  τέλος του  και  ζητά    να    πεθάνει ως    μοναχός.   Κείρεται  μοναχός   και   ονομάζεται   Κύριλλος.  Στις  4 Φεβρουαρίου  του   869  μ.Χ.  ο  πύρινος  ιεραπόστολος,  που  άναψε   την φωτιά  της  πίστεως  και του  πολιτισμού  στο  σλαβικό  κόσμο,    κοιμήθηκε με    ειρήνη.    Ο    Μεθόδιος   θέλει   να    μεταφέρει   το   σκήνωμά   του   στη Θεσσαλονίκη,  αλλά    ο   Πάπας    Ανδριανός    δεν    το    επιτρέπει    και    τον  θάβει    στο  ναό  του  Αγίου   Κλήμεντος,  όπου μέχρι  και  σήμερα    δείχνεται  ο   τάφος    του.

Στη  συνέχεια,  ο  Μεθόδιος  χειροτονείται  από  τον  Πάπα    Αρχιεπίσκοπος Σιρμίου,   για   να   εγκατασταθεί   στην   Παννονία.   Η  Ρώμη   επιδέξια οικειοποιείται το ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας    Κωνσταντινουπόλεως.

Η    ζωή    όμως   του   Μεθοδίου,   ως  Αρχιεπισκόπου,   περιπλέκεται   στους ανταγωνισμούς των Λατίνων και των Φράγκων Επισκόπων, στις δολοπλοκίες  των  ηγεμόνων  και  των  αρχόντων  και  γίνεται    μαρτυρική.  Τον  φυλακίζουν   δυόμιση   χρόνια  σε  μοναστήρι  του  Μέλανος  Δρυμού  και   μόλις   το   873  μ.Χ.  ο  Πάπας  Ιωάννης  Η’   τον    ελευθερώνει    και    τον  αποκαθιστά.  Η    λατρεία   όμως    στα   σλαβονικά   απαγορεύεται   και   μόνο   το κήρυγμα  επιτρέπεται.   Το   885  μ.Χ.,  στη  Μοραβία,  ο  Μεθόδιος παραδίδει το  πνεύμα του μέσα σε ένα κλίμα αντιδράσεων και ραδιουργιών. Είχε όμως προετοιμάσει   διακόσιους   νέους   ιεραποστόλους. Αυτοί ξεχύθηκαν στην   Ανατολική   Ευρώπη,   διέδωσαν   και    στερέωσαν    την  Ορθοδοξία   στα   σλαβικά   Έθνη.  Ήταν  τέτοια  δε  η   δύναμη  και  το  ρίζωμα  του  έργου  τους,   ώστε    ούτε    η   λαίλαπα   της   Ουνίας   του   6ου   αιώνος μ.Χ.    κατόρθωσε   να   εξανεμίσει  το   θεολογικό   και    πολιτισμικό   έργο   των δύο     Ισαποστόλων   αδελφών,    του   Κυρίλλου    και   του    Μεθοδίου.

Κατά  την  εξόδιο  ακολουθία  του  Αγίου    Μεθοδίου    αναρίθμητος    λαός,  αφού   συγκεντρώθηκε,   τον   συνόδευσε   με   λαμπάδες   και   θρήνησε τον αγαθό   διδάσκαλο   και   ποιμένα.   Άνδρες   και  γυναίκες, μικροί    και   μεγάλοι, πλούσιοι   και  φτωχοί,  ελεύθεροι  και  δούλοι,  χήρες    και    ορφανά,   ξένοι  και    ντόπιοι,   ασθενείς    και    υγιείς,    όλοι    τον    συνόδευσαν,  γιατί    έδινε    τα  πάντα    σε    όλους,   για    να    τους   κερδίσει.

Η  ιεραποστολική πορεία  τους, παρά τατόσα  θρησκευτικά  και  πολιτιστικά   επιτεύγματά   της   για    ολόκληρο    το    Βορρά,   δεν    μας    είναι γνωστή     από    τους   Βυζαντινούς.   Άν    και  εργάσθηκαν  όσο  λίγοι    για    την  δόξα  της  Ορθοδοξίας, άργησαν  οι  Ελληνόφωνες   Ορθόδοξες   Εκκλησίες να  τους  περιλάβουν  στον   κατάλογο  των    εκλεκτών    του    Θεού   Αγίων.  Τη  ζωή  και  τη  δράση  τους  τη   μαθαίνουμε   από   σλαβικές    και   λατινικές πηγές   και   από    δύο   παλαιοσλαβονικές   βιογραφίες.

Οι   δύο   Άγιοι    ανεδείχθησαν   άξιοι   μιμητές    του   Αποστόλου   Παύλου   σε πολλούς  τομείς  του   βίου και  της  δράσεώς  τους.  Κατ’  αρχάς  εντάσσονται    μέσα  στο  σχέδιο  της  Θείας  Οικονομίας. Και  μετά  την  έλευση    του    Κυρίου    μας   Ιησού   Χριστού   στη   γη   η   Θεία   Οικονομία εκφράζεται  κατά  τον    καλύτερο   τρόπο   με  τη  φράση    του   Αποστόλου Παύλου    «ός   πάντας  ανθρώπους  θέλει   σωθήναι   και  εις  επίγνωσιν  αληθείας    ελθείν»,    την    οποία    επαναλαμβάνει    ο   βιογράφος   του   Αγίου Μεθοδίου, τον  οποίο  ο  Θεός  ανέστησε    ως    διδάσκαλο   στους    καιρούς  του    χάριν  του    Σλαβικού    γένους,  για    το    οποίο    ποτέ   κανείς   ποτέ   δεν   είχε   ενδιαφερθεί.    
Ο  Άγιος Μεθόδιος μιμήθηκε τον  Απόστολο    Παύλο    στην    περιφρόνηση  των   κινδύνων,   ιδίως   στα   ταξίδια   και   τις   περιπλανήσεις   του.   Γι’ αυτό    και    ο βιογράφος   του   σημειώνει   ότι   σε  όλα  τα  ταξίδια  του  ο   Μεθόδιος περιέπεσε   σε   πολλούς    κινδύνους,   που   προκλήθηκαν   από   τον   κακό   εχθρό (το   διάβολο).   Κινδύνευσε στις  ερήμους    από    τους  ληστές,  στη   θάλασσα  από  τρικυμίες, στα ποτάμια  από  θανάσιμους  κινδύνους  και  έτσι  εκπληρώθηκε  σε  αυτόν    ο   λόγος   του   Αποστόλου:   «Κινδύνοις  ληστών,  κινδύνοις  εν  θαλάσση,  κινδύνοις    ποταμών,   κινδύνοις   εν   ψευδαδέλφοις,   εν κόπω    και   μόχθω,   εν   αγρυπνίαις   πολλάκις,   εν   λιμώ   και    δίψη»  και  σε  όλα  τα  παθήματα,  τα   μνημονευόμενα    από    τον    Απόστολο.  Και   οφείλουμε  να  υπογραμμίσουμε  ότι   στο σχόλιο  αυτό δεν  υπάρχει  κάτι  το  υπερβολικό,  άν  αναλογισθούμε  τα    ταξίδια   του  στην   Κριμαία,  τη  Χαζαρία    και  τη   χώρα    των   Φούλλων,   τη   μετάβασή   του    στη   Μοραβία,   το ταξίδι   στη   Ρώμη   μέσῳ   Παννονίας   και   Βενετίας,  την  επιστροφὴ   στην  Παννονία   και  τη   Μοραβία,    τη    σύλληψή    του    από    τους   Φράγκους,  τη δίκη και καταδίκη του, τη φυλάκισή του επί δυόμισι έτη,  την  απελευθέρωσή   του,    τις   συκοφαντίες  σε  βάρος  του,  τη  μετάβασή  του  στη    Ρώμη    και    την  Κωνσταντινούπολη.



Απολυτίκιον.   Ήχος   πλ. α’.  Τον   συνάναρχον   Λόγον.          
Αποστόλων τον ζήλον  επιδειξάμενοι, επί τας χώρας των Σλάβων Ευαγγελίου  το  φως, διηυγάσατε   λαμπρώς   θείω    κηρύγματι,   Θεσσαλονίκης οι   βλαστοί,    και    αστέρες   φαεινοί,   Μεθόδιε   συν   Κυρίλλω,   αυτάδελφοι θεηγόροι,    Εκκλησιών    η   σεμνοπρέπεια.



Κοντάκιον.   Ήχος    δ’.   Ο   υψωθείς   εν   τω   Σταυρώ.  
Εξ   εύκλεούς  αναβλαστήσαντες   ρίζης,   και   εν   απάση   παιδευθέντες    σοφία, Θεσσαλονίκης   φοίνικες   οι  πάγκαρποι,  ο   θεόφρων   Κύριλλος,  και    Μεθόδιος άμα,  ώφθησαν   ομότροποι,  των  σοφών  Αποστόλων,  και  τας  των Σλάβων   χώρας    αληθώς,   θεογνωσίας    φωτί   κατεφώτισαν.



Μεγαλυνάριον.
Χαίροις   αυταδέλφων  η   ξυνωρίς,  Κύριλλε  τρισμάκαρ,   και   Μεθόδιε   ιερέ,  της   Θεσσαλονίκης,   βλαστοί   οι   θεοφόροι,   και   φωτισταί   των   Σλάβων   οι ενθεώτατοι.

 

Saints Cyril and Methodius the Slavs and Enlighteners of the Slavs

 

 

Saints Cyril and Methodius, according to Constantine and Michael, were descendants of Leo the dragon - military commander and were born in Thessaloniki. They had five other brothers. Constantine was the youngest and had great care for the letters. As a child, he had read the works of St. Gregory the Theologian and had written an anthem in his honor. His charisma was noticed by the logician Theoktistos and he was sent to the school of Magnavra, where under the guidance of Leo the Mathematician and the holy Photius he studied basic philosophy. He excelled in his studies and was initially appointed a clerk (secretary) of the Patriarchate and later a professor of philosophy at the Magnavra School.

Michael followed in their father's career. He became a soldier and took command of the Strimonos springs area, that is, the present-day border of Bulgaria and Serbia, where he knew the Slavs well. Despite the successful careers of both brothers, their zeal for spiritual life was deeply touched. They had a monastic incline, but they believed in the witnessing of their incline to save other souls.

The 9th century AD, when the Saints shone, is a great Byzantine era. It is characterized by a boom in civilian and military power and a boom in the economy, in letters, in the arts. The Church of the East is being rebuilt after the tragedy of iconoclasm. The problem of iconoclasm, that the nature of God, the divine and the human, can be virtually represented, has been resolved. But the rifts from the ecclesiastical and political conflicts between the West and the East are deepening. Global interests, competitions for spiritual and political power disrupt the hitherto unified Christian Universe in two parallel worlds, the Byzantine and the Frankish. The differences are evident in the mid-9th century AD, when the issue of Christianity of the Slavs of the West arose. In this dispute the two Thessaloniki brothers are involved.

At first Constantine develops a missionary work among the Turkish tribe of the Khazars. However, the great opportunity is given in the summer of 862 AD, when he arrives at Constantinople's embassy of the leader of the Moravian Rastislavos, whose nation lived from Bohemia to the Carpathians and the Danube. Rastislavos asks Emperor Michael a Bishop and teacher to teach them the true faith in their own language and to bring others to Christ. Many had been baptized, but the Latin baptized missionaries were ignorant of Christianity as well as the baptized, since the Latins, consistent with their tradition, imposed on them the knowledge of the Gospel in Latin and worship again in Latin, they were ignorant.

Emperor Michael invites the philosopher Constantine to undertake this mission to the Moravians. The work is accepted by Constantine on the condition of writing in the Moravian language. After studies he creates the so-called Gagolitic (not the Cyrillic) alphabet and begins translating the Gospel and the Byzantine Liturgy, as well as other books.

In the spring of 863 AD, Constantine takes his brother Michael, who had become a monk by the name of Methodius, and arrives at the court of Rastislavos. Their work lasts three years. They made great translations, introduced the Byzantine tradition of the Great Church in Moravia. They opened the cultural horizons of the evangelical people. They became his true lights. Starting with the principle that every people has the right to worship God in their mother tongue, the holy brothers set up a written Slavic language, translated functional books into that language, established Slavic as a functional language, wrote original works and made original works students for staffing the local Church with deacons and seniors, excellent knowledge of the functional Paleo-Slavic language.

This infiltration, however, annoyed the Franks and Rome, who began to undermine their missionary work.

Their position, as well as that of their associates of monks, became difficult when Basil II took over the city, re-establishing the throne of Constantinople as Patriarch of Ignatius and reconnecting Byzantium with the Church of Rome. In 866 AD and the Bulgarians had joined Rome. Thus the mission was isolated from its roots and forced to reconcile with the Latins.

In the beginning of 868 AD, Constantine and Methodius arrive in Rome to trim the sacred relics of the missionary Clement who had testified in the land of the Khazars. They are trying to settle their differences with the Latin missionaries before Pope Andrian II. The education and piety of the two brothers shocked the Roman clergy. The Pope acknowledged their work solemnly, but sought to disconnect it from the Church of Constantinople and associate it. Pope Andrianos received the Slavic books from the missionaries, blessed them, deposited them in the church of St. Mary, the so-called Fatni, and performed the Divine Liturgy with them. At this point it should be emphasized that the Pope deposited the Slavic books in the Holy Bank and offered them as a tribute to God. He even instructed two bishops, Formozo and Godriche, to ordain the disciples of Saint Cyril and Methodius, the future Slavic clergy in their native language. And after that, they were permitted, by the newly ordained clergy, to perform the Divine Liturgy in the churches of St. Peter, St. Peter and St. Andrew.

The Pope further condemned the faithful who were opposed to the functional use of the Slavic language and called them Pilateans and Trilinguals. He even obliged a Bishop, who was a follower of Trilingualism, to ordain three priests and two readers from the Slavic disciples of the two Holy Brothers.

And the crown of the functional feast of Slavism was associated with the Apostle of the nations Paul. Slavic disciples - clergymen were operating at night on the tomb of the great teacher of the nations, Paul. They even had Bishop Arsenios, one of the seven bishops of the Pope, and Anastasios the Librarian as their co-operatives. This act was not accidental. It was symbolic. He linked and paralleled the work of Saints Cyril and Methodius with Paul's missionary labors. It should be noted that the temple of the Apostle Paul was outside the city walls. And so the transition and the liturgy to this Slavist, and even to the Apostle's tomb, was not a routine act, which was merely intended to perform certain functions in the Slavic language. It was the solemn adoption of the Slavic language as a functional language by the Apostle of the nations and acrobatics.

During their stay in Rome, Constantine became seriously ill. He realizes his end and demands to die as a monk. He is a monk and is called Cyril. On February 4, 869 AD the fiery missionary, who lit the fire of faith and culture in the Slavic world, slept in peace. Methodius wants to take his scene to Thessaloniki, but Pope Andrianos does not allow it and buries it in the church of St. Clement, where his tomb is still displayed today.

Then, Methodius is ordained by Pope Archbishop of Sirmiou to settle in Pannonia. Rome is skilfully acquainted with the missionary work of the Church of Constantinople.

However, Methodius's life as Archbishop is complicated by the rivalries of the Latin and Franciscan bishops, the intrigues of the rulers and the nobles, and is witnessed. He was imprisoned for two and a half years in a monastery in the Black Forest and only in 873 AD. Pope John I liberates him and restores him. However, worship in Slavonic is prohibited and only preaching is allowed. In 885 AD, in Moravia, Methodius delivers his spirit in a climate of reactions and intrigues. But he had prepared two hundred new missionaries. They poured into Eastern Europe, spreading and fixing Orthodoxy on the Slavic Nations. Such was the power and the rhythm of their work that not even the glee of Unia in the 6th century AD. managed to exterminate the theological and cultural work of the two Isapostol brothers, Cyril and Methodius.

During the exile of St. Methodius, a countless people, having gathered, accompanied him with candles and mourned the good teacher and shepherd. Men and women, young and old, rich and poor, free and slaves, widows and orphans, foreigners and locals, sick and healthy, all accompanied him, because he gave everything to everyone, in order to win them over.

Their missionary course, despite its religious and cultural achievements throughout the North, is unknown to us by the Byzantines. Although few have worked for the glory of Orthodoxy, the Greek-speaking Orthodox Churches have been late to include them in the list of God's chosen saints. We learn about their lives and their actions from Slavic and Latin sources and from two early Slavic biographies.

The two Saints proved to be worthy imitators of the Apostle Paul in many areas of their life and activity. First they are incorporated into the plan of the Divine Economy. And after the coming of our Lord Jesus Christ to the earth, the Divine Economy is best expressed in the phrase of the Apostle Paul, "all men want to be saved and in the knowledge of a true future", which is repeated by the biographer of St. Matthew. God resurrected as a teacher in his time for the sake of the Slavic gender, for which no one had ever been interested.

Saint Methodius imitated the Apostle Paul in disregarding the dangers, especially in his travels and wanderings. That is why his biographer notes that in all his travels Methodius encountered many dangers caused by the evil enemy (the devil). He endangered the deserts of the robbers, the sea of ​​storms, the rivers of deadly dangers, and thus fulfilled in this the Apostle's discourse: "Robbers' dangers, dangers at sea, dangers of rivers, dangers of misery, misery , in port and thirst "and in all the passages mentioned by the Apostle. And we must underline that there is nothing exaggerated in this commentary, considering his travels to Crimea, Khazaria and the country of Fools, his journey to Moravia, his journey to Rome between Pannonia and Venice, his return to Pannonia and Moravia, his arrest by the Franks, his trial and conviction, his imprisonment for two and a half years, his release, the slander against him, his move to Rome and Constantinople.

 

 

Absolutely. Sound a'. Co-captain Logon.

Apostles, zealously displayed, in the land of the Slavs the Gospel of light, you have magnificently preached sulfur, the shoots of Thessalonica, and the stars of light, Methodius plus Cyril, self-professed churchgoers, churchmen, or seminarians.

 

 

It's close. Sound d. The Highest in the Cross.

From the well-rooted, well-educated rooted wisdoms, and the wisdom-trained, palm-trees of Thessaloniki, the pangs, the godly Cyril, and Methodius as well, made homelands of the wise Apostles, and the Slavs of the land, truly theologians.

 

 

Magnificent.

Happy brethren, the Xenoris, Cyril Trimacar, and Methodius the priest of Thessaloniki, the divine shoots, and the Slavs' luminaries are the insiders.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου