Ο Άγιος Ιερομάρτυς
Βασιλεύς έζησε
κατά τους χρόνους
του βασιλέως Λικινίου
(307 – 323 μ.Χ.) και ήταν Επίσκοπος
της Αμασείας
του Πόντου. Ο Επίσκοπος
Βασιλεύς διακρινόταν για
τον ζήλο του
υπέρ της πίστεως
και την ακοίμητη δραστηριότητα στην επιτέλεση των καθηκόντων του. Επειδή παντού υπήρχαν
και πλάνες και κίνδυνοι, έσπευδε παντού και ο ίδιος
κηρύττοντας, συμβουλεύοντας, παρηγορώντας,
ενισχύοντας, στηρίζοντας, ελκύοντας, πυκνώνοντας
και εγκαρδιώνοντας τις
Χριστιανικές τάξεις και
αναδεικνύοντας αυτές όσο το
δυνατόν ισχυρότερες πνευματικά έναντι
του ειδωλολατρικού κόσμου.
Γι’
αυτόν
τον λόγο οι
ιερείς και οι
άρχοντες των ειδωλολατρών, έτρεφαν εναντίον
του σφοδρή
έχθρα. Και όταν ο Λικίνιος,
το έτος 322 μ.Χ.,
προέβη
στα δυσμενή και διωκτικά
μέτρα εναντίον των
Χριστιανών, κατήγγειλαν
προς αυτόν τον
Επίσκοπο Αμασείας, Βασιλέα.
Ένα
ιδιαίτερο περιστατικό
κορύφωσε την οργή του
Λικινίου εναντίον του Επισκόπου Βασιλέως. Κοντά στην
αυτοκράτειρα Κωνσταντία διέμενε
άλλοτε ως ακόλουθος μία νεαρή
και ωραιότατη κόρη,
που ονομαζόταν Γλαφύρα.
Εξαιτίας της
ομορφιάς της ο Λικίνιος
ανεφλέγη από αμαρτωλό πάθος, ως
δούλος σαρκικών παθών, καθώς
ήταν. Η κόρη
αντιλήφθηκε τον κίνδυνο που απειλούσε
την τιμή της. Ως
γνήσια
Χριστιανή όμως
δεν δελεάσθηκε καθόλου
από το βασιλικό
έρωτα, αλλά έφριξε
και ζήτησε την σωτηρία
της στην φυγή.
Ενδύθηκε λοιπόν με ανδρικά ρούχα
και κάποια νύχτα,
βοηθούμενη από την βασίλισσα που έμαθε
όσα συμβαίνουν, άφησε την Κωνσταντινούπολη
και έφθασε
στην Αμάσεια, όπου
παρουσιάσθηκε στον Επίσκοπο Βασιλέα
και ζήτησε την ηθική του προστασία.
Ο Επίσκοπος επαίνεσε
την γνήσια ευσέβεια
και την αδούλωτη σύνεση
της νέας, την τοποθέτησε
δε κοντά σε ηλικιωμένη Χριστιανή γυναίκα
που ήταν εντελώς
αφοσιωμένη στην υπηρεσία του Χριστού
και βοηθούσε
σημαντικότατα τον
Επίσκοπο στο έργο
των γυναικών της Εκκλησίας.
Η Γλαφύρα
εξέφρασε την βαθιά
ευγνωμοσύνη της και χάρηκε ιδιαίτερα
που της
δόθηκε η ευκαιρία
να ασχοληθεί και
αυτή μεθ’ άρεστες
ασχολίες. Βοηθούσε λοιπόν
στην κατήχηση
γυναικών και νεαρών
κοριτσιών, που ήθελαν να ασπασθούν την χριστιανική
πίστη και να
γίνουν
μέλη της Εκκλησίας,
ευεργετούσε φτωχά και
ορφανά παιδιά και επιπλέον κατέβαλε όλη
τη δαπάνη που προϋπολογίσθηκε για την οικοδομή
Χριστιανικού ναού στην
Αμάσεια.
Μάταια ο Λικίνιος την είχε αναζητήσει σε όλη την
πρωτεύουσα και στα περίχωρα. Όμως
οι εχθροί του
Επισκόπου Βασιλέως, πληροφόρησαν τον Λικίνιο
ότι η κόρη εκείνη
είχε καταφύγει κοντ;a στον
Ιεράρχη της Αμάσειας και
ότι την προστάτευσε και κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί τα πλούτη της
υπέρ των σκοπών της Εκκλησίας. Η είδηση
άναψε
πυρκαγιά στη
σαρκοβόρα και μοχθηρή ψυχή
του Λικινίου.
Υπέθετε ότι
η Γλαφύρα ζούσε ακόμη και ότι θα
την έφερνε
κάτω απὸ την
εξουσία του. Αλλά η σεμνή
κόρη,
είχε ήδη πεθάνει
και ο τάφος ματαίωσε για πάντα τους χυδαίους
πόθους του. Τότε η μανία του έγινε σφοδρότερη κατά του
Επισκόπου
Βασιλέως. Διέταξε,
λοιπόν, να τον φέρουν σιδηροδέσμιο
στη Νικομήδεια. Η διαταγή εκτελέσθηκε και ο Άγιος κλείσθηκε
στη φυλακή.
Τον
Άγιο ακολούθησαν δύο από τους
διακόνους της Εκκλησίας
της Αμάσειας, ο Θεότιμος
και ο Παρθένιος,
τους οποίους φιλοξένησε
ένας ευσεβής και φιλάνθρωπος Χριστιανός, ονόματι Ελπιδοφόρος. Οι παρεχόμενες αγαθοεργίες του Ελπιδοφόρου
προς όλους
είχαν καταστήσει φίλους
του ακόμα και
τους φρουρούς
των φυλακών. Μπορούσαν
λοιπόν οι δύο διάκονοι να εισέρχονται ορισμένη ώρα στη φυλακή, όπου απολάμβαναν την ευχαρίστηση να συνδιαλέγονται με τον Επίσκοπό τους, να ακούνε
από το
στόμα του τον λόγο της αλήθειας και
να δέχονται ηθική ενίσχυση και παρηγοριά.
Λίγες
ημέρες μετά, ο Λικίνιος διέταξε να φέρουν
τον
φυλακισμένο Επίσκοπο ενώπιόν του. Τον
έλεγξε με δριμύτητα
ως ένοχο για την απόκρυψη
της Γλαφύρας και για
τον ζήλο με
τον οποίο υπεράσπιζε
την χριστιανική του πίστη περιφρονώντας τα βασιλικά διατάγματα. Ο Επίσκοπος
για την Γλαφύρα, απάντησε ότι δεν μπορούσε να μην παράσχει
άσυλο και προστασία στη
χριστιανική κόρη, η οποία
ήταν εξόριστη και ήθελε
η ίδια να περισώσει
και να
διαφυλάξει την τιμή της,
και ότι αυτή η ίδια
από ευσεβή διάθεση χρησιμοποίησε
την περιουσία
της υπέρ των φτωχών και για
την ανέγερση
ναού, πράγματα για τα οποία ένας Επίσκοπος
οφείλει
να προτρέπει
τους πιστούς
και όχι να τους
εμποδίζει. Και για την περιφρόνηση
των βασιλικών διαταγών,
οι οποίες απέβλεπαν στην εξόντωση
της χριστιανικής πίστεως, ο Άγιος
αποκρίθηκε ότι ο
ίδιος ο βασιλέας Λικίνιος
άλλοτε είχε αναγνωρίσει μαζί με τον Κωνσταντίνο
το καθήκον
του να επιτρέψουν
στους Χριστιανούς την πλήρη
ελευθερία της λατρείας τους και
του δόγματός τους και
ότι αυτός (ο Επίσκοπος) εξακολουθεί να
θεωρεί ορθό και
έγκυρο το παλαιότερο εκείνο
βασιλικό διάταγμα, διότι ήταν αξιότερο
σε όλα.
Εν τέλει δε,
παρακάλεσε τον Λικίνιο,
στο όνομα της ίδιας
της
δικής του σωτηρίας
και του
μέλλοντος του κράτους του, να ανακαλέσει
τα νέα μέτρα και να αναγνωρίσει
στους Χριστιανούς
την ελευθερία της θρησκευτικής τους συνειδήσεως.
Ο βασιλέας Λικίνιος
απέπεμψε τον Επίσκοπο,
κρατώντας επιφυλακτική στάση και ανέθεσε
σε έναν από τους άρχοντές
του να τον δει κατ’ ιδὶαν και να προσπαθήσει να τον
αποσπάσει από την πίστη του. Η συγκεκριμένη
αποστολή απέτυχε
και διατάχθηκε
έτσι η καταδίκη
του Επισκόπου.
Αυτός άκουσε ατάραχος
την απόφαση
και προσευχήθηκε
προς τον Θεό να δεχθεί με έλεος την ψυχή του. Προσευχήθηκε,
επίσης, υπέρ της
ασφάλειας του ποιμνίου του
και για τη
νίκη της Εκκλησίας.
Ύστερα ασπάσθηκε και ευλόγησε
τους δύο διακόνους
και τον Ελπιδοφόρο,
τους παρηγόρησε
στην θλίψη τους και τους
επιτίμησε γιατί έκλαιγαν,
λέγοντας τον έξοχο
εκείνο λόγο ότι σε
τέτοιου είδους κινδύνους
οι Χριστιανοί οφείλουν
να ΄φυλάνε τα δάκρυά τους και να
χύσουν με προθυμία το αίμα τους.
Έπειτα με προθυμία
έκλινε την τίμια κεφαλή
του στον δήμιο,
ο οποίος
την απέκοψε. Έτσι ο Άγιος έλαβε το στέφανο
του μαρτυρίου.
Μετά
από αυτό η τίμια κεφαλή και το λείψανο του Αγίου Βασιλέως ρίχθηκαν στη
θάλασσα με βασιλική
διαταγή. Αλλά ένα
αλιευτικό πλοίο, που έριχνε
τα δίχτυά του
στον κόλπο της
Σινώπης,
ανέσυρε από
εκεί το λείψανο του Αγίου. Ο
δε Ελπιδοφόρος, καθώς πληροφορήθηκε το γεγονός σε όνειρο,
ήλθε με τους διακόνους Θεότιμο και Παρθένιο
και αφού παρέλαβαν το Άγιο λείψανο,
το έφεραν στην
Αμάσεια, στην ιερή
αυτή ακρόπολη των Αγίων του κόπων και
αγώνων
και το ενταφίασαν
στο προσφιλές
του έδαφος.
Η Σύναξη του Αγίου Βασιλέως
ετελείτο στην Μεγάλη Εκκλησία, στην
οποία ίσως φυλασσόταν
μέρος του ιερού σκηνώματός
του.
Απολυτίκιον.
Ήχος
δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ως Λειτουργός
του Βασιλέως
της δόξης, τω
παρανόμω βασιλεί
αντετάξω, Ιερομάρτυς ένδοξε
παμμάκαρ Βασιλεύ·
όθεν τον αυχένα
σου, εκτμηθείς δια ξίφους, χαίρων προσεχώρησας, προς ουράνιον λήξιν· ής και ημάς δυσώπει
μετασχείν, τους ευφημούντας
την ένθεον μνήμην σου.
Κοντάκιον.
Ήχος β’. Τους ασφαλείς.
Ως ιερόν, μυσταγωγόν της χάριτος,
και Αθλητών,
συγκοινωνόν και σύσκηνον,
ευφημούντές σε γεραίρομεν, ω Βασιλεύ θεομακάριστε· οσίως γαρ τω Λόγω ιεράτευσας,
και δι’
αυτόν το αίμά σου εξέχεας·
ώ πρέσβευε
υπέρ των ψυχών ημών.
Μεγαλυνάριον.
Χάριν
Βασιλέως των ουρανών, την δεδωρημένην,
εις εκλύτρωσιν των βροτών, βασιλεί
τω πλάνω,
ω Βασιλεύ κηρύττων,
αθλητικώς δοξάζεις,
τον σε δοξάσαντα.
Saint Basil the Holy
Martyr Bishop of Amaziah
Saint Hieromartyr King
lived during the reign of King Licinius (307 - 323 AD) and was Bishop of the
Apostle of Pontus. Bishop King was distinguished for his zeal for the faith and
unremitting activity in the performance of his duties. Because everywhere there
were delusions and dangers, he went everywhere preaching, counseling,
consoling, strengthening, supporting, attracting, condensing, and emboldening
Christian classes and bringing them out as strong as possible against his
spiritually powerful world.
For this reason, the
priests and lords of the pagans worshiped him with fierce hatred. And when
Licinius, in the year 322 AD, took unfavorable and persecuting measures against
the Christians, they complained to this Bishop of Apostasy, King.
A special incident
culminated in the rage of Licinius against Bishop King. Near the Empress
Constance was once a young and beautiful daughter, named Glaufira, who resided
next to her. Because of her beauty, Licinius ignited a sinful passion, as a
servant of carnal passions, as she was. The daughter realized the danger that
threatened her honor. But as a true Christian, she was not enticed by royal
love at all, but instead shouted and begged for her salvation. So he dressed in
men's clothes and, one night, assisted by the queen who learned what was going
on, left Constantinople and reached Amasya, where he presented himself to the
King Bishop and asked for his moral protection.
The Bishop praised the
genuine piety and unselfish prudence of the young man, and placed him near an
elderly Christian woman who was fully devoted to Christ's service and greatly
aided the Bishop in the work of the women of the Church. Glaufira expressed her
deep gratitude and was particularly pleased to be given the opportunity to
pursue such pleasurable activities. He thus assisted in the catechism of women
and young girls who wanted to practice Christian faith and become members of
the Church, benefited poor and orphaned children, and in addition paid all the
money that was budgeted for building a Christian church.
In vain, Licinius had
sought her throughout the capital and on the outskirts. The bishops of the
Bishop, however, informed Lycinus that her daughter had fled shortly to the
Hierarch of Amasea, and that she had protected her and succeeded in exploiting
her wealth for the purposes of the Church. The news lit a fire in the
carnivorous and sinister soul of Licinius. He assumed that Glaucira was alive
even if he would bring her under his power. But the modest daughter had already
died and the tomb permanently frustrated his vile desires. Then his fury became
more severe against the Bishop King. So he ordered that he be brought to
Nicomedia for a railroad. The order was executed and the
Saint was imprisoned.
The Saint was followed by
two of the deacons of the Church of Amaseia, Theotimos and Parthenios, who were
hosted by a pious and philanthropic Christian named Hope. Elpidoforos'
charitable acts to all had made him even friends of the prison guards. So the
two deacons could enter the prison for some time, enjoying the pleasure of
conversing with their Bishop, hearing the word of truth from their mouths, and
receiving moral support and consolation.
A few days later, Licinius
ordered that the imprisoned Bishop be brought before him. He vigorously checked
him as guilty of concealing Glaughter and for the zeal with which he defended
his Christian faith by disregarding the royal decrees. The Bishop of Glaucira
replied that she could not afford asylum and protection to the Christian
daughter, who was exiled and wanted to save and preserve her honor, and that
she herself used her fortune in good faith. of the poor and for the erection of
a temple, things for which a Bishop must exhort the faithful and not impede
them. And for the contempt of the royal decrees, which sought to destroy
Christian faith, the Saint responded that King Likini himself had once
recognized with Constantine his duty to allow Christians their full freedom and
worship and that he (the Bishop) still considers that older royal decree to be
valid and valid because it was more valuable to all. Finally, he begged
Licinius, in the name of his own salvation and the future of his state, to
revoke the new measures and to give Christians freedom of religious conscience.
King Licinius sent the
Bishop down, keeping a cautious attitude, and commissioned one of his lords to
see him in private and to try to distract him from his faith. This mission
failed and so the bishop's condemnation was ordered. He heard the decision
uneasily and prayed to God to receive his soul with mercy. He also prayed for
the safety of his flock and for the victory of the Church. Then he embraced and
blessed the two deacons and Hope, comforted them in their grief and praised
them for crying, saying the great reason that Christians of this kind must risk
tears and shed their tears. He then willingly bowed his head to the
executioner, who cut it off. So the saint received the crown of martyrdom.
After that the honorable
head and the relic of St. Basil were thrown into the sea by royal order. But a
fishing boat laying its nets in Sinop Bay pulled the saint's relic from there.
Elpidophoros, having been informed of the dream in a dream, came with the
deacons Theotimos and Parthenios and, after receiving the Holy Relic, brought
it to Amaseia, to this sacred citadel of the saints, and buried it in its
beloved land.
The Synod of St. Basil
used to be in the Great Church, in which part of his sacred tent may have been
kept.
Absolutely. Sound d. The
Highest in the Cross.
As an Officer of the King
of Glory, unlawful king I oppose, the Hieromartyr has glorified the king's
palace;
It's close. B sound.
Secure them.
As a sanctuary, a
secretary of grace, and Athletes, transporting and escorting, euphemists in old
age, O King of the gods;
Magnificent.
For the sake of the King
of the heavens, the conquered, in the midst of the rains, He reigns over, O
King of preachers, you glorify him in sport, in glory.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου