Ο Όσιος Σεραφείμ υπήρξε
σπουδαίος
ανάμεσα στους ασκητές και διέλαμψε
μέσω των θαυμάτων του. Πατρίδα του είχε
το αποκαλούμενο σήμερα
Ζέλι,
χωριό μικρό,
υποκείμενο στη χώρα του Ταλάντου
της Βοιωτίας.
Οι γονείς
του ήταν ευσεβείς και ενάρετοι.
Ενώ ακόμη ήταν βρέφος και δεν ήταν
δυνατόν να διακρίνει
τις μέρες,
όμως το Πανάγιο Πνεύμα γνωρίζοντας από
πριν τη μελλοντική
πνευματική προκοπή του το φώτιζε και το δίδασκε ότι η Τετάρτη
και η Παρασκευή είναι ημέρες
των Παθών του Κυρίου, γι’
αυτό και έμενε νηστικό,
όπως η ίδια η μητέρα
του έλεγε στους γείτονες.
Μόνο κατά
την
δύση του ηλίου, επειδή
δεν μπορούσε
να αντέξει
περισσότερο να νηστεύει,
θήλαζε λίγο και κοιμόταν.
Όταν έφθασε στην
παιδική ηλικία, τότε οι
γονείς του τον
παρέδωσαν στον εφημέριο
του χωριού
να μάθει
τα ιερά
γράμματα. Ο νέος
ένιωσε μέγα έρωτα
προς τα ιερά γράμματα, μελετούσε με
πολύ ζήλο και
μάθαινε όσα του
υπεδείκνυε ο δάσκαλος.
Τον χαρακτήριζαν
στοιχεία όπως
η
προσοχή στο σχολείο,
η
ταπεινοφροσύνη προς τους μαθητές, η άκρα ταπείνωση
και υποταγή προς τους γονείς, η σεμνότητα
και η υποδειγματική διαγωγή
προς όλους τους ανθρώπους. Όσο μεγάλωνε ο Όσιος, αύξανε περισσότερο
ο
ζήλος του και μέσα στην
ανάγνωση των Αγίων
Γραφών εύρισκε μεγάλη πνευματική ευφροσύνη.
Γι’ αυτό, άν και ήταν
νέος στην ηλικία καμία
άλλη ευχαρίστηση δεν αισθανόταν παρά
μόνο πως θα απομακρυνθεί
από τον κόσμο,
για να υπηρετήσει ανενόχλητα
τον Δημιουργό μας και τον Πλάστη, μιμούμενος τα Σεραφίμ
και τις χορείες των Οσίων.
Αυτά λοιπόν
σκεπτόμενος, αποφάσισε να εγκαταλείψει γονείς, πατρίδα, συγγενείς και φίλους, να πάει στο μοναστήρι και εκεί να
ενδυθεί
το μοναχικό σχήμα και να
αφιερωθεί, ψυχή τε και σώματι,
στον Θεό και
κατ’ αυτόν τον τρόπο
να κορέσει την
πνευματική δίψα που
αισθανόταν. Μία λοιπόν
ημέρα ζητεί από τους γονείς του την ευλογία τους
και τους παρακαλεί
με δάκρυα να συγκατατεθούν
και να τον συνοδεύσουν με την
ευχή
τους στο νέο
αυτό στάδιο,
το μοναχικό, που αγάπησε από παιδική
ηλικία.
Οι ευσεβείς και ενάρετοι
γονείς χάρηκαν
μεν για την ευσέβεια
και την τέλεια αφοσίωση του παιδιού,
λυπήθηκαν όμως πολύ, γιατί η απομάκρυνση του αγαπημένου
τους παιδιού θα προξενούσε τόσο σε αυτούς όσο και στο χωριό
μεγάλη κατήφεια. Προσπαθούσαν λοιπόν να τον αποτρέψουν
με συγκινητικά
λόγια ζητώντας του να
τους γηροκομήσει πρώτα
και μετά να
ακολουθήσει την κλίση του.
Ο νεαρός
Σωτήριος, γιατί έτσι ονομαζόταν
ο Άγιος, παρόλη την συντριβή που αισθάνθηκε
έμεινε αμετάβλητος στην απόφασή
του. Ρίχνεται λοιπόν
στην
αγκαλιά τους,
ασπάζεται την δεξιά τους και αποχωρεί για κάποιο
μονύδριο, στο
οποίο τιμόταν
ο Προφήτης
Ηλίας και απέχει μία ώρα από το χωριό Ζέλι στο όρος Κάρκαρα.
Εκεί κάπου
κοντά στο όρος αναγείρει
μικρό ναό στο όνομα του Σωτήρος μέσα σε
κάποιο σπήλαιο,
του οποίου
ίχνη φαίνονται μέχρι
σήμερα και οι κάτοικοι των γύρω χωριών ονομάζουν ασκητήριο
του Οσίου Σεραφείμ, ενώ στα
πέριξ αυτού υπάρχει
άλλος ναός προς τιμήν της Υπεραγίας
Θεοτόκου και κάποια κελλιά,
τα οποία, όπως λένε
οι Γέροντες, ανήγειραν οι κάτοικοι της
Ελάτειας σε καιρό
λοιμικής νόσου. Εκεί
λοιπόν ο Όσιος παρέμεινε αρκετό
χρόνο αγωνιζόμενος
με αγρυπνίες και δεήσεις
ως καλός εργάτης του μυστικού αμπελώνος του Κυρίου.
Επειδή όμως την πνευματική του ησυχία τάραζαν
οι συχνές
επισκέψεις των γονέων,
των φίλων και
των συγγενών, αναχωρεί
για το γειτονικό
ιερό μοναστήρι των
Αγίων Αναργύρων. Μετά
τις συνεχιζόμενες ενοχλήσεις αναχωρεί
και από εκεί
για το Σαγμάτιο
όρος, στην κορυφή του οποίου
υπάρχει μοναστήρι αφιερωμένο
στη Μεταμόρφωση
του Σωτήρος. Το μοναστήρι
αυτό βρίσκεται μεταξύ
των Θηβών και της Εύβοιας
και
κατέχει ιερό
τεμάχιο του Τιμίου και ζωοποιού
Σταυρού, που δώρισε στο μοναστήρι ο ευσεβής
αυτοκράτορας Αλέξιος ο Κομνηνός
με χρυσόβουλλο γράμμα.
Στο
μοναστήρι αυτό ο Όσιος κατετάγη
στην αγγελική
χορεία των ενάρετων
ασκητών και αγωνιζόταν
νύχτα και ημέρα με νηστείες και προσευχές, αγρυπνίες
και δάκρυα, υπακοή
και υπομονή
στις θλίψεις
και ολοκληρωτική, εν τέλει, αφοσίωση στα πνευματικά. Μέσα
σε λίγο χρονικό
διάστημα υπερέβη
όλους τους συνασκητές του στην αρετή
και στα
κατορθώματα της ασκήσεως.
Βλέποντας την αρετή και την πρόοδο
του Οσίου, ο
ηγούμενος τον έκειρε
μοναχό μετονομάζοντας τον
Σεραφείμ και μετά από λίγο τον προβίβασε
στα ανώτερα
αξιώματα, πρώτα
σε αυτό του διακόνου και
στη συνέχεια σε αυτό του πρεσβυτέρου. Το υψηλό
αξίωμα της ιεροσύνης αποδέχθηκε
ο Σεραφείμ, ενδίδοντας στις θερμές παρακλήσεις
του ηγουμένου
και των υπολοίπων μοναχών.
Έμεινε
στο
μοναστήρι για δέκα ολόκληρα χρόνια.
Καθώς η φήμη των κατορθωμάτων διαδόθηκε
πολύ γρήγορα, ζητά
από τον ηγούμενο
άδεια και αποχαιρετώντας τους συνασκητές
του
και τον πνευματοφόρο
Γερμανό, συνασκητή του Αγίου
Κλήμεντος, που άσκησε και
τελειώθηκε στο όρος Σαγματά,
αναχώρησε από το μοναστήρι για να εύρει την ποθούμενη
πνευματική ησυχία. Διανύοντας μεγάλες αποστάσεις και περνώντας
πολλά βουνά,
έφθασε τελικά στον λόφο που
βρίσκεται δυτικά του Ελικώνος, μία ώρα πάνω από την αρχαία
Βουλίδα, στην τοποθεσία
Δομπού.
Εκεί ίδρυσε μικρό ναΐσκο
στο όνομα του
Σωτήρος και ανήγειρε κάποια
κελλιά, συγκέντρωσε
λίγους μοναχούς και
μαζί τους έμεινε
δέκα χρόνια,
ασκώντας τα έργα της αρετής
και διδάσκοντας τους μαθητές
του τα σωτήρια
διδάγματα της
μοναχικής πολιτείας.
Όσο
βρισκόταν εκεί ο Όσιος
οδήγησε
πολλές ψυχές απολωλότων
ανθρώπων στη σωτηρία.
Κοντά στο ασκητήριο
του Οσίου, στην θέση που βρίσκεται σήμερα το μοναστήρι, υπήρχαν
λίγες οικογένειες αλβανικής καταγωγής με ήθος
σκληρό
και άγριο, των οποίων ο βίος ήταν λῃστρικός και επικίνδυνος
για
τους γείτονές
τους. Αυτούς τους κατοίκους
πλησίασε ο Άγιος και με λόγια
κατηχήσεως μετέβαλε τον σκληρό και άγριο τρόπο
ζωής τους. Σταμάτησαν να κλέβουν και να εκβιάζουν, έριξαν τα όπλα και ασχολήθηκαν με ειρηνικές εργασίες.
Πολλοί Χριστιανοί,
ακούγοντας για την φήμη του, προσέρχονταν
από πολλά μέρη ζητώντας και παίρνοντας
βοήθεια, καθώς τους θεράπευε
σωματικές και ψυχικές
ασθένειες. Η
μεγάλη συρροή
όμως έγινε η
αφορμή να εγκαταλείψει τους μαθητές
του και το μονύδριο μετά από δέκα χρόνια περίπου
και κατέλαβε την κορυφή
βορειο δυτικά του
Ελικώνος που απείχε δύο
ώρες από το
μονύδριο και σήμερα
αποκαλείται κελλί του
Οσίου. Στη μεμονωμένη αυτή
κορυφή άκουσε
από τον Δεσπότη
Χριστό φωνή, η οποία τον καλούσε να αφήσει την κορυφή
εκείνη και να κατέβει
σε μέρος επίπεδο, για να
κτίσει εκεί μοναστήρι,
ώστε να μπορούν
να βρίσκουν πνευματικό καταφύγιο και παρηγοριά
όλοι
όσοι είχαν ανάγκη. Ο Όσιος άκουσε αμέσως την φωνή
του Κυρίου, κατέβηκε από την κορυφή, συγκέντρωσε τους λίγους μαθητές
του, που
είχε κάποτε αφήσει,
όταν απομακρύνθηκε από
αυτούς, για να βρει
την
πνευματική του ησυχία,
και άρχισε
να κτίζει
μοναστήρι. Λόγω όμως της τραχύτητας
του εδάφους και της ανήλιαγης θέσεως που επέλεξε
ο Όσιος για να το κτίσει,
εμφανίζεται σε αυτόν η Υπεραγία Θεοτόκος και τον
διατάζει να αφήσει
αυτή την οικοδομή ως ακατάλληλη για τις ανάγκες των μεταγενέστερων και να κτίσει άλλο στην θέση εκείνη που υπάρχει το
χωριό Δομπός. Ο
Όσιος εκπληρώνοντας
την διαταγή της Θεοτόκου, έρχεται στο χωριό
και πείθει
τους
κατοίκους να αφήσουν τις
καλύβες τους και τον τόπο
τους και να
αποικήσουν σε άλλο μέρος,
αφού λάβουν το αντίτιμο
της ιδιοκτησίας τους.
Μετά την αγορά της τοποθεσίας αυτής
των
Δομποϊτών, μετέβη ο
Όσιος στην Κωνσταντινούπολη και
αφού έλαβε την
άδεια από τον
Πατριάρχη, η οποία σῴζεται μέχρι
σήμερα, άρχισε
να ανεγείρει ναό
σταυροπηγιακό στο όνομα του
Σωτήρος μας Ιησού
Χριστού και
μοναστήρι, σύμφωνα
με την διαταγή
που έλαβε από την
Θεοτόκο. Αλλά ο μισόκαλος
διάβολος θέλοντας
να ματαιώσει το θεάρεστο
αυτό έργο, σπείρει ζιζάνια στις καρδιές κάποιων ανθρώπων και τους
οδηγεί
να τον διαβάλουν ως άνθρωπο ραδιούργο και απατεώνα
στον αλλόθρησκο άρχοντα της Λιβαδειάς,
λέγοντας ότι κάποιος
ραδιούργος καλόγηρος έπεισε
με πονηρό τρόπο
και απομάκρυνε τους
κατοίκους από τὴν ιδιοκτησία τους αντί ευτελέστατης χρηματικής
αποζημιώσεως. Μόλις άκουσε
ο άρχοντας εξεμάνη
κατά του Οσίου και έστειλε τρεις Τούρκους
στρατιώτες να οδηγήσουν αυτόν δεμένο στη Λιβαδειά, για να λάβει την πρέπουσα τιμωρία. Αφού έφθασαν
λοιπόν οι απεσταλμένοι στρατιώτες από τη Λιβαδειά στο μέρος στο οποίο εργαζόταν
ο Όσιος, τον έβρισαν χυδαία και του κατάφεραν
στο κεφάλι μεγάλο
κτύπημα, εξαιτίας
του οποίου έμεινε ημιθανής.
Με το κτύπημα
σχίσθηκε το κεφάλι του σε μεγάλο
μέρος, όπως φαίνεται
το σημείο σήμερα επάνω
στην αγία Κάρα.
Αφού ο Όσιος συνήλθε λίγο τον έδεσαν και αναχώρησαν μαζί
του για τη Λιβαδειά, εκπληρώνοντας την διαταγή
του αρχηγού
τους. Καθ’ οδόν, επειδή η τοποθεσία ήταν
άνυδρη, οι στρατιώτες, αφού δίψασαν και δεν βρήκαν νερό, επιτέθηκαν πάλι εναντίον του και απειλούσαν να τον φονεύσουν, γιατί εξαιτίας αυτού υπέφεραν δίψα
και κόπους και κινδύνευαν να πεθάνουν
στην άνυδρο αυτή έρημο. Αλλά ο Όσιος, άν και ήταν
καταβεβλημένος από τον δριμύ
πόνο και τις
κακώσεις και υπέφερε
υπερβολικά από την
πληγή, την οποία του δημιούργησαν
οι άσπλαχνοι αυτοί στρατιώτες, δεν αγανάκτησε εναντίον αυτών, δεν μνησικάκησε
για την σκληρότητα και την απανθρωπιά. Ζήτησε λοιπόν άδεια από τους Τούρκους να προσευχηθεί
στον Θεό, έλαβε
την άδεια,
ελευθερώθηκε από τα δεσμά, γονάτισε
και προσευχήθηκε στον
Κύριο, για να εξάγει νερό από εκείνο
το σκληρό τόπο.
Μετά
την προσευχή,
κτύπησε την ράβδο του στον τόπο
εκείνο στον οποίο
έχυσε πηγές δακρύων,
και ω του θαύματος!
εξήλθε νερό γλυκό και διαυγές,
το οποίο αναβλύζει μέχρι σήμερα και από το
οποίο όλοι οι διαβάτες πίνοντας δοξάζουν τον Θεό, ενθυμούμενοι το
εξαίσιο θαύμα.
Αφού οι
Τούρκοι ήπιαν από
το νερό αυτό και κατέσβησαν
τη δίψα τους, ξεκίνησαν
πάλι την οδοιπορία τους, δείχνοντας
σεβασμό στον Όσιο και μετάνοια για όσα
κακά
προξένησαν σε αυτόν, γιατί από το θαύμα
πείσθηκαν ότι ο συνοδός τους δεν ήταν τέτοιος που κατηγορούσαν. Την πεποίθηση αυτή
την επιβεβαίωσε και άλλο θαύμα του Αγίου: κατά την διαδρομή πετούσαν άγρια
περιστέρια, τα οποία οι Τούρκοι ήθελαν
να σκοτώσουν
πυροβολώντας τα. Αλλά ,
άν και
πολλά όπλα άδειασαν εναντίον
τους, δεν σκότωσαν κανένα περιστέρι. Τότε ο Όσιος είπε σε αυτούς να σταματήσουν να πυροβολούν και αυτός θα μπορέσει να δώσει σε αυτούς ζωντανά
τα περιστέρια. Πράγματι, προσευχήθηκε, άπλωσε
τα χέρια και έπιασε
τρία περιστέρια, δίνοντας ένα σε κάθε
Τούρκο. Οι Τούρκοι
βλέποντας αυτό
το θαύμα εξεπλάγησαν
και άφησαν τον Όσιο ελεύθερο να πάει στο έργο του και
να κάνει ότι
θέλει και ότι τoν
διατάξει o Θεός. Ο Όσιος
Σεραφείμ πήγε στη
μονή
και βρήκε τους μαθητές
του να είναι
απαρηγόρητοι εξαιτίας την απώλειας
του διδασκάλου
και προστάτη
τους. Τους
ενθάρρυνε λέγοντας ότι είναι θέλημα
Θεού να ολοκληρώσουν το έργο που
ξεκίνησαν και τους προέτρεψε
να δοξάσουν τον Θεό.
Σε σύντομο
λοιπόν χρονικό διάστημα
το έργο τελείωσε,
η φήμη του
Οσίου εξαπλώθηκε ταχύτατα στην
περιοχή, ώστε η
άγονη και τραχεία έρημος του Δομπού έγινε πόλη μουσόφιλη
και εύανδρη, καθώς
συνέρρευσαν άνδρες αρετής
και παιδείας. Τόσο μεγάλη
ήταν η
συρροή στο μοναστήρι
του Οσίου Σεραφείμ όσων ποθούσαν
τη μοναδική πολιτεία και την
άσκηση των πνευματικών αγώνων,
ώστε το
μοναστήρι ήταν ανεπαρκές
για τον αριθμό των επισκεπτών
και των πνευματικά ανήσυχων. Αποχωρούσαν λοιπόν από
τη μονή και έμεναν
στην έρημο συγγράφοντας
και εξασκώντας τους κανόνες
της μοναδικής πολιτείας.
Μετά
την παρέλευση τριών
ετών, έφθασε ο καιρός
κατά τον οποίο ο Όσιος
Σεραφείμ έμελλε
να εγκαταλείψει
τον κόσμο αυτό και να
αποχωρήσει για την ουράνια πατρίδα,
με σκοπό να λάβει από τον
Θεό την αμοιβή των διηνεκών
κόπων του, τους
οποίους κατέβαλε στην
γη για δοξολογία
του θείου Αυτού
Ονόματος. Όταν προείδε
τον χρόνο της τελειώσεως του
βίου του, κάλεσε
τους αγαπημένους
του
μαθητές και με γλυκιά φωνή τους έδωσε συμβουλές να μην
ξεχνούν τα διδάγματά του, να μην εγκαταλείψουν
τον πνευματικό
αγώνα, την προσευχή αλλά και την ταπεινοφροσύνη και
την ολιγάρκεια, μιμούμενοι τον Σωτήρα Χριστό
που ταπεινώθηκε επάνω στον Σταυρό για την σωτηρία των ανθρώπων.
Τους ζήτησε μάλιστα να τον
ενταφιάσουν στο παλαιό
μοναστήρι που του είχε αποκαλυφθεί η Υπεραγία
Θεοτόκος, για
να μείνει άγνωστη η τοποθεσία της ταφής και να μην
συρρέει κόσμος. Μετά τα λόγια αυτά προσευχήθηκε
για
τελευταία φορά στον
Θεό, ευλόγησε
τους πολλούς
μαθητές του
και παρέδωσε το πνεύμα
του
προς τον Θεό και Πλάστη, τον Οποίο πόθησε
από την βρεφική ηλικία και ακολούθησε με αυταπάρνηση.
Μετά την κοίμηση
του
Οσίου παρέλαβαν με
ευλάβεια οι μαθητές του το καταπονημένο από την άσκηση σώμα και το μετέφεραν
στον τόπο,
που υπέδειξε ο Όσιος, όσο ζούσε. Εκεί κάποιος
μοναχός ταγμένος
από την αδελφότητα
φύλαγε για δύο
ολόκληρα χρόνια τον
θείο αυτό θησαυρό, γιὰ να
μην συληθεί από
κανέναν ιερόσυλο, φόβος
που οδήγησε στην ταχεία ανακομιδή
των λειψάνων του. Γιατί και κάτω από
την γη ο Κύριος δεν άφησε τον Όσιο χωρίς μαρτυρία,
καθώς θείο φως από τον
ουρανό φώτιζε τον τάφο του και
οδηγούσε πολλούς ευσεβείς Χριστιανούς,
οι οποίοι έπεφταν
στον τάφο και ζητούσαν
την βοήθεια του Oσίου.
Μετά
την συμπλήρωση
δύο χρόνων, έγινε η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Οσίου Σεραφείμ που
ανέβλυζαν ευωδία και μεταφέρθηκαν
από
το παλαιό
μοναστήρι στο διατηρούμενο
τώρα μοναστήρι και κατατέθηκαν μέσα στον
ιερό ναό ως κειμήλιο
ιερό και
θησαυρός αδάπανος του μοναστηριού,
το οποίο ίδρυσε
ο Όσιος με πολλούς κόπους
και μόχθους προς δόξαν Θεού
και
ψυχική ωφέλεια των Χριστιανών.
Ο Άγιος
κοιμήθηκε σε ηλικία εβδομήντα πέντε ετών το
1602, κατά την ημέρα
της Μεσοπεντηκοστής και ώρα 6η της μεσημβρίας.
Απολυτίκιον. Ήχος γ’.
Θείας πίστεως.
Θείον
βλάστημα, της Βοιωτίας, έμπνουν όργανον, της εγκρατείας, ανεδείχθης Σεραφείμ αξιάγαστε· συ γαρ Οσίων βαδίσας
τοις ίχνεσιν, αρτιφανώς εν τω
κόσμω εξέλαμψας· Πάτερ Όσιε,
Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το
μέγα έλεος.
Κοντάκιον. Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.
Εν τοις ρείθροις
Άγιε πικράς
θαλάσσης, τον Σταυρόν αψάμενος, ταύτην εγλύκανας
σοφέ, και τους διψώντας επότισας, ω Σεραφείμ ως
θεράπων του Κτίσαντος.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Βοιωτίας θείος βλαστός, και των Μοναζόντων, γνώμων
έμπρακτος αληθώς· χαίροις της Ελλάδος,
αγλάϊσμα και κλέος,
Οσίων
η προσθήκη, Σεραφείμ
Όσιε.
Saint Seraphim
Saint Seraphim was a great
figure among the ascetics and he was extolled through his miracles. His home
was today called Zeli, a small village, native to the country of Talent in
Boeotia. His parents were kind and virtuous. While still an infant and unable
to discern the days, yet the Holy Spirit knowing in advance of his future
spiritual growth enlightened him and taught him that Wednesday and Friday are
days of the Passion of the Lord, so he stayed fast, as his own mother used to
say to her neighbors. Only at sundown, because she could no longer afford to
fast, did she breastfeed for a while and sleep.
When he arrived as a child,
his parents handed him over to the village pastor to learn the sacred letters.
The young man had a great love for the holy letters, he studied diligently and
learned what his teacher instructed him to do. He was characterized by such
things as attention to school, humility to students, extreme humiliation and
submission to parents, modesty and exemplary conduct to all people. As the
Saint grew older, his zeal increased, and in the reading of the Bible he found
great spiritual joy. So, though he was young at the age of no pleasure, he only
felt that he would depart from the world to serve our Creator and the Creator
uninterruptedly, imitating the Seraphim and the dances of the Saints.
So thinking about it, he
decided to leave his parents, homeland, relatives and friends, go to the
monastery and dress the lonely figure there and dedicate himself, spiritually
and physically, to God and thereby saturate the spiritual thirst he was feeling
. So one day he asks his parents for their blessing and implores them with
tears to consent and accompany him in this new stage, the lonely one he has
loved since childhood. The pious and virtuous parents were happy for the
child's piety and devotion, but were greatly saddened because the removal of
their beloved child would cause great distress to both them and the village. So
they tried to prevent him in moving words by asking him to nurse them first and
then to follow his slope.
The young Sotirios, for
this is how the Saint was called, despite the crash he felt remained unchanged
in his decision. So he jumps into their arms, embraces their right and leaves
for a monastery, where Prophet Elias was honored and is one hour from the
village of Zeli on Mount Karkara. There, near the mountain, he erects a small
temple in the name of the Savior in a cave, the traces of which are still
visible today, and the inhabitants of the surrounding villages call it a
monastery of St. Seraphim, and around it there is another temple in honor of
the Virgin Mary and some , which, as the Elders say, erected the inhabitants of
Elatia at a time of infectious disease. There, therefore, Saint remained for a
long time struggling with vigilance and entreaties as a good worker of the
Lord's secret vineyard. However, because of the frequent visits by parents,
friends and relatives, his spiritual tranquility leaves for the neighboring
holy monastery of Agioi Anargyroi. After the ongoing disturbances, he departs
for Mount Sagmati, on top of which there is a monastery dedicated to the
Transfiguration of the Savior. This monastery is located between Thebes and
Euboea and holds a sacred fragment of Timios and a Stavros zoo, donated by the
pious Emperor Alexios Komninos with a gold bullion.
In this monastery, Saint
was placed in the angelic dance of virtuous ascetics and struggled night and
day with fasting and prayers, vigilance and tears, obedience and patience for
sorrow, and total devotion to the spiritual. Within a short period of time, he
surpassed all his associates in the virtues and achievements of the exercise.
Seeing Hosea's virtue and progress, the abbot carried him to a monk renaming
Seraphim and shortly afterwards promoted him to the highest offices, first to
the deacon and then to the senior. Seraphim accepted the high office of
priesthood, giving in to the warm pleas of the abbot and the rest of the monks.
He stayed in the monastery
for ten whole years. As the rumors of the feats spread rapidly, he sought the
abbot's leave and bid farewell to his companions, and to the pious Germanman,
Saint Clementus, who practiced and finished at Mount Sagmata, departed from the
monastery to find the spiritual. Traveling long distances and passing many
mountains, he finally reached the hill west of Helicon, one hour above the
ancient Voulida, at the site of Dobu. There he founded a small church in the
name of the Savior and erected a cell, assembled a few monks, and stayed with
them for ten years, practicing the virtues and teaching his students the
salutary teachings of the monastic state.
While there, Saint led
many souls of apostate people to salvation. Near the Osios military base, where
the monastery stands today, there were few families of Albanian descent with a
cruel and cruel morality whose life was lustrous and dangerous for their
neighbors. These residents approached the Saint and, in words of catechism,
changed their harsh and savage lifestyles. They stopped stealing and
blackmailing, threw up their arms and engaged in peaceful work.
Many Christians, hearing
of his fame, came from many places asking for and receiving help as he cured
physical and mental illness. The great conflagration, however, led to his
students leaving the monastery after about ten years and occupying the top
northwest of Helicon, which was two hours abstinent from the monastery and is
now called Hosios' cell. At this individual peak he heard a voice from the
Despot Christ calling on him to leave that peak and descend to a level, to
build a monastery there so that all who were in need could find spiritual
refuge and consolation. Hosios immediately heard the voice of the Lord,
descended from the top, gathered the few disciples he had once left, when he
had departed from them, to find his spiritual rest, and began to build a
monastery. However, due to the roughness of the ground and the sunless position
chosen by Saint to build it, the Virgin Mary appears on it and orders him to
leave this building as unsuitable for the needs of the downtrodden and to build
another in the place where the village of Dobos. Fulfilling the order of
Theotokos, Hosios comes to the village and persuades the inhabitants to leave
their huts and their place and to settle elsewhere, after receiving the price
of their property.
After purchasing this site
of the Doboiites, Hosios went to Constantinople, and after receiving permission
from the Patriarch, who remained silent to this day, began to erect a
crucifixion temple in the name of our Savior Jesus Christ and a monastery,
according to the order he gave from Theotokos. But the half-devil, wanting to
frustrate this spectacular work, sows weeds into the hearts of some people and
leads them to make him a radioactive and deceitful man to the all-religious
lord of Livadia, saying that some of them were hired by a radio their property
in lieu of a modest financial allowance. As soon as the lord heard the rage
against Osios and sent three Turkish soldiers to lead him bound to Livadia, to
receive the appropriate punishment. So, after the soldiers from Livadia arrived
at the place where Osios was working, they found him vulgar and hit him on the
head, leaving him dead. The beating struck his head in large part, as it
appears today on St. Cara. After Osios had met a little later, they tied him up
and departed with him for Livadia, fulfilling the command of their leader. On
the way, because the location was anhydrous, the soldiers, after thirsting and
finding no water, again attacked him and threatened to kill him because they
suffered thirst and fatigue and risked dying in this arid desert. But Hosios,
though he was overwhelmed by the severe pain and injuries, and suffered greatly
from the wound inflicted upon him by these ruthless soldiers, he did not
indignantly oppose them, he did not resent the cruelty and inhumanity. So he
asked the Turks for permission to pray to God, he received permission, he was
freed from bonds, he knelt down and prayed to the Lord to draw water from that
harsh place. After the prayer, he struck his rod at the place where he poured
springs of tears, and oh the miracle! sweet and clear water came out, which is still
pouring out and from which all passers-by glorify God in remembrance of the
wonderful miracle.
After the Turks drank from
this water and quenched their thirst, they began their journey again, showing
respect for Hossein and repentance for the evil they had done to him, for they
were miraculously convinced that their companion was not the one to blame. This
belief was further confirmed by another miracle of the Saint: along the way
wild pigeons were thrown, which the Turks wanted to kill by shooting them. But,
although many weapons were fired at them, they did not kill any pigeons. Then
the Saint told them to stop firing and he could give them live pigeons. In
fact, he prayed, reached out and grabbed three doves, giving one to each Turk.
Seeing this miracle, the Turks were surprised and left the Saint free to go
about his work and do what he wanted and that God commanded him. Saint Seraphim
went to the monastery and found his students unhappy because of the loss of
their teacher and patron. He encouraged them by saying that it was God's will
for them to complete the work they started and urged them to glorify God.
Soon after the work was
completed, Osios's reputation spread rapidly in the area, making the barren and
rough desert of Dobu a city of music and manners as men of virtue and education
flocked. So large was the influx into the monastery of Hossein Seraphim that
they craved the unique state and practice of spiritual struggles, so that the
monastery was inadequate for the number of visitors and spiritually anxious. So
they left the monastery and stayed in the desert writing and practicing the
rules of the unique state.
After three years, the
time has come when Saint Seraphim was about to leave this world and leave for
his heavenly homeland in order to receive from God the reward of his perpetual
labors, which he paid to the earth for doctrine. of His divine Name. When he
awakened at the end of his life, he called his beloved students and in a sweet
voice advised them not to forget his teachings, not to abandon spiritual
struggle, prayer, but also humility and oligarchy, imitator of Christ.
humiliated on the Cross for the salvation of men. He even asked them to be
buried in the old monastery that had been discovered by His Holiness Theotokos,
so that the location of the burial site would remain unknown and people would
not flock. After these words he prayed for the last time to God, blessed many
of his disciples, and gave up his spirit to God and the Fallen, who longed for
infancy and followed with self-denial.
After the fall of Osios,
his disciples received the body fatigued by the exercise with devotion and
carried it to the place indicated by Osios as long as he lived. There a monk
from the fraternity kept this divine treasure for two whole years, in order not
to be captured by any sacred pilgrim, a fear that led to the rapid recovery of
his relics. For even beneath the earth the Lord did not leave the Saint without
testimony, as divine light from heaven illuminated his tomb and led many pious
Christians, who fell to the tomb and sought the help of Hosios.
After the completion of
two years, the holy relics of Saint Seraphim were restored, which were poured
out of the fragrance and transferred from the old monastery to the now
preserved monastery and deposited in the sanctuary as a heirloom sanctuary and
a treasure trove by the monastery labors and labors to glorify God and the
spiritual benefit of Christians.
The saint fell asleep at
the age of seventy-five in 1602, on the day of Pentecost and at noon.
Absolutely. Sound c.
Divine faith.
Uncle Booth of Boeotia,
instrumental in temperance, of modesty, imperceptible Seraphim adore; all those
who trace it, artificially in the world of excellence; Father Hosea, Christ I
prayed to God.
It's close. Sound d.
Impressive today.
In the bosom of Saints of
the bitter sea, Stavron the defenseless, such wise-hearted, and their thirsty
sighing, O Seraphim as healer of Creedos.
Magnificent.
Cheerful Boeotia divine
shoot, and of the Monazones, practically minded; Greek cheerfulness, hug and
cloak, Who added, Seraphim Hose.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου