Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2022

Ο Άγιος Ερμογένης ο Ιερομάρτυρας και Θαυματουργός

 


Δόξα    και    τιμή   στο   σμαραγδένιο    μας    νησί.    Χαρά    και    ευλογία    στην Κύπρο    μας.

Ποιος  θα  το    έλεγε   ποτέ,   πως   στον   τόπο   τούτο,   που    κάθε   κορφή    και ρεματιά,    μα    και   κάθε   σπηλιά   και   βράχος   είχε   για   στολίδι   το   είδωλο κάποιου  θεού,  θα  έφτανε μια  μέρα,  που  όλα    αυτά    θα    γκρεμίζονταν  και    θα    χάνονταν;

Ποιος  θα   περίμενε    ακόμη    πως    και    η    Αφροδίτη,    του    έρωτος   η    θεά    και της διαφθοράς η προστάτισσα με τα τόσα αγάλματά της, θα εξοστρακιζόταν   από   τον    τόπο,   που  πιστευόταν   πως    την    γέννησε,    και  την      θέση    της    μα    και   την   θέση   όλων   θα   έπαιρνε   ο    γλυκύς    Ιησούς,   της Γαλιλαίος    ο    ταπεινός    και    πράος    Διδάσκαλος;

Κι    όμως    αυτό    έγινε.

«Όπου     επλεόνασεν    η    αμαρτία    υπερεπερίσσευσεν    η    χάρις».

Η    Κύπρος    μας,   που   με   την    λατρεία   της   Αφροδίτης   είχε   εξυψώσει   την ακολασία   σε   τρόπο   ζωής,   πρώτη,   απ’   όλα   τα   μέρη   του   γνωστού   τότε κόσμου,    δέχτηκε    το    κήρυγμα    της   σωτηρίας.

Δύο  απόστολοι,  ο  Παύλος  κι  ο  Βαρνάβας  με συνοδό  τους  και  τον  ανεψιό  του  Βαρνάβα,  τον  μετέπειτα  Ευαγγελιστή  Μάρκο,  ξεκίνησαν από    την   Αντιόχεια    της   Συρίας   και   κάποια   μέρα   του   45   μ.Χ.   φτάσανε   στο νησί  μας.  Το  κήρυγμά  τους βρήκε ευνοϊκή  ανταπόκριση. Πολλοί έσπευσαν    ν’   ασπασθούν    την    καινούργια    θρησκεία.

Στην Πάφο που  ήταν τότε και η έδρα της πολιτικής εξουσίας έγινε χριστιανός  και  ο  διοικητής  της  Κύπρου,  ο  Σέργιος  Παύλος.    Και    είναι  ο πρώτος  άρχοντας,  ο  πρώτος  επίσημος,  που  αποδέχτηκε  το  ευαγγέλιο της  νέας  ζωής.  Το  παράδειγμά   του    ακολούθησαν   σε    λίγο  και    άλλοι.

Έτσι  η  νήσος μας  από  νωρίς  εγκατέλειψε  όχι μονάχα  την  ειδωλολατρία   με  όλα  τα  θλιβερά  γνωρίσματά της,  αλλά και  άρχισε    να  παρουσιάζει    ένα    νέο   τρόπο    ζωής.   Τρόπο   ζηλευτό,  ώστε  με  τον  καιρό    να  της  δοθεί   και    το    τόσο    τιμητικό    προσωνύμιο    «Νήσος  των  Αγίων».

Ναι!   «Νήσος  των    Αγίων».

Εδώ     όχι   μονάχα   γεννήθηκαν  και  έζησαν    και    διακρίθηκαν   ένα   μεγάλο ποσοστό    αγίων   προσώπων,   αλλά    και    την   Κύπρο   μας    διάλεξαν   ως    τόπο   κατοικίας   πολλοί   από   διάφορες   χώρες,   που   πόθησαν   να   ζήσουν   μία ενάρετη και άγια ζωή. Κάτι περισσότερο. Πολλά λείψανα αγίων και μαρτύρων  της   πίστεως   που   ρίχτηκαν   στην   θάλασσα   με   τον   σκοπό   ν’ αφανιστούν, το πανάγιο χέρι της Πρόνοιας του Θεού στο νησί μας το οδήγησε  να   φτάσουν   και     να     βρουν   φιλοξενία    και   σεβασμό.

 

 

Ένας   τέτοιος    άγιος   και   ιερομάρτυρας, που  μας  ήρθε  σε  μία   κάσα  μέσα, είναι    και    ο    μακάριος  επίσκοπος  της Σάμου,  ο   Ερμογένης.

Γεννήθηκε   σε   μία   παράλια   κωμόπολη   του   νόμου    Αττάλειας   της   Μικράς Ασίας,   τη   Φοινικούντα.   Πότε  ακριβώς, δεν  γνωρίζουμε.  Εκείνο   που γνωρίζουμε  είναι,  πως    οι    γονείς    του   ήταν   χριστιανοί   και   μάλιστα ευσεβείς   και   φιλόθεοι.    Αυτοί    φρόντισαν    να    ρίξουν    στην   ψυχή    του παιδιού τους, απ’ αυτήν την περίοδο της βρεφικής του ηλικίας, τα σπέρματα  της  ευσέβειας  και  της  αγάπης  στον   Θεό.   Κι    η   προσπάθειά τους    ευλογήθηκε   πλούσια    από    τον    Επουράνιο   Γεωργό.

Ο   νεαρός   Ερμογένης   στο   περιεχόμενο   της   Αγίας   Γραφής   βρήκε   ό,τι ζητούσε. Την ψυχαγωγία, την αληθινή  μόρφωση,  την  αρετή,  την  ανώτερη   ζωή.   Στα    συνομήλικά   του   παιδιά   που   έρχονταν   να τον καλέσουν  να   βγούνε  έξω,  για  να  πάνε  να   παίξουν,   ο    φιλόθρησκος νέος   φρόντιζε   πάντα   κάτι  να   βρει,  για  να  μη  διακόψει  την   μελέτη    και  την   απασχόλησή του  με  τα   ιερά   γράμματα.

Έτσι, μαζί    με   την   σωματική   του   πρόοδο   αναπτυσσόταν   παράλληλα   και διακρινόταν και  η αρετή του.  Η  καρδιά του  είχε πυρποληθεί κυριολεκτικά  από  την  αγάπη του  Χριστού.  Γι’ αυτό   και   τις    αρχές    του τις    χριστιανικές,   τις   αρχές   που    απέκτησε   τόσο  από  τις  συμβουλές   και το  καλό  και  ζωντανό  παράδειγμα  των  ευσεβών  γονιών  του,    όσο    και από    την   όλη   μόρφωσή   του,   τις   κράτησε σταθερά    σαν   τον   πιο   πολύτιμο θησαυρό.    Και    το    έδειξε    από    νωρίς.

Νέος   ακόμη   στην   πιο   κρίσιμη    καμπή   της   ζωής   του   έχασε  και   τους   δυο γονείς   του.  Η αγάπη του Θεού τους κάλεσε κοντά Του. Μόνος   και ευκατάστατος   κι   ευπαρουσίαστος    καθώς   ήταν,   δοκίμασε   τότε   δεινούς πειρασμούς.  Όμως επειδή θεμελίωσε την ζωή του πάνω στον αιώνιο βράχο, στην διδασκαλία και τον νόμο του Ευαγγελίου, έμεινε απρόσβλητος. Συνέβη  και  με  τον  αγνό  και  πιστό  νέο,  εκείνο  που  τονίζει    ο    Κύριος    στην    επί    του    Όρους    ομιλία   του    σχετικά  με    την    οικία τη    στερεή:    «Και    κατέβει   η   βροχή    και   ήλθον   οι   ποταμοί    και    έπνευσαν οι  ανεμοι  και προσέπεσον τη  οικία  εκείνη  και  ουκ    έπεσε,   τεθεμελίωτο γαρ    επί    την   πέτραν».   (Ματθ. ζ’ 25).

Δηλαδή    ήρθε   η   βροχή   και   ξεχύθηκαν   οι   ποταμοί   της   νεροποντής   και φύσηξαν   οι   δυνατοί  άνεμοι  και  πέσανε  με  ορμή  πάνω    στο    σπίτι    και αυτό  δεν  κρημνίστηκε.  Δεν σάλεψε καθόλου,  γιατί   θεμελιώθηκε    στερεά πάνω    στην   πέτρα.

Ω!   όση   αξία   έχουν   τα   γερά   θεμέλια  σε   μία   οικοδομή,   άλλη   τόση   και μεγαλύτερη  αξία  έχει  η  γερή  θεμελίωση  της  ζωής  του   ανθρώπου  κατά   την   παιδική    και   νεανική   του   ηλικία.   Και   η   κατάλληλη   θεμελίωση του   χαρακτήρα    ενός   ανθρώπου   επιτυγχάνεται,   αν    στηριχτεί  αυτός   στις αιώνιες  αλήθειες  της  χριστιανικής πίστεως.  Το  «ό   εάν  σπείρει άνθρωπος,    τούτο    και    θερίσει»    έχει   πλήρη    την   εφαρμογή   του    σε    τούτη την    περίπτωση.

Όταν    ο    άνθρωπος    στην  παιδική    και  νεανική   του    ηλικία    δεχθεί   στην ψυχή    τα    σπέρματα    μιας   ενάρετης    ζωής,   τότε   ο   άνθρωπος   αυτός   στις δύσκολες  ημέρες  που  θα  συναντήσει  δεν  θα   κινδυνεύει  να   λιποψυχήσει  και  να  παρασυρθεί  και  να  καταστραφεί. Γιατί  είναι  φυσικό   στην   ζωή    μας   να  δοκιμάσουμε  οι  άνθρωποι  πειρασμούς  και  θλίψεις   και   παραγνωρίσεις   και διωγμούς και  δοκιμασίες.  Είναι    η   βροχή και   οι   νεροποντές    και    οι   άνεμοι   που   προσβάλλουν    ένα   σπίτι.   Από   την στιγμή   που ο  άνθρωπος  έβαλε  γερά  θεμέλια,  και  στήριξε  τον  χαρακτήρα    του   στη  στερεή    πέτρα    της    διδασκαλίας  του  Χριστού,  δεν έχει    να   πάθει    τίποτα.   Αυτό   γίνεται   με   τον   καθένα.   Αυτό   γίνηκε   και   με   τον αγνό    κι   ενάρετο     νέο,    τον    Ερμογένη.

Στους  ποικίλους πειρασμούς που  αντιμετωπίζει  με   την   αφάνειά   του   ο θεοφιλής νέος  αντιτάσσει  το  ηθικό του παράστημα  και νικά. Διαμοιράζει   την   περιουσία   που   του   άφησαν   οι   στοργικοί   και   πλούσιοι γονείς   του   στους   πτωχούς,   στους   αδελφούς   του   Χριστού   και   κυρίους   του, όπως    τους    ονόμαζε,   και    φεύγει.

Η  ζωή  των  ιερών    αγωνιστών   και    μοναστών   της  Αιγύπτου   για   τους οποίους   είχε   ακούσει   τόσα   πολλά,  τον  οδηγεί  στη   χώρα   του  Νείλου. Πάει   εκεί   να   τους   γνωρίσει   και    να    διδαχθεί    απ’   το   παράδειγμα    και    τους αγώνες    τους.    Πόσο   καιρό   έμεινε   κοντά   τους   δεν   ξέρουμε.  Εκείνο  που αναφέρει ο Συναξαριστής, είναι πως από την Αίγυπτο, επισκέφθηκε αργότερα   τις   Αθήνες   και   μετά    την   Κωνσταντινούπολη.  Εκεί    ώριμος   πια και   υπόδειγμα   ζηλωτού   και   χρηστού  και  εναρέτου   ανδρός,   κλήθηκε  από τον  εκεί  αρχιεπίσκοπο  να  αναλάβει  το  Ιερατικό    αξίωμα.

Ο    θεοφιλής   ασκητής   θέλησε   να   αρνηθεί.   Το   βάρος   του   Ιερατικού αξιώματος   και   οι   ευθύνες   μιας   ζωής  αφιερωμένης  τον  κάμνουν  να δειλιάζει.  Η  επιμονή  όμως  του  αγίου  επισκόπου της  ιστορικής  πόλεως,  τον  πείθει  στο   τέλος.  Ο  ταπεινός  εργάτης  του  Χριστού     θεωρεί  την  επιμονή   του   πνευματικού   πατέρα  της  Μεγάλης  Εκκλησίας  σαν εντολή   Θεού  και  αποδέχεται  να  αναλάβει  την παρακαταθήκη  της Ιερωσύνης.

Σε   μικρό    σχετικό   διάστημα   χειροτονείται   επίσκοπος   και  στέλλεται   να ποιμάνει   την   Εκκλησία   της   Σάμου.   Ο λύχνος είχε τεθεί πια «επί την λυχνίαν».

Ο  ψυχικός πλούτος, η  πλούσια μόρφωση  και  η  δοκιμασμένη  αρετή    του ιερού  ποιμένα  έκαμαν, ώστε σύντομα ο Ερμογένης να αναδειχθεί αντάξιος  της  μεγάλης  τιμής,  μα  και  της  βαριάς  ευθύνης  της ιερωσύνης.

Στο  πρόσωπό   του   οι   χριστιανοί  της   Σάμου   βρήκαν   ό,τι   ζητούσαν.   Τον φιλόστοργο πατέρα, τον φλογερό διδάσκαλο, τον πράο και ησύχιο σύμβουλο,  τον  πιστό  οικονόμο  των  μυστηρίων του  Θεού. Νύκτα  και ημέρα  μοχθούσε  ο  ιερός  πατήρ στο έργο της   χριστιανικής    διδασκαλίας και   της   φιλανθρωπίας.   Με    λόγια    ζωντανά    δίδασκε   τον   λαό   του   και πρόβαλλε   παντού    το   φως   του   Χριστού.   Πολλοί    προσέρχονταν   στη   νέα πίστη.  Και  όλους  τους  κατεύθυνε με υπομονή και  πραότητα   κι ανεξικακία.   Πολλά   θαύματα   αναφέρεται   πως    έκαμε,   με   την   χάρη   του Θεού,    για    να    εξυπηρετήσει   και   παρηγορήσει   τον   πονεμένο   λαό   του. Πολλά    συγγράμματα  ακόμη  έγραψε, συγγράμματα  αξιομνημόνευτα,   για  να   διαφωτίσει  και  να   στηρίξει, μα   και   να   υπερασπίσει   την   χριστιανική  αλήθεια  από  την  αίρεση   του   Αρείου   και   των   άλλων   αιρετικών,    αλλά  και    από   την   ειδωλολατρία,  η  οποία  είχε  ακόμη    πολλούς   οπαδούς.   Σε αξιοζήλευτο βαθμό ο άγιος επίσκοπος οργάνωσε   και    την   φιλανθρωπία.

Έτσι  αναδείχθηκε  κατά  τον  ιερό  υμνογράφο    «σκεύος   εκλεκτόν  άγιον   τω   Κυρίω,  ιερωσύνης   κανών,  της  εγκράτειας αληθές   καταγώγιον,     στάθμη   της   σωφροσύνης,   των   αρετών   θησαυρός, ελεημοσύνης πηγή    βρύουσα» αλλά   και   «ο   στηρίζων   τους   πιστούς   προς   ευσέβειαν   και    ο   επακούων ασθενών    ταις   δεήσεσι   και    ο   παρέχων   πάσι   την   υγείαν   καιρώσιν    και  χάριν   πάντοτε».

Έτσι    ο    «λύχνος   ο   διαυγέστατος»   λάμπρυνε   την   ιερή   στολή   και αναδείχθηκε    διαπρύσιος   κήρυκας    των    διαταγμάτων    του    Χριστού.

Στα    μάτια   του    μπροστά    είχε   πάντοτε   την   σύσταση   του   θείου   Παύλου, προς    τον   Τιμόθεο:    «Την   παρακαταθήκην   φύλαξον»   (Α’ Τιμοθ. δ’ 20).

Φύλαξε, Τιμόθεε,  την   παρακαταθήκη    των    αληθειών  του   Ευαγγελίου.

Φύλαξέ   την    ανόθευτη     και   ακέραιη.

Και    την   φύλαξε    ο    Τιμόθεος.

Την φύλαξε  όμως κι  ο  ιερός  Ερμογένης.   Την   φύλαξε   μέχρι    θανάτου. Στην   σκέψη   του    ο    μακάριος   πατήρ   έφερνε συχνά,  πολύ   συχνά,   του   Κυρίου   τα   λόγια:   «Ο   ποιμήν    ο   καλός   την   ψυχήν   αυτού   τίθησιν    υπέρ   των προβὰτων (Ιωάν. ι’ 11).  Και   την   θυσίασε    την   ζωή   του,   για    να    σώσει    και να    διαφυλάξει τα πρόβατά του. Τα χρόνια εκείνα ήταν χρόνια πολύ δύσκολα.

Από  την   μία    οι   αιρετικοί,   και    μάλιστα   του    Αρείου  οι   οπαδοί,   από  την άλλη οι Ιουδαίοι και οι ειδωλολάτρες δίωκαν άγρια τους πιστούς χριστιανούς. Δεν τους εμπόδιζαν μόνο από του να επιτελέσουν τα Θρησκευτικά  τους  καθήκοντα, αλλά  και  τους  έπιαναν   και    σαν   άκακα αρνία   τους    οδηγούσαν    στην    σφαγή    και    τον   μαρτυρικό    θάνατο.

Γι' αυτό  και πολύ κακοπαθούσαν εκείνο τον καιρό οι πραγματικοί ποιμένες.

Κάθε   μέρα   έβλεπαν   «την   ζωήν   των   κρεμαμένην  κατέναντι  των οφθαλμών    αυτών».

Με   κίνδυνο    της    ζωής    τους   έπρεπε   να   τρέχουν   παντού  για   να ενθαρρύνουν,   να    στηρίζουν,   να   παρηγορήσουν,  να   συγκρατήσουν.   Αυτό έκαμε    και    ο   αληθινός   ποιμήν,    ο   θεόπεμπτος   Ερμογένης.

Ενθουσιώδης  και  φλογερός  και  ακούραστος  κινείται   με   ζήλο   όπου  τον  καλούσε το καθήκον, για   να   φυλάξει   και  ενισχύσει  τα  πνευματικά του  παιδιά. Νύκτες  ξαγρυπνά  για   να  εμφυσήσει  στις  καρδιές  το  θάρρος και  την εμμονή  στα    πνευματικά   τους   βιώματα.   Με   υπομονή    και   γενναιοψυχία  τους  τονίζει κάθε στιγμή  την  χαρά  που  θα απολαμβάνουν  οι   ψυχές  των  πιστών  στην  ουράνια  και  αιώνια  βασιλεία   του    Θεού.   «Ουκ    άξια   τα   παθήματα    του   νυν   καιρού προς   την   μέλλουσαν    δόξαν   αποκαλυφθήναι    εις   ημάς"   (Ρωμ. η’ 18).

Παιδιά μου,  τους  έλεγε,  αυτά  που  θα   υποφέρουμε   κατά   το   διάστημα τούτο    της   ζωής   της    επιγείας,   δεν   είναι   άξια   κατά   κανένα   τρόπο    να συγκριθούν    προς   την   δόξα,    που    μέλλει    ν’   αποκαλυφθεί   και   να   δοθεί βραβείο   σ’   εμάς.   Πιστοί   στον   ουράνιο   Αρχηγό   μας,   άς   μείνουμε   μέχρι θανάτου.    Κι    έμεινε    πρώτος    αυτός.

Γιατί,  όπως  ήταν    φυσικό,    η     δράση   του  δεν  μπορούσε  να    μη   γίνει γνωστή.  Φανατικοί  ειδωλολάτρες    έσπευσαν    να    καταγγείλουν   τον ζηλωτή     επίσκοπο    στον    ηγεμόνα    της   Σάμου    Σαντορνίνο.

Κι   αυτός   μανιώδης    διώκτης    της   νέας   πίστεως   άρπαξε   την   ευκαιρία   να καλέσει    τον    άγιο   μπροστά   του    σε    απολογία.

Πληροφορημένος  για   τη   μόρφωση   και    την   φιλανθρωπία   του   δοκίμασε στην  αρχή  να του  δείξει   κάποια   καλοσύνη  με  την  ελπίδα,  πως  μπορούσε  να  τον φιλοτιμήσει  και  τον   παρασύρει    στην    ειδωλολατρία.

- Έμαθα,  του   είπε,  πως   εσύ   ένας   τόσο   μορφωμένος  άνθρωπος  έπαψες  να αποδίδεις  τιμή  και  σεβασμό στους    μεγάλους   θεούς   που   δεχόμαστε  όλοι   και    πιστεύεις    και   διδάσκεις   και    άλλους   να   πιστεύουν   για   Θεό κάποιο   Ιουδαίο    Ιησού,    που    τον   σταύρωσαν    οι    συμπατριώτες    του.

Έμαθα    ακόμη    πως   είσαι   και   διδάσκαλος   των   χριστιανών   και   αρχιερέας τους.  Δυσκολεύτηκα   να   το   πιστέψω.   Γι’ αυτό  και   σε κάλεσα  να  μάθω  από   σένα    τον    ίδιο  την  αλήθεια.  Τι  λες;

- Ναι!  Άρχοντά    μου.   Είμαι   χριστιανός.   Γιατί   θεοί,  δεν  μπορούν  να    είναι οι πέτρες και τα ξύλα, που λατρεύετε. Αυτά είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα.  Έχουν   μάτια   και   δεν   βλέπουν. Έχουν αυτιά, μα   δεν   ακούουν.  Δεν καταλαβαίνουν. Δεν αισθάνονται.  Ο  Θεός  των  χριστιανών   και  Θεός μου  είναι  Αυτός  που  δημιούργησε  όλον  τον κόσμο  και  εμάς τους  ανθρώπους.  Αυτός  για  τη  δική μας  την   σωτηρία,  επειδή  ξεφύγαμε από τον δρόμο που  μας  χάραξε,  για  να είμαστε  ευτυχισμένοι,    έστειλε   στον   κόσμο  τον  Μονογενή    Υιό  του,    για    να    μας  οδηγήσει    και    πάλι    στον    ίσιο   δρόμο.

Ήλθε  ο   Χριστός    και    μας   δίδαξε   το    θέλημα   του   Θεού    και    μας    έδωκε   τα   μέσα    να   σωθούμε.

- Πάψε,   Ερμογένη.   Άφησε   τα   παραμύθια    και    έλα   να   θυσιάσεις   στους   μεγάλους   θεούς,  για  να  γλιτώσεις  την περιουσία σου  και  τη    ζωή    σου.

- Περιουσία  δεν  έχω  άρχοντά μου.  Οι  βοήθειες  που  δίνω  στους  φτωχούς   και  πεινασμένους  δεν  είναι    δικά   μου   πλούτη.   Όσο   για   την    ζωή   μου,   ανήκει    στον   Κύριό   μου.

Μανιασμένος ο τύραννος από το ψυχικό μεγαλείο του χριστιανού επισκόπου  νόμισε, πως μόνο  με τη  βία  θα  μπορούσε  να  τον  καταβάλει. Η  αδυναμία του στα επιχειρήματα τον έκαμε ακόμη πιο αδύνατο στην καρδία. Γι’ αυτό και διέταξε να βασανίσουν    τον   ομολογητή μέχρι   που   να   μετανιώσει   και   να   ζητήσει   συγγνώμη.   Δεν   μπορούσε   να καταλάβει   ο  δυστυχισμένος,  πως  η  άρνηση  και  η   προδοσία    δεν   έχουν θέση    στην   καρδιά    των   γνήσιων    χριστιανών.

Οι  στρατιώτες    που    στέκονταν   εκεί,   στην    προσταγή     του   άρχοντά    τους άρπαξαν  αμέσως   τον    γέροντα    επίσκοπο,   του   έδεσαν  τα  χέρια    πίσω,    τον έριξαν κάτω στη γη και  άρχισαν να τον κτυπούν με δερμάτινα    μαστίγια.   Οι    σάρκες    του    ιερού   αθλητή    ξεσχίζονταν.    Τα    αίματα   τρέχουν    και ποτίζουν    την    γη.    Μα    αυτός  αλύγιστος    και    άφοβος   δέχεται    την   κάκωση   με   προσευχή    και    δοξολογία    του    ονόματος    του    Θεού.

Κάποια  στιγμή  σ’ ένα  νεύμα  του  ηγεμόνα  οι   στρατιώτες    σταμάτησαν. Κι  αυτός  με  υποκριτική  στενοχώρια   απευθύνεται    στον    άγιο   και    τον   ρωτά:

- Τι    λες    επίσκοπε;   Σωφρονίστηκες    ή    ακόμη;

Κι  ο    άγιος    με    θάρρος    και    γενναιότητα    ψυχής    του    απαντά:

- Άρχοντα,   τα   μέσα   που   χρησιμοποιείς,   δεν   με   πονούν,   ούτε   και  με τρομάζουν. Ο Χριστός μου, μας παραγγέλλει να μη δειλιάζουμε από εκείνους  που   θανατώνουν  το  κορμί  μας,  αλλά  είναι  αδύνατοι  να  βλάψουν την ψυχή μας. Συνέχισε τα βασανιστήρια που έχεις στη    διάθεσή σου.   Θαρρώ,  πως  οι  άνθρωποί  σου  θα    κουραστούν   να   βασανίζουν, παρά    εγώ    να   υπομένω.

Τα   λόγια   του   Μάρτυρος   προκάλεσαν ακόμη   περισσότερο   την   οργή   του   ηγεμόνα,  που  πρόσταξε    να   κρεμάσουν  τον  άγιο   ψηλά    σ’  ένα    ξύλο  και    με   νύχια    σιδερένια   να   του   σχίζουν   τις   πλευρές   και   ύστερα   με λαμπάδες    αναμμένες    να    του    καίνε    τις    σάρκες.

Και    το   νέο   μαρτύριο   το   δέχτηκε    ο   επίσκοπος  με    την    ίδια   παρρησία     και    υπομονή.

Στο  τέλος  ο  άρχοντας  για  να   δικαιολογήσει  την  αδυναμία  του,  διατάζει  να   ρίψουν  τον    ιερομάρτυρα  στην    φυλακή    και    ν’  ασφαλίσουν  τα    πόδια    του    στο    ξύλο, στον    τράχηλό    του    δε   να    βάλουν   μία   βαριά  αλυσίδα.    Οι    δήμιοι    εξετέλεσαν   πιστά   την   προσταγή    του    κυρίου    τους    και έφυγαν. Διπλή φρουρά  ανέλαβε  να   προσέχει  τον  καταπληγωμένο  αθλητή.

Μέσα  στο  πηκτό  σκοτάδι  και  την  αποπνικτική  ατμόσφαιρα   του    κελιού  στο   οποίο    ρίχτηκε    ο    άγιος,    μια    γλυκιά   φωνή  ακούγεται  σε  λίγο:

«Ο  Θεός μου,   μη   μακρύνης    απ’  εμού·   ο    Θεός,    μου, εις   την βοήθειάν μου πρόσχες,  αισχυνθήτωσαν   και  εκλιπέτωσαν  οι  ενδιαβάλλοντες  την   ψυχήν μου,   περιβαλέσθωσαν   αισχύνην    και    εντροπήν    οι    ζητούντες    τα   κακά   μοι".   (Ψαλμ. ο’ 12 – 13).

Το   μεσονύκτιο   εκεί    που  ο  άγιος  έψαλε  και   προσευχόταν,  δυνατός  σεισμός   συνεκλόνισε    τη    φυλακή.

Τα   δεσμά   του   μάρτυρος   λύθηκαν   και    ένα    φως   έλαμψε    και    φώτισε   τα  γύρω.   Μέσα  στο   φως   μία   γλυκιά   μορφή   πρόβαλε,   του   Ιησού   Χριστού   η μορφή ανάμεσα σε πλήθος από αγγέλους και μία φωνή δυνατή ακούστηκε   να   λέγει:

«Χαίρε, ιερομάρτυς  Ερμόγενες·  ανδρίζου  και   δυναμώνου  και  μη  φοβάσαι.   Δεν    σε    εγκαταλείπω.    Κοντά    σου    θα    είμαι   πάντα».

Μετά   τα   λόγια   αυτά   η   μορφή   του   Κυρίου   χάθηκε,  ενώ  μία  ευωδία  πλήρωσε    όλα   τα   κελιά   και   ο   άγιος   θεραπεύτηκε    από   τις   πληγές,    ώστε    να  μη    φαίνεται    σημάδι    από    τις     κακώσεις.

Την    άλλη    μέρα    οι    στρατιώτες   που    ήρθαν   να  πάρουν  τον  άγιο  δεν  πίστευαν στα  μάτια  τους.  Το κελί  ανοικτό, οι φρουροί  απ’ έξω τρομαγμένοι    και    ο   επίσκοπος   τελείως     καλά.

Όταν    ο    άρχοντας    τον    είδε   ταράχθηκε,  καθώς  και  εκείνοι  που  ήταν γύρω    του.

Έκρυψε    όμως   την   ταραχή    του   και    με   προσποιητή   λύπη   προσπάθησε   να δικαιολογηθεί για τα βασανιστήρια στα οποία τον υπέβαλε την προηγούμενη    μέρα.

- Έλα,  του  λέγει,  Ερμογένη.  Μετανόησε  έστω  και  τώρα,  για  να  πάρεις    την    ελευθερία    σου.     Αλλιώς...

Στη νέα απειλή του άρχοντα με φανερή αηδία  και   περιφρόνηση,  απήντησε   ο    δούλος    του    Χριστού:

- Πάψε, αλιτήριε, να  με  κολακεύεις  και  να με    απειλείς.    Οι    κολακείες και   οι   απειλές  σου  δεν  με  συγκινούν.  Ούτε και  με  τρομάζουν.  Και  έπρεπε  να  το καταλάβεις. Και  ο  θάνατος    τον    οποίο    μου   προβάλλεις σαν  επιστέγασμα   των   κακώσεών μου, δεν με  ταράζει.   Ο    θάνατος    είναι για   μας    τους   χριστιανούς    λύτρωση   και    ευεργεσία,   γιατί    μας    οδηγεί    μία ώρα  πιο    γρήγορα    κοντά    στον    Κύριο    και    Θεό    μας.   «Ουκ   έχομεν    ώδε μένουσαν   πόλιν,  αλλά     την   μέλλουσαν  επιζητούμεν».   Είμαι  χριστιανός  και    θα  μείνω   χριστιανός.

Ο   Σαντορνίνος   σηκώθηκε  αμέσως  εξαγριωμένος  και  έδωσε  εντολή    για  νέα   βασανιστήρια.   Οι  δήμιοι  έφεραν στην στιγμή  άγρια  άλογα  και  έδεσαν    τον   γέροντα    επίσκοπο   σ’   αυτά,   για   να   τον   σύρουν   στην   γη    μέχρι που   να   διαλυθούν   τα   μέλη   του.   Τα   άλογα  όμως  σαν  ένοιωσαν  πίσω  τους    το    θύμα    ημέρεψαν    και   στάθηκαν.

- Μέγας   ο    Θεός   των   χριστιανών,    φωνάζουν    τα    πλήθη.   Αυτός   είναι   ο αληθινός    Θεός.

Και  ο  άγιος με θρησκευτική   κατάνυξη  σηκώνει  τα χέρια του  και    ψάλλει: «Κύριος  εμοί  Βοηθός και   ου    φοβηθήσομαι   τι   ποιήσει   μοι   άνθρωπος;   Ου   φοβηθήσομαι    κακά,   ότι  συ  Κύριε,  μετ’  εμού  ει».

Η  προσευχή    και   η    ψαλμῳδία    δίνει    δύναμη    στην   ψυχή    του   μάρτυρα.  Έτοιμος    είναι    να    δεχθεί    τα    πάντα   για   την   αγάπη  του  Χριστού.  Μια  μυστική   και  ανεξήγητη,  από  πλευράς  ανθρωπίνης, γαλήνη  έχει πλημμυρίσει  τον  ψυχικό   του   κόσμο,   που   τον   κάνει   να   μη    υπολογίζει    και να    μη   φοβάται   τίποτα.

Το   βλέπει   ο   τύραννος.   Δεν  έχει  χορτάσει   όμως    από    αίμα.    Με   λύσσα ποθεί   να    ξεσχίσει    το    θύμα    του    και   να   το    κάμει    χίλια    κομμάτια    και    το  υποβάλλει   σε   νέα   βασανιστήρια.    Τον   τρυπούν   με   πυρωμένες   σούβλες.   Τον    ρίχνουν   κάτω  από  ένα    γκρεμό    και    στο    τέλος    τον   αποκεφαλίζουν.

Προτού  αποθάνει ο μακάριος  αθλητής  εκεί  στον    τόπο    της    καταδίκης  του   γονάτισε.    Ανέπεμψε   θερμή    μία   προσευχή.     Ευχαρίστησε    τον   Κύριο που    τον   βοήθησε   και   τον   αξίωσε   να   πεθάνει   για    τη   δόξα   του.   Δεήθηκε    να συγχωρήσει   τους    δήμιούς   του   και   να   χαρίσει    στην    Εκκλησία    του   την   ειρήνη   και    στους    πιστούς    αγάπη    και    παρρησία    και   πίστη.

Ύστερα   έκλινε   το   κεφάλι.   Η   μάχαιρα  του  δημίου  έπεσε   βαριά    και  χώρισε   το    σώμα    σε   δυό.

Τη  νύχτα   θαρραλέοι   χριστιανοί  πήγαν  στον  τόπο  του  μαρτυρίου,    πήραν  το   άγιο   λείψανο   και   αφού   το    έπλυναν   με   τα    μύρα   της   αγάπης   τους,   το  έντυσαν και  το  έβαλαν  μέσα  σε  μια  κάσα  μαζί    με   την    αγία    κάρα.

Έπειτα    αφού    το   ασφάλισαν,  το  εμπιστεύτηκαν  στη   θάλασσα.   Το  έρριψαν   σ’   αυτή,    για    να    μη    το    αφανίσουν    οι    εχθροί.

Και η θάλασσα σαν στοργική μάνα φύλαξε το άγιο σκήνωμα  του ιερομάρτυρος    και   μετά   από   καιρό   το    έφερε   με   τα   κύματά   της   και   το εναποθέτησε    απαλά    στην    ακρογιαλιά    του   Κουρίου.

Εδώ το βρήκαν οι χριστιανοί της πόλεως. Με δάκρυα  και  τιμές  το  σήκωσαν   και  με  εξόδιους  ύμνους  το πήρανε  και  το   θάψανε    εκεί    στην  Επισκοπή.

Δίπλα    στον   τάφο   η  αγάπη  τους  ανήγειρε  μετά  από    καιρό   ένα    όμορφο  ναό,   που   υπάρχει   ως   τα  σήμερα.   Τα  θαύματα  του  καλού  ποιμένος συνεχίζονται   σε    όσους    με   ευλάβεια    και   πίστη    προσφεύγουνε    στη    χάρη του    και    ζητάνε    τη   μεσιτεία    του.

Προνομιούχο    το    νησί   μας.

Ευλογημένοι    και    οι    κάτοικοί    του.

Ευλογημένοι    που    έχουν    τόσους    αγίους    φρουρούς    και   πρεσβευτές.

Στις  ιερές    και   μακάριες    αυτές   μορφές   άς   καταφεύγει κάθε πονεμένη    ψυχή.

Σ'   αυτές   άς   καταφεύγουμε   τούτο   τον  καιρό  ιδιαίτερα   και    όλοι    εμείς.

Με   πίστη   φλογερή    άς   καταφεύγουμε   κι   άς   τους   ζητάμε   να  δέονται θερμότερα   για   μας,   για   να   λυτρωθούμε   από   τις   ποικίλες    δοκιμασίες    και   τους    φοβερούς    εχθρούς    που    μας   κυκλώνουν.

Άς   προσπαθούμε   ν’   αντλούμε   συχνά   από    τη   ζωή   τους   παρηγοριά   κι ενίσχυση    στις    θλίψεις    που    μας    βρήκαν.

Στ’   αυτιά   μας   άς   βοά πάντα   δυνατά  και  του  θείου  Αποστόλου  η  σύσταση:

«Τοιγαρούν   και   ημείς,   τοσούτον έχοντες περικείμενον  ημίν  νέφος μαρτύρων, όγκον   αποθεμένοι  πάντα    και    την   ευπερίστατον   αμαρτίαν,   δι’ υπομονής    τρέχωμεν   τον    προκείμενον   ημίν   αγώνα    αφορώντες   εις    τον   της πίστεως    αρχηγόν    και    τελειωτήν   Ιησούν»    (Εβρ.   ιβ’ 1 – 2).

 Δηλαδή,   και    εμείς,    αφού    έχουμε   γύρω   μας   ένα   τόσο   μεγάλο    σύννεφο  από   μάρτυρες,   άς   αποτινάξουμε μακριά μας κάθε βάρος από  τις  καταθλιπτικές     μέριμνες   της   ζωής   και   προπαντός  την  αμαρτία,  που  εύκολα     μας    εμπλέκει    στα    δίχτυα    της.

Ναι!    Άς    αποτινάξουμε   την   αμαρτία   και   άς   τρέχουμε   το   αγώνισμα   του δρόμου    που    είναι μπροστά μας, με τα μάτια προσηλωμένα στον αρχηγό  και ιδρυτή    της   πίστεώς   μας,    τον    Χριστό.    Τον  Χριστό  που   με   τη   χάρη    Του    μας   προστατεύει  και    μας   χειραγωγεί    στον    δρόμο    της   τελειότητας.

Σε    τούτο   το    νέφος   των   μαρτύρων   και    των    αγίων    της    Κύπρου   μας, ιδιαίτερη    ακτινοβολία   και   λάμψη    σκορπά   με   την   αρετή  και  τη   θυσία    του  ο    μακάριος    Ερμογένης.

Και   αυτός,   μαζί    με  τους  τόσους  άλλους  αγίους,  που   περίλαμπρα κοσμούν   το    χριστιανικό  Πάνθεο,  με  ξέχωρη    αγάπη    και    στοργή    μας  καλεί    και    μας   τονίζει    και    μας    συνιστά   να   σταθούμε   αλύγιστοι   και ανυποχώρητοι   να   συνεχίσουμε   πιστοί    μέχρι    θανάτου    τον    αγώνα    μας.  Τον    ιερό    και   υπέροχο     αγώνα    μας    για   την   επικράτηση   στον   κόσμο    του    θησαυρού    της    Ορθοδοξίας   μας    και    της    βασιλείας    του    Θεού.

Πόσοι  από  τους  σημερινούς  Κυπρίους  δεν  θ’  ανοίξουν    τ’    αυτιά    τους  σε    μια   τόσο   ωραία   πρόσκληση,   μα   και   τόσο  τιμητική  αποστολή;
Αλήθεια!   Πόσοι;



Απολυτίκιον.   Ήχος   α’.   Του   λίθου   σφραγισθέντος.
Του    Φοίνικος   ο   κλάδος,   και   Σαμίων   το    στήριγμα,    φύλαξ    και    φρουρός  των   Κυπρίων,  Ερμόγενες  Πατήρ  ημών  αναδειχθείς   την   Θάλασσαν  διήλθες ώσπερ ζων, και ταύτης τρικυμίας χαλινών,   θαυμασίως   λάρνακά σου  Επισκοπή  τη πόλει  κατεστήριξας,  δόξα  τω  ούτως  ευδοκήσαντι  Θεώ,    δόξα   τω    σε    οδηγήσαντι.   Δόξα  τω  ενεργούντι  δια  σου   πάσιν  ιάματα.



Κοντάκιον.   Ήχος   γ’.   Η   Παρθένος    σήμερον. 
Των   Σαμίων   καύχημα   και   των   Κυπρίων   το   κλέος,   Ερμογένη    άπαντες ανευφημήσωμεν   ύμνοις   ούτος    γαρ    την    της   Τριάδος  έλαβεν    αίγλην,    και  ως    ήλιος   φωτίσας   την   Οικουμένην   όν   προθύμως    ανυμνούμεν   και προσκυνούμεν,     λέγοντες   χαίρε,   θαυματοφόρε    Ερμόγενες   Όσιε.

 

Saint Hermogenes the Hieromartyr and Miracle Worker

 

 

Glory and honor to our emerald island. Joy and blessing to our Cyprus.

Who would have ever known that in this place, where every peak and ravine, but also every cave and rock had as an ornament the idol of some god, there would come a day when all this would be torn down and lost?

Who would have expected that Aphrodite, the goddess of love and the patroness of corruption with her many statues, would be ostracized from the place that was believed to have given birth to her, and sweet Jesus would take her place and everyone's place , of Galileo the humble and meek Teacher?

And yet this happened.

"Where sin abounded, grace abounded."

Our Cyprus, which with the worship of Aphrodite had elevated debauchery to a way of life, was the first, of all the parts of the known world at that time, to accept the preaching of salvation.

Two apostles, Paul and Barnabas accompanied by Barnabas' nephew, the later Evangelist Mark, started from Antioch in Syria and some day in 45 AD. they arrived on our island. Their preaching met with a favorable response. Many rushed to embrace the new religion.

In Paphos, which was then the seat of political power, the governor of Cyprus, Sergios Pavlos, also became a Christian. And he is the first ruler, the first official, who accepted the gospel of the new life. His example was soon followed by others.

Thus our island early on abandoned not only idolatry with all its sad features, but also began to present a new way of life. Jealous way, so that in time it will be given the so honorable moniker "Island of the Saints".

Yes! "Island of Saints".

Not only were a large percentage of holy persons born, lived and distinguished themselves here, but also Cyprus was chosen as a place of residence by many from various countries, who wished to live a virtuous and holy life. Something more. Many relics of saints and martyrs of the faith who were thrown into the sea with the intention of perishing, the all-powerful hand of God's Providence on our island led them to arrive and find hospitality and respect.

 

 

One such saint and martyr, who came to us in a casket inside, is the blessed bishop of Samos, Hermogenes.

He was born in a coastal town of the law of Antalya in Asia Minor, Finikounda. When exactly, we don't know. What we do know is that his parents were Christians and even devout and God-loving. They took care to sow in the soul of their child, from this period of his infancy, the seeds of piety and love for God. And their effort was richly blessed by the Heavenly Farmer. The young Hermogenes found what he was looking for in the contents of the Bible. Entertainment, true education, virtue, the higher life. To the children of his age who came to invite him to go out, to go play, the philanthropic young man always made sure to find something, so as not to interrupt his study and occupation with the sacred letters.

Thus, along with his physical progress, his virtue also developed and was distinguished. His heart was literally set on fire by the love of Christ. That is why his Christian principles, the principles he acquired both from the advice and the good and living example of his pious parents, as well as from his entire education, he kept firmly as the most precious treasure. And it showed early on.

Still young at the most critical turning point in his life, he lost both of his parents. God's love called them to Him. Alone and well-to-do and presentable as he was, he then experienced severe temptations. But because he founded his life on the eternal rock, on the teaching and the law of the Gospel, he remained immune. It also happened with the pure and faithful youth, what the Lord emphasizes in his speech on the Mount regarding the solid house: "And the rain came down and the rivers came and the winds blew and attacked that house and it did not fall, its foundation because on the stone". (Matthew 7:25).

That is, the rain came and the rivers of the downpour poured out and the strong winds blew and fell with a rush on the house and it did not collapse. It did not move at all, because it was firmly established on the stone.

Oh! as much value as the solid foundations of a building, another and even greater value is the solid foundation of man's life during his childhood and youth. And the proper foundation of a man's character is achieved if he rests on the eternal truths of the Christian faith. "Whatsoever a man soweth, that shall he also reap" has its full application in this case.

When man in his childhood and youth receives into his soul the seeds of a virtuous life, then that man in the difficult days he will encounter will not be in danger of fainting and being carried away and destroyed. Because it is natural in our lives for people to experience temptations and sorrows and misrecognitions and persecutions and trials. It is the rain and the downpours and the winds that attack a house. From the moment man laid a solid foundation, and based his character on the solid rock of Christ's teaching, he has nothing to suffer. This happens to everyone. This also happened with the pure and virtuous youth, Hermogenes.

To the various temptations he faces with his invisibility, the theophilous youth opposes his moral virtue and wins. He distributes the property left to him by his loving and rich parents to the poor, to the brothers of Christ and his masters, as he called them, and leaves.

The life of the holy warriors and monks of Egypt, of whom he had heard so much, leads him to the land of the Nile. He goes there to meet them and learn from their example and struggles. How long he stayed with them we do not know. What Synaxaristis mentions is that from Egypt, he later visited Athens and then Constantinople. There, now mature and an example of a zealous and good and virtuous man, he was called by the archbishop there to assume the Priestly office.

The theophilous ascetic wanted to refuse. The weight of the Priestly office and the responsibilities of a consecrated life make him timid. But the persistence of the holy bishop of the historic city convinces him in the end. The humble worker of Christ considers the persistence of the spiritual father of the Great Church as a command from God and accepts to take over the inheritance of the Priesthood.

In a relatively short time, he is ordained a bishop and sent to pastor the Church of Samos. The lamp had already been put "on the lamp". The spiritual wealth, the rich education and the tested virtue of the holy shepherd made Hermogenes soon emerge worthy of the great honor, but also of the heavy responsibility of the priesthood.

In his person the Christians of Samos found what they were looking for. The loving father, the ardent teacher, the meek and quiet counsellor, the faithful steward of the mysteries of God. Night and day the holy father toiled in the work of Christian teaching and charity. With living words he taught his people and projected everywhere the light of Christ. Many flocked to the new faith. And he directed them all with patience and gentleness and non-judgment. Many miracles are reported to have been performed by him, with the grace of God, to serve and comfort his suffering people. He still wrote many works, memorable works, to enlighten and support, but also to defend the Christian truth from the heresy of Arius and the other heretics, as well as from idolatry, which still had many followers. To an enviable degree, the holy bishop also organized charity.

This is how he emerged, according to the holy hymn writer, "a chosen holy vessel of the Lord, a canon of priesthood, a true refuge of temperance, a level of wisdom, a treasure of virtues, a wellspring of charity" but also "the supporter of the faithful to piety and the obedient to the prayers of the sick and the providing health at all times and grace always".

In this way, the "clear lamp" shone on the sacred garment and emerged as a clear preacher of the decrees of Christ.

In front of his eyes he always had the recommendation of Uncle Paul to Timothy: "Keep the legacy" (1 Timothy 4:20).

Guard, Timothy, the legacy of the truths of the Gospel.

Keep it unadulterated and intact.

And Timotheus guarded her.

But she was also protected by the holy Hermogenes. He guarded her until death. In his thoughts, the blessed father often, very often, brought the Lord's words: "The good shepherd lays down his soul for the sheep (John 11:11). And he sacrificed his life to save and protect his sheep. Those years were very difficult years.

On the one hand the heretics, and in fact the followers of Arius, on the other the Jews and pagans fiercely persecuted the faithful Christians. They were not only prevented from performing their Religious duties, but they were also caught and like unruly lambs led to slaughter and martyrdom.

That is why the real shepherds suffered a lot at that time.

Every day they saw "their lives hanging before their eyes".

At the risk of their lives they had to run everywhere to encourage, to support, to comfort, to restrain. This is what the true shepherd, the fifth god Hermogenes, did.

Enthusiastic and ardent and tireless he moves with zeal wherever duty calls him, to guard and strengthen his spiritual children. He stays awake nights to instill in the hearts the courage and the obsession in their spiritual experiences. With patience and generosity he emphasizes to them at every moment the joy that the souls of the faithful will enjoy in the heavenly and eternal kingdom of God. "The sufferings of the present time are not worthy to be revealed to us for the glory that is to come" (Rom. 8:18).

My children, he told them, what we will suffer during this period of earthly life, is in no way worthy of being compared to the glory that is about to be revealed and awarded to us. Faithful to our heavenly Leader, may we remain till death. And he was the first.

Because, as was natural, his action could not fail to become known. Fanatical pagans hastened to denounce the zealous bishop to the ruler of Samos, Santorini.

And this ardent persecutor of the new faith seized the opportunity to call the saint before him in apology.

Informed of his education and philanthropy he tried at first to show him some kindness in the hope that he might endear him and seduce him into idolatry. - I learned, he said to him, that you, such an educated man, stopped giving honor and respect to the great gods that we all accept and you believe and teach others to believe in a certain Jewish Jesus as God, who was crucified by his countrymen.

I also learned that you are also a teacher of the Christians and their high priest. I had a hard time believing it. That is why I called you to learn the truth from you yourself. What do you think;

- Yes! My Lord. I am a Christian. For gods, it cannot be the stones and the wood, which you worship. These are human constructs. They have eyes and do not see. They have ears, but they do not hear. They do not understand. They don't feel. The God of the Christians and my God is the One who created the whole world and us humans. He, for our own salvation, because we strayed from the path that he laid out for us, so that we could be happy, sent his Only Begotten Son into the world, to lead us back to the straight path.

Christ came and taught us the will of God and gave us the means to be saved.

- Stop it, Hermogenes. Leave the fairy tales and come sacrifice to the great gods, to save your property and your life.

- I have no property, my lord. The help I give to the poor and hungry is not my wealth. As for my life, it belongs to my Lord.

Enraged by the spiritual greatness of the Christian bishop, the tyrant thought that only by force could he subdue him. His weakness in argument made him even weaker in heart. That is why he ordered that the confessor be tortured until he repents and asks for forgiveness. The unhappy man could not understand that denial and betrayal have no place in the heart of genuine Christians.

The soldiers standing there, at the command of their lord, immediately seized the old bishop, tied his hands behind his back, threw him to the ground, and began to beat him with leather whips. The sacred athlete's flesh was being torn apart. The blood flows and waters the earth. But he unyielding and fearless accepts the injury with prayer and glorifying the name of God.

At some point, at a nod from the ruler, the soldiers stopped. And he, with feigned distress, turns to the saint and asks him: - What are you saying, bishop? Were you imprisoned or still?

And the saint answers him with courage and bravery of soul:

- Lord, the means you use do not hurt me, nor do they frighten me. My Christ commands us not to be afraid of those who kill our body, but are unable to harm our soul. Continue the torture you have at your disposal. I daresay your men will tire of torturing, Than I endure.

The words of the Martyr provoked the anger of the ruler even more, who ordered that the saint be hung high on a tree and with iron claws they would tear his sides and then burn his flesh with lit lamps.

And the new martyrdom was accepted by the bishop with the same stubbornness and patience.

In the end, the lord, to justify his weakness, orders the hieromartyr to be thrown into prison and his legs to be secured to the wood, and a heavy chain to be placed around his neck. The executioners faithfully carried out their master's order and left. A double guard took care of the stricken athlete.

In the thick darkness and the suffocating atmosphere of the cell in which the saint was thrown, a sweet voice is heard shortly:

"My God, do not be far from me; my God, come to my help, those who seek my soul have put me to shame and beggars, those who seek my evil have surrounded me with shame and shame". (Ps. 12-13 ).

At midnight, when the saint was chanting and praying, a strong earthquake shook the prison.

The shackles of the martyr were loosed and a light shone and illuminated those around. In the light a sweet form appeared, the form of Jesus Christ among a multitude of angels and a loud voice was heard saying:

"Hail, hieromartyr Hermogenes, of courage and strength and do not be afraid. I'm not abandoning you. I will always be near you."

After these words the form of the Lord disappeared, while a fragrance filled all the cells and the saint was healed of the wounds, so that no sign of the injuries could be seen.

The next day the soldiers who came to take the saint could not believe their eyes. The cell open, the guards outside terrified, and the bishop perfectly well.

When the lord saw him he was troubled, as well as those who were around him.

But he hid his agitation, and with feigned sorrow tried to excuse himself for the tortures to which he had subjected him the day before.

- Come, she tells him, Hermogenes. Repent even now, to get your freedom. Otherwise...

To the lord's new threat with obvious disgust and contempt, the servant of Christ responded:

- Stop flattering me and threatening me, alitaire. Your flattery and threats do not move me. They don't even scare me. And you had to understand that. And the death that you project to me as the culmination of my injuries, does not disturb me. Death is for us Christians a redemption and a blessing, because it brings us one hour faster to our Lord and God. "We don't have nor did they live in a city, but they were looking for it". I am a Christian and I will remain a Christian.

Santorini immediately rose up in a rage and ordered new tortures. The executioners immediately brought wild horses and tied the old bishop to them, to drag him along the earth until his limbs were dismembered. But the horses, as if they felt the victim behind them, reared and stopped.

- Great is the God of the Christians, shout the crowds. This is the true God. And the saint with religious fervor raises his hands and sings: "Lord, I am Helper and do not fear what man will do to me? Oh, I fear evil, that you, Lord, are with me."

Prayer and chanting give strength to the martyr's soul. He is ready to accept everything for the love of Christ. A secret and inexplicable, from the human point of view, peace has flooded his mental world, which makes him not calculate and fear nothing.

The tyrant sees it. But he has not had enough of blood. With a rage he longs to tear his victim apart and tear him into a thousand pieces and subjects him to new tortures. They pierce him with red-hot spits. They throw him down a cliff and in the end they decapitate him.

Before he died, the blessed athlete knelt there at the place of his condemnation. He sent up a fervent prayer. He thanked the Lord for helping him and deserved to die for his glory. He was obliged to forgive his executioners and to grant his Church peace and the faithful love and devotion and faith.

Then he bowed his head. The executioner's knife fell heavily and split the body in two.

At night, courageous Christians went to the place of martyrdom, took the holy relic and after washing it with the myrrh of their love, clothed it and put it in a casket together with the holy cart.

Then after securing it, they entrusted it to the sea. They threw it into her, so that the enemies would not destroy it.

And the sea, like a loving mother, protected the holy shroud of the martyr and after some time brought it with its waves and placed it gently on the shore of Kurio.

Here the Christians of the city found it. With tears and honors they lifted it and with exodus hymns they took it and buried it there in Episkopi.

Next to the tomb, their love erected after a while a beautiful temple, which exists to this day. The miracles of the good shepherd continue to those who with reverence and faith appeal to his grace and ask for his intercession.

Our island is privileged.

Blessed are its inhabitants.

Blessed to have so many holy guardians and ambassadors.

To these holy and blessed forms may every afflicted soul take refuge.

All of us especially resort to them at this time.

With ardent faith let us take refuge and ask them to bind themselves more warmly for us, so that we may be delivered from the various trials and the terrible enemies that surround us.

Let us try to draw often from their lives consolation and reinforcement in the sorrows they have found us.

In our ears the recommendation of the great Apostle always rings loudly: "We also fight, having thus a cloud of martyrs with us, having laid aside all the burdens and the persistent sin, with patience we run the race that is about us concerning the leader and finisher of faith Jesus" (Heb. 15' 1 - 2).

 That is, we too, since we have around us such a large cloud of witnesses, let us throw away every burden from the depressing cares of life and above all sin, which easily entangles us in its nets.

Yes! Let us shake off sin and run the race of the road that lies before us, with our eyes fixed on the leader and founder of our faith, Christ. Christ who with His grace protects us and manipulates us on the way to perfection.

In this cloud of martyrs and saints of our Cyprus, blessed Hermogenes spreads special radiance and brilliance with his virtue and sacrifice.

And he, together with so many other saints, who brilliantly adorn the Christian Pantheon, with special love and affection calls us and emphasizes us and recommends us to stand unyielding and unyielding to continue our struggle faithfully until death. Our holy and wonderful struggle for the prevalence in the world of the treasure of our Orthodoxy and the kingdom of God.

How many of today's Cypriots will not open their ears to such a nice invitation, but also such an honorable mission?

Truth! How many?

 

 

Absolutely. Sound a'. Of the sealed stone.

Of Phoenicus the branch, and of Samia the support, guardian and guard of the Cypriots, Hermogenes, our Father, you rose up the Sea, you passed through the bridles, and through this tempest of bridles, you supported the city of Episkopi as your wondrous altar, glory to God who prospered thus, glory to you who guided you. Thanks be to the one who works for you.

 

 

Kontakion. Sound c. Virgo today.

The pride of the Samians and the glory of the Cypriots, Hermogenes, let us all cheer with hymns, because they have received the glory of the Trinity, and like the sun you have illuminated the world, you are willingly praising and worshiping, saying, Hail, miracle worker Hermogenes Osie.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου