Κυριακή 26 Ιουνίου 2022

Ο Όσιος Δαβίδ εν Θεσσαλονίκη

 


Ο   Όσιος  Δαβίδ   καταγόταν    από    τη    βόρεια   Μεσοποταμία,  που  ήταν   μεγάλο    μοναστικό   κέντρο,   και    γεννήθηκε   περί    το    450    μ.Χ.   Για   λόγους   που    δεν   αναφέρονται    ήλθε   στη   Θεσσαλονίκη μαζί   με   το   μοναχό    Αδολά.   Κατά    το   βιογράφο   τους   ο    Όσιος εισήλθε  αρχικά   στη  μονή  των  Αγίων  Μαρτύρων   Θεοδώρου  και   Μερκουρίου, επιλεγομένη   Κουκουλλιατών,  της   οποίας   η  τοποθεσία προσδιορίζεται   «εν   τω   αρκτικώ    μέρει   της   πόλεως   πλησίον  του τείχους εν ώ εστι το παραπόρτιον των Απροΐτων». Το προσωνύμιο   «Κουκουλλιατών»    ή  «Κουκουλλατών»  δηλώνει   τους   μοναχούς  που  έφεραν    κουκούλιο,    ίσως    κατά    ιδιάζοντα   τρόπο,   αν    κρίνει    κανείς  από   τις   σωζόμενες    απεικονίσεις    του    Οσίου,  δηλαδή  ριγμένο  στους  ώμους. Η  θέση της μονής πρέπει  να   αναζητηθεί  βορειοανατολικά της Ακροπόλεως, εκεί όπου αναγνωρίζεται το τοπωνύμιο   «Κήπος   του   Προβατά».

Τα  παραδείγματα   των  αγίων ανδρών της  Παλαιάς Διαθήκης,  ιδιαιτέρως  του    Προφήτου   και    βασιλέως   Δαβίδ,   ο    οποίος   «τριετή χρόνον   ητήσατο,  ίνα   δοθή   αυτώ   χρηστότης   και    παιδεία   και σύνεσις»,   ώθησαν   τον   Όσιο   Δαβίδ  να    αποφασίσει    να    καθίσει   σε  δένδρο   αμυγδαλέας    μέχρι    ο   Κύριος    να    του   αποκαλύψει    το θέλημά   Του   και    να    του    χαρίσει   σύνεση    και   ταπείνωση.   Στο τέλος   της   τριετίας   εμφανίσθηκε   στον    Όσιο   Άγγελος    Κυρίου,    ο  οποίος  τον διαβεβαίωσε  ότι εισακούσθηκε η παράκλησή του και  η  δοκιμασία   του   ως    δενδρί    του   ασκητού   έληξε.   Ο   Άγγελος   του  είπε   να    κατέλθει  από    το   δένδρο    και    να    συνεχίσει    τον  ασκητικό   του   βίο   σε   κελί    αινών   και    ευλογών    τον    Θεό.   Ο  Όσιος    κοινοποίησε   την   οπτασία   αυτή     στους   μαθητές   του, ζητώντας   τη    βοήθειά    τους   για    την   κατασκευή   του    κελιού.   Η  είδηση   γρήγορα   έφθασε  στον   Αρχιεπίσκοπο   Θεσσαλονίκης   Δωρόθεο    και    σε    όλη   την    πόλη.

Όταν  ο  αυτοκράτορας Ιουστινιανός με τη Νεαρά 11, του 535 μ.Χ., απέσπασε από την εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης   τις βόρειες  περιοχές  του   Ιλλυρικού   και   ανύψωσε    την ιδιαίτερή του πατρίδα σε Αρχιεπισκοπή, υπό τον τίτλο της Νέας Ιουστινιανής,  Αρχιεπίσκοπος  Θεσσαλονίκης  ήταν  ο  Αριστείδης,  ο  οποίος    άν  και  αποδέχθηκε τη  μεταβολή, προσπάθησε όμως να περισώσει   την   πολιτική     σημασία    της    πόλεως    με    την   επαναφορά  της   έδρας   του   υπάρχου   του   Ιλλυρικού    από    την Πρώτη  Ιουστινιανή   στη  Θεσσαλονίκη. Ενώ  η  διάσπαση  της  εκκλησιαστικής  διοικήσεως δεν   μείωνε   την   αξία   της   Θεσσαλονίκης,  η   μετάθεση   της   έδρας   της   υπαρχίας    συνιστούσε  σοβαρό  υποβιβασμό   της  πόλεως.   Το   αίτημα   λοιπόν   των    Θεσσαλονικέων, καθώς  και  η  επιθυμία   του    υπάρχου   Δομνίκου,   ήταν   η    επαναφορά  της    έδρας    στη   Θεσσαλονίκη,   ιδέα  που  ενστερνίσθηκε  με ενθουσιασμό   ο    Αρχιεπίσκοπος  Αριστείδης.  Στο  σημείο αυτό   ζητήθηκε   η   βοήθεια   του   Οσίου  Δαβίδ  για  τη  μεταφορά  του  αιτήματος  στον  Ιουστινιανό, διότι  ο  Αρχιεπίσκοπος,   όπως  ο  Βίος  εξηγεί,  δεν   μπορούσε   «καταλιπείν    την  πόλιν  αδιοίκητον»   και   να μεταβεί   στην  Κωνσταντινούπολη. Εκτός  των   άλλων  όμως,  η  προτίμηση  του  Οσίου  Δαβίδ  δείχνει  τη  βαρύτητα,  αλλά   και   τις δυσχέρειες   που  προβλεπόταν  ότι   θα   συναντούσε   ένα   παρόμοιο αίτημα   στον  Ιουστινιανό, ο  οποίος προσφάτως  είχε τιμήσει  την  ιδιαίτερή  του πατρίδα, Πρώτη   Ιουστινιανή,  με  τις  έδρες   της   νέας Αρχιεπισκοπής   και    της   υπαρχίας.   Μετά   από  τόσα    χρόνια εγκλεισμού    ο    Όσιος   εμφανίσθηκε   για   πρώτη    φορά   στο    φως   του   ήλιου.   Η    μορφή   του   είχε   αλλάξει.  Τα  μαλλιά   του   είχαν μακρύνει   μέχρι   την   οσφύ    αυτού    και    τα    γένεια   του   μέχρι    τους πόδες   του,  το  δε  άγιο   πρόσωπό   του   έλαμπε   σαν   τις    ακτίνες    του  ήλιου.  Συνοδευόμενος  από  δύο  μαθητές   του,  τον    Θεόδωρο    και   τον Δημήτριο,   απέπλευσε   προς   τη     Βασιλεύουσα.   Η    φήμη   όμως    του  Οσίου  είχε  προτρέξει. Έτσι,  όταν  έφθασε  εκεί,  όλη  η  Πόλη  τον υποδέχθηκε.  Η   υποδοχή   του  από  τη  Θεοδώρα,  σύζυγο  του Ιουστινιανού,  καθώς  και  οι  τιμές  και  ο  σεβασμός  της  προς  το  πρόσωπο του  Οσίου, προκάλεσαν τον θαυμασμό  όλων των παρισταμένων.  Η   Θεοδώρα    κινήθηκε    δραστήρια· έτσι,  όταν επέστρεψε  ο  Ιουστινιανός, ο οποίος  απουσίαζε    σε  επίσημες  υποχρεώσεις,    φρόντισε   να   προκαταλάβει    τη    γνώμη    του    θετικά υπέρ   του   Οσίου   Δαβίδ, με αποτέλεσμα ο  αυτοκράτορας να προσκαλέσει    τον  Όσιο ενώπιον της  συγκλήτου.  Ο  Όσιος  παρουσιάσθηκε   στη    σύγκλητο   κατά   τρόπο   θεαματικό    κρατώντας  στα   χέρια    του   φωτιά    με    θυμίαμα   που    δεν   κατέκαιγε    τη  σάρκα  του.  Το   παράστημα  του    Οσίου   καθώς   και    το   προφανές  θαύμα  επέβαλε  σε  όλους κλίμα    δέους  και  κατανύξεως,   ώστε   ο  βασιλέας    πρόθυμα     ικανοποίησε    το    αίτημά  του    με    σπουδή.

Κομίζοντας   τα     αγαθά    νέα  ο  Όσιος  απέπλευσε  για  τη  Θεσσαλονίκη,   την    οποία    όμως  έμελλε  μόνο   από   μακριά   να  ξαναδεί,   διότι  μόλις  το πλοίο   παρέκαμψε  το   ακρωτήριο   εκείνος παρέδωσε   το   πνεύμά    του   στο   Θεό.  Το  γεγονός   συνέβη   μεταξύ  των    ετών   535 – 541  μ.Χ.

Η είδηση  της  αφίξεως  του  ιερού  λειψάνου   του    Οσίου    κάτω    από    τις    συνθήκες    αυτές    συγκλόνισε   ολόκληρη   την   πόλη   της Θεσσαλονίκης.  Το    σκήνωμα   του   Οσίου    Δαβίδ    αρχικά    κατατέθηκε στον   τόπο,  όπου  είχαν    αποτεθεί   παλαιότερα   τα    ιερά   λείψανα   των   Μαρτύρων   Θεοδούλου   και    Αγαθόποδος,  στα  δυτικά  του   λιμανιού.  Ο  Αρχιεπίσκοπος  Αριστείδης   με   πολλή   θλίψη   όρισε πάνδημη  κηδεία.  Το   λείψανο  του  Οσίου  ενταφιάσθηκε  στη    μονή   του,   των   Απροΐτων,    σύμφωνα   με    την    επιθυμία   του.

Εκατόν    πενήντα   χρόνια   μετά    την    κοίμηση    του   Οσίου,   περί    το  685 – 690  μ.Χ.,  έγινε   μία   προσπάθεια   για   τη    διάνοιξη   του   τάφου, όταν   ο   ηγούμενος    της   μονής    των  Απροΐτων    Δημήτριος   «ηθέλησεν  από  πολλήν    πίστιν   λαβείν  τι  μέρος   εκ   του    αγίου   αυτού λειψάνου».   Μόλις   όμως    ξεκίνησε η  εργασία  αυτή,  η   πλάκα   που  κάλυπτε τον τάφο έσπασε και αυτό  θεωρήθηκε  ως   φανέρωση   του θελήματος  του   Οσίου   να   μη   θιγεί.   Το     ιερό  λείψανο   παρέμεινε στην  αρχική   του   θέση   μέχρι   την   εποχή   των   σταυροφοριών.  Κατά   την   περίοδο   της   λατινικής   κυριαρχίας   του    μομφερρατικού    οίκου στη  Θεσσαλονίκη  (1204 – 1222), το  ιερό   λείψανο  μεταφέρθηκε  στην  Ιταλία  και   το   1236     απαντάται   στην   Παβία,   απ’ όπου    μεταφέρθηκε   στο   Μιλάνο,  το    1967.           
Τελικά, το σεπτό λείψανο του Οσίου Δαβίδ  μεταφέρθηκε  στη  Θεσσαλονίκη   και   κατατέθηκε   στη   βασιλική   του   Αγίου   Δημητρίου στις    16    Σεπτεμβρίου   1978.



Απολυτίκιον.  Ήχος   δ’.  Ταχύ   προκατάλαβε.

Ως  φοίνιξ  εξήνθησας,  των  αρετών  τους  καρπούς,  ασκήσας  ως  άσαρκος,  αμυγδαλής  εν   φυτώ,   Δαβίδ   Πάτερ  Όσιε. Όθεν Θεσσαλονίκη,  τοις  οσίοις σου  πόνοις,  χάριν   παρά   Κυρίου,   δαψιλή  καρπουμένη,   γεραίρει   ως    μεσίτην  σε,  θερμόν  προς  τον Φιλάνθρωπον.

 

Έτερον   Απολυτίκιον.  Ήχος    πλ. α’.  Τον   συνάναρχον  Λόγον.      
Τη   αγάπη  του   Λόγου   Πάτερ   πτερούμενος,   επί   του   δένδρου    διήλθες   αγγελικήν   βιοτήν,   και   εξήνεγκας   ημίν   καρπούς   της χάριτος·  εξ  ών   τρυφώντες   νοητώς,   εκβοώμέν  σοι   πιστώς,   Δαβίδ Οσίων   ακρότης·   μη    διαλίπῃς   πρεσβεύων,  ελεηθήναι  τας  ψυχάς  ημών.



Κοντάκιον. Ήχος    β’.  Τους    ασφαλείς.     
Ως  μιμητήν,  των  ουρανίων  τάξεων,  και  αγαθών,  των  επιγείων   πάροικον,   επαξίως    μακαρίζομεν,   σε   ω   Δαβίδ    θεομακάριστε· τον    βίον  γαρ   ως   άγγελος    ετέλεσας,   και  θείων  δωρημάτων κατετρύφησας,   εξ   ών   και    ημίν   μετάδος   Όσιε.



Μεγαλυνάριον.
Ήνεγκας   ως   κλήμα   εν   τη   Εδέμ,   εστώς   υπέρ   φύσιν,   επί    δένδρου Πάτερ  Δαβίδ,  βότρυας  ηδίστους,   ζωής  της  μακαρίας,  δι’  ών  αεί  ευφραίνεις,   τους   σε    γεραίροντας.

 

Saint David in Thessaloniki

 

 

Saint David came from northern Mesopotamia, a large monastic center, and was born around 450 AD. For reasons not mentioned he came to Thessaloniki with the monk Adolas. According to their biographer, Hosios first entered the monastery of the Holy Martyrs Theodore and Mercurius, selected Cuculites, whose location is designated "in the arctic part of the city near the wall in front of the wall of the Apostles". The nickname "Cucculates" or "Cucculates" denotes the monks who carried cocoons, perhaps in a very specific way, if judged by the preserved depictions of Osios, that is, thrown to the shoulders. The location of the monastery should be sought northeast of the Acropolis, where the name "Garden of the Sheep" is recognized.

The examples of the holy men of the Old Testament, in particular the Prophet and King David, who "served for three years, gave him such utility and education and prudence", prompted Saint David to decide to plant almond tree on his almond tree. His will and to grant him prudence and humility. At the end of the three years he appeared to Saint Angelos the Lord, who assured him that his plea had been heard and that his trial as an ascetic tree had ended. The angel told him to come down from the tree and continue his ascetic life in a cell of eternity and blessings to God. Hosios communicated this view to his students, asking for their help in the construction of the cell. The news quickly reached the Archbishop of Thessaloniki, Dorotheus and throughout the city.

When Emperor Justinian with Young 11, in 535 AD, seized from the ecclesiastical jurisdiction of the Archbishop of Thessaloniki the northern areas of Illyricum and elevated his separate homeland to the Archbishopric, under the title of New Iustinianus , who accepted the change, but attempted to restrain the political importance of the city by restoring the seat of the Illyricum from the First Justinian to Thessaloniki. While the disintegration of the ecclesiastical administration did not diminish the value of Thessaloniki, the relocation of the seat of the district constituted a serious downgrading of the city. So the request of the Thessaloniki, as well as the wish of the existing Domnico, was to relaunch the seat in Thessaloniki, an idea that Archbishop Aristidis enthusiastically endorsed. At this point, Saint David's assistance was requested in transferring the request to Justinian, because the Archbishop, as Vios explains, could not "swallow the unjustified city" and go to Constantinople. But, among other things, Saint David's preference shows the gravity but also the difficulties that would be expected to meet a similar request to Justinian, who had recently honored his own homeland, the First Justinian, with the seat of the new Archbishop and existence. After so many years of incarceration, the Saint appeared for the first time in the sun. Its form had changed. His hair had longened to his back and his beards to his feet, and his holy face shone like the rays of the sun. Accompanied by two of his disciples, Theodore and Demetrius, he sailed to the King. But Osios's fame had stirred. So when he got there, the whole City welcomed him. His welcome by Theodora, Justinian's wife, as well as her values ​​and respect for Osios' face, caused the admiration of all present. Theodora moved vigorously; so, when Justinian, who was absent from official duties, returned to pre-empt his opinion in favor of Saint David, and the emperor invited the Saint before the senate. Hosios was presented to the Senate in a spectacular manner, holding in his hands a fire with incense that did not burn his flesh. Osios' impulse as well as the obvious miracle imposed a whole climate of awe and chagrin, so that the king willingly fulfilled his request with study.

While scouring the good news, Hosios left for Thessaloniki, but he was only going to see it from afar, for as soon as the ship overturned the cape he surrendered his spirit to God. This happened between the years 535 - 541 AD.

The news of the arrival of the sacred relic of Osios under these conditions shocked the whole city of Thessaloniki. The tomb of St. David was originally deposited at the site where the sacred relics of the Theodoulou and Agathopodos Witnesses were formerly located west of the harbor. Archbishop Aristides, with great sadness, appointed a pandemic funeral. The remains of Osios were buried in his monastery of the Apostles, according to his wish.

One hundred and fifty years after the Assumption of Assumption, around 685 - 690 AD, an attempt was made to open the tomb, when the abbot of Demetrios Monastery "wished many faithful what part of this holy relic". . As soon as this work began, however, the slab that covered the tomb was broken, and this was regarded as a manifestation of Hosea's desire not to be touched. The sacred relic remained in its original position until the time of the Crusades. During the period of the Latin domination of the House of Commons in Thessaloniki (1204 - 1222), the sacred relic was transferred to Italy and in 1236 it is found in Pavia, from where it was transferred to Milan in 1967.

Finally, the secrets of Saint David were transferred to Thessaloniki and deposited in the basilica of Agios Dimitrios on 16 September 1978.

 

 

Absolutely. Sound d. Fast forward.

As a phoenix exiled, by virtue of my fruits, I practiced as a fleshy, almond-planted, David Peter Osier. Every Thessaloniki, your feverish pains, for the sake of the Lord, a wretched wrinkle, grow old as a broker, warmly to the Philanthropist.

 

Other Apolitical. Sound a'. Co-captain Logon.

The love of the Word Father wandering, on the tree you went through the angelic life, and the immense fruits of grace;

 

 

It's close. B sound. Secure them.

As a mimic of the heavenly classes, and of the goods, of the earthly parochial, profoundly blessed, in David David theorize; the violent guard as an angel of atonement, and the divine gifts of destruction, of the sixth and the sixth Hosea.

 

 

Magnificent.

Inge as a clan in Eden, in favor of nature, on the tree of David David, a traitor, a life of blessings, you will always welcome them, by aging them.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου