Στον πνευματικό
ορίζοντα της Εκκλησίας της «Νήσου των Αγίων» σαν άστρο
φωτεινό έλαμψε και ο
επίσκοπος της παλιάς βυζαντινής πολιτείας, της ονομαστής Λάμπουσας. Λάμπουσα
λεγόταν η παλιά Λάπηθος που ήταν
κτισμένη κοντά στην θάλασσα. Στην Ελληνική
και Ρωμαϊκή εποχή, όσο και
στα χρόνια τα Πρωτοβυζαντινά
η πόλη φημιζόταν για τα πλούτη
της γι’ αυτό και Λάμπουσα. Την πόλη κατέστρεψαν οι
Σαρακηνοί με τις
αλλεπάλληλες επιδρομές τους και έτσι οι
κάτοικοι αναγκάστηκαν να αποτραβηχτούν ψηλότερα, εκεί που είναι σήμερα.
Ο ΆγιοςΕυλάλιος. Το όνομά του μας το έχουν παραδώσει οι χρονικογράφοι
Λεόντιος Μαχαιράς και ΦλώριοςΒουστρώνιος. Για
τον βίο και τη
δράση του ως επισκόπου
δεν μας αναφέρεται τίποτα. Άγνωστα
μας είναι και τα
χρόνια που ήκμασε.
Ό,τι εκθέτουμε εδώ, είναι
ότιμας λένε δυο τοπικές
παραδόσεις και ό,τι κατορθώσαμε να
βρούμε στην ακολουθία του, που δημοσίευσε για πρώτη φορά ο Βυζαντινολόγος ερευνητής κ. Κ. Χατζηψάλτης, στον Θ’ τόμο
του Δελτίου της Εταιρείας
Κυπριακών Σπουδών.
Σε μία
τοπική παράδοση πολύ διαδεδομένη αναφέρεται, πως ο άγιος αυτός ποιμένας ήταν
επίσκοπος στην Έδεσσα
της Συρίας.
Στην
πόλη αυτή φυλασσόταν με πολύ σεβασμό η
εικόνα του Αγίου Μανδηλίου, της
οποίας η
ιστορία έχει περίπου ως
εξής: Κατά την
εποχή που στην Παλαιστίνη ζούσε και
θαυματουργούσε ο Κύριος, στην Έδεσσα ήταν ένας
βασιλιάς
που λεγότανΑύγαρος.
Κάποια
μέρα ο βασιλιάς αρρώστησε από λέπρα. Οι γιατροί που τον επισκέφθηκαν στάθηκαν ανίκανοι να του
προσφέρουν και την πιο
μικρή βοήθεια. Η λύπη του άρχοντα
ήταν μεγάλη.
Σε αυτή
την κατάσταση, την απελπιστικὴ, μία αχτίνα ελπίδας χύθηκε στην καρδιά του, σαν έμαθε πως στη γειτονική χώρα, την Παλαιστίνη, ήταν ένας άνδρας,
πρότυπο αρετής και
καλοσύνης, που γιάτρευε όλες
τις αρρώστιες. Ακόμα ανάσταινε
και νεκρούς μ’ έναν και μόνο λόγο του.
Να μπορούσε να πάει ως
εκεί, θα εύρισκε
οπωσδήποτε την υγεία
του. Η απόσταση όμως ήταν
τόσο μακρινή και
η αρρώστια του τόσο βαριά κι οδυνηρή,
που του ήταν αδύνατο ν’ αναλάβει
ένα τέτοιο ταξίδι.
Τι να κάμει λοιπόν; Κάθισε και σκέφθηκε και
αποφάσισε. Έγραψε μία επιστολή και την έδωσε σε
μερικούς ανθρώπους δικούς του, να την
πάνε στην Παλαιστίνη και να την δώσουνε
προσωπικά στον μεγάλο θεραπευτή. Σ’ αυτὴν, του μιλούσε με πόνο για
την δοκιμασία του και τον
παρακαλούσε να πάει
ο ίδιος στην Έδεσσα, να τον δει και
να τον γιατρέψει.
Οι απεσταλμένοι
έκαναν όπως τους διέταξε
ο βασιλιάς τους. Πήγαν στην γειτονική και ευλογημένη χώρα, βρήκαν τον
θείο θεραπευτή και Δάσκαλο, τον Ιησούκαι του επέδωσαν
την επιστολή. Και
Αυτός αντί να σηκωθεί νὰ πάει στην Έδεσσα, όπως του ζητούσε ο άρρωστος βασιλιάςΑύγαρος,
πήρε ένα μαντήλι και μ’
αυτόσπόγγισε τον ιδρώτα από το άγιο πρόσωπό Του. Την ίδια
στιγμή στο μαντήλι απάνω αποτυπώθηκε η θεϊκή
μορφή Του. Δείχνοντας στους ανθρώπους του βασιλιά την Αχειροποίητη
εκείνη εικόνα του, τους έδωσε
το μαντήλι και
τους είπε να το
πάνε στον άρχοντά τους,
και αυτός μόλις θα έβλεπε την εικόνα
Του, θα γινόταν
αμέσως καλά. Κι έτσι πράγματι έγινε.
Τούτο
το Μανδήλιο, με την Αχειροποίητο εικόνα του Κυρίου Ιησού, φυλασσόταν για
πολλά χρόνια στην Έδεσσα
μέσα στο βασιλικό παλάτι.
Μετά τον θάνατο όμως
του βασιλιά ένας από τους
διαδόχους του, φανατικός ειδωλολάτρης αποφάσισε νὰ καταστρέψει το
ιερό τούτο κειμήλιο. Την ανίερη απόφασή του έκαμε
γνωστή στον τότε επίσκοπο της Έδεσσας Ευλάλιο. Κι αυτός για να σώσει
την Αχειροποίητη εικόνα, χωρίς
να χάσει καιρό παρέλαβε τη νύχτα κρυφά
το ΆγιοΜανδήλιο, και έφυγε
από την Έδεσσα. Περπάτησε όλη νύχτα. Την άλλη
μέρα έφτασε στην ακρογιαλιά.
Εκεί βρήκε ένα καράβι,
το οποίο ταξίδευε για την Κύπρο, και ανέβηκε πάνω σ’ αυτό. Όταν όμως πλησίαζε στην
Κύπρο, σηκώθηκε δυνατή τρικυμία. Τα
κύματα βουνά πελώρια απειλούσαν να το βουλιάξουν. Οι επιβάτες
τρομαγμένοι έτρεχαν εδώ και
εκεί μη ξέροντας τι νὰ κάμουν. Κάποια
στιγμή ο
επίσκοπος Ευλάλιος βγάζοντας
από τον κόρφο τον πολύτιμο θησαυρό του, έκαμε το σημείο
του σταυρού, άνοιξε με ιερή ευλάβεια το
Άγιο Μανδήλιο, το άπλωσε στη φουρτουνιασμένη θάλασσα και κάθισε απάνω
του. Την ίδια ώρα η θάλασσα γαλήνεψε και τα κύματα έφεραν τον επίσκοπο στηΛάμπουσα.
Σαν
έφτασε και βγήκε στην στεριά,
ο Ευλάλιος φρόντισε και ἐκτισε εκεί
ένα μοναστήρι, στο οποίο και αφιέρωσε το Άγιο Μανδήλιο με την Αχειροποίητη εικόνα του
Χριστού. Γι’ αυτό και το μοναστήρι κλήθηκε Μονή
της Αχειροποιήτου, μια και η
εικόνα του Χριστού που ήταν αποτυπωμένη
σ’ αυτό, δεν είχε γίνει από χέρια ανθρώπου.
Μιὰ άλλη όμως
καιπάλι Κυπριακή παράδοση μας λέγει, πως ο Ευλάλιος ο επίσκοπος της
Λάμπουσας δεν έχει καμιά σχέση με τον ιερό Ευλάλιο τον επίσκοπο της Έδεσσας.
Πρόκειται για ένα άλλο άσχετο πρόσωπο, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λάμπουσα.
Ο Άγιος αυτός από
μικρό παιδί υπήρξε άνθρωπος του
Θεού. Γεννήθηκε από θεοσεβείς γονείς,
οι οποίοι και του
φύτεψαν
στην ψυχή από
αυτή την παιδική ηλικία την αγάπη
προς τα ιερά γράμματα και την αρετή.
Και τα αποτελέσματα αυτής της ανατροφής δεν άργησαν να φανούν. Νέος
ακόμη ο Ευλάλιος άρχισε να διακρίνεται μέσα στην κοινότητα της Λάμπουσαςτόσο για την
αγία και
παραδειγματική ζωή του, όσο και για
την αρετή του. Όταν τέλειωσε τις σπουδές του, οι πιστοί
χριστιανοί της πόλεως που θαύμαζαν το
σεμνό ήθος και την όλη του προσεκτική και
ζηλευτή συμπεριφορά, ζήτησαν από
τον τότε επίσκοπό τους να προωθήσει τον πιστό
νέο σε διάκονο και πρεσβύτερο.
Ακόμη και να τουἀναθέσει
ενεργό και υπεύθυνο θέση στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Ο
ζηλωτής νέος έχοντας πάντα στη σκέψη του τη
σύσταση του προφήτου Ιερεμίου «αγαθόν
ανδρί, όταν άρηζυγόν εκ νεότητας αυτού», έσπευσε ν’ αποδεχθεί. Γνωρίζει πως το ψυχοσωτήριο έργο της Εκκλησίας του Χριστού, απαιτεί πολλούς κόπους
και θυσίες,
αλλά και αρκετές
ευθύνες. Πολλές φορές ο αφοσιωμένος
στην υπηρεσία των ψυχών εργάτης θα αντιμετωπίσει πικρίες από την αχαριστία εκείνων τους οποίους κλήθηκε
να καθοδηγήσει στον δρόμο της σωτηρίας,
αλλά και τον φθόνο και τον διωγμό των
εχθρών του Χριστού. Τα λόγια του θεοφωτίστου Αποστόλου «ουκ εστίν ημίν
η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς
τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά
της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (Εφεσ. στ’ 12), αντηχούν συνεχώς στ’
αυτιά του. Όμως δεν φοβάται. Δεν
υποχωρεί μπροστά στο
ύψος των ευθυνών. Αλλά με απόλυτη
εμπιστοσύνη στον αρχηγό
της πίστεως «και τελειωτήνΙησούν», αποδέχεται την πρόταση του αγίου
επισκόπου της Λάμπουσας, και χειροτονείται διάκονος και
μετά ιερέας. Στη θέση του αυτή
ο φλογερός εργάτης αφήνει να λάμψουν
όλα τα πνευματικά
και ηθικά του χαρίσματα. Κηρύττει
τακτικά και με ζήλο.
Οργανώνει υποδειγματικά την φιλανθρωπική
ζωή και γίνεται η ψυχή και το κέντρο κάθε πνευματικής δράσεως. Δεν
πρόφτασε όμως ο ιερός πατήρ να αναπτύξει
όλη του την δράση, όταν ο θάνατος του
γέροντα επισκόπου της δοξασμένης πόλεως τον αναγκάζει να αναλάβει το
έργο του επισκόπου. Κληρικοί και λαϊκοί
με μία φωνή καλούν τον φιλόθεο ιερέα να αποδεχθεί το
υψηλότατο στην εκκλησία υπούργημα, το
του επισκόπου. Με ταπείνωση και φόβο Θεού
ο ευλαβής κληρικός κύπτει
τον αυχένα και μ’ ευγνωμοσύνη αποδέχεται το θείο
χάρισμα του αρχιερέα. Το δέχεται και
το καλλιεργεί με όλη την δύναμη και την
φλόγατης αγνής ψυχής του.
«Παραδοθείς
τη χάριτι του Θεού» ολοκληρωτικά, επέδειξε «σύνεσιν
εν πάσι», ζήλο θερμουργό
και δράση θαυμαστή. Με
έργα και λόγια
κινείται παντού και αναδεικνύεται πραγματικά δάσκαλος της ευσέβειας και
πρόμαχος της ορθοδόξου πίστεως. Το
κήρυγμά του υπήρξεΧρυσοστομικό. Ευλάλιος ήταν τ’ όνομά
του. Ευλάλιος όμως αναδείχθηκε
και στην πράξη. Η ομιλία του ήταν αληθινά μαγευτική.
Τα λόγια του διακρίνονταν όχι μονάχα σε
γλυκύτητα και καλλιέπεια, αλλά προ παντός
σε περιεχόμενο. Οι Γραφικές έννοιες ακολουθούσαν η μια την άλλη με μια χάρη και
απλότητα ζηλευτή. Ποταμοί θεολογίας ξεχύνονταν από τα χείλη του που συνήρπαζαν και
οδηγούσαν σε έργα χριστομίμητακαι θεάρεστα.
Σε έργα αγάπης και φιλανθρωπίας και σε
εκδηλώσεις χριστιανικής ανωτερότητας και ζηλευτού ιερού ενθουσιασμού. Ως θεοφώτιστος
ποιμένας προβάτων λογικών ακολουθεί με ταπεινοφροσύνη καιπραότητα
το παράδειγμα του μοναδικού
Ποιμένα των ψυχών και
με αυτοθυσία αποστολική
εργάζεται μέρα και νύχτα, για να τα
οδηγήσει στον δρόμο
της σωτήριας. Τα διδάσκει τακτικά. Πολεμά την απιστία και
κακοπιστία όπου την βρίσκει. Με υπομονή καταφωτίζει τους πιστούς και απομονώνει
τους αιρετικούς. Προστατεύει τα ορφανά
και τους αδικουμένους. Φροντίζει τους πτωχούς και τους
αρρώστους. Παρηγορεί τους θλιμμένους. Γίνεται «τοις πάσι τα
πάντα, ίνα πάντως
τινός σώσει» (Α’ Κορ. θ’ 22).
Έτσι κινήθηκε
και έδρασε ο ιερός
Ευλάλιος ως ιερέας
στην αρχή και
μετά ως επίσκοπος. Τα λόγια της Γραφής, που μελετούσε καθημερινά και
δίδασκε με τόση σοφία καιχάρη, φρόντιζε πρώτα
ο ίδιος να
τα εφαρμόζει στην ζωή του. ΅Έτσι και
το του σοφού
της Παλαιάς Διαθήκης «όσω μέγας
ει, τοσούτω ταπεινού σεαυτόν, και έναντι
Κυρίου ευρήσειςχάριν»(Σοφ.
Σειράχ γ’ 18) το είχε πάντα μπροστά στα μάτια του. Καμιάκαύχηση δεν παρουσίαζε
για τις επιτυχίες του. Κανένα εγωϊσμό. Καμιά ιδιοτέλεια η υστεροβουλία. Μαζί με τον Απόστολο Παύλο
μπορούσε και αυτός να αναφωνεί: «Χάριτι Θεού ειμί ό ειμι» (Α’Κορ.
ιε’ 10). Στο πρόσωπο του αγίου
τούτου ιεράρχου που
με υπομονή κι επιμονή διατήρησε
μέχρι τέλους και το
σώμα και
το νου και
την ψυχήκαθαρά, μπορούμε
στ’ αλήθεια να πούμε, πως ξεπληρώθηκε της Γραφής ο
λόγος: «ότι χάρις και έλεος εν τοις εκλεκτοίς αυτού
και επισκοπή εν τοις
οσίοις αυτού» (Σοφ. Σολ.
δ’ 15).
Όσιος
και εκλεκτός του Θεού αναδείχθηκε
σε όλα ο
μακάριος επίσκοπος. Ελεύθερος από
αδυναμίες και πάθη και ακούραστος κήρυκας της
αλήθειας κατόρθωσε με την αγνότητα της ζωής του να γίνει ένας άγγελος σε
ανθρώπινο σώμα, τύπος και υπογραμμός μιας ανώτερης ζωής και αληθινός και
γνήσιος φίλος τουΔεσπότου Χριστού «άκακος, όσιος, αμίαντος».
Στο
ιερό πρόσωπό του τα πνευματικά παιδιά του βλέπουν πάντα τον γνήσιο «στρατιώτη
του Ιησού Χριστού». Τον στρατιώτη που με τις ολονύκτιες προσευχές
και δεήσεις, κατακτάμία – μία τις
υψηλές κορυφές της αρετής,
αλλά και αγωνίζεται
με το υπέροχο
παράδειγμα της αγάπης και αγιότητάς του, να διαφυλάξει και
τα πνευματικά παιδιά του. Να τα διαφυλάξει από τα ποικίλα κακά που τα προσβάλλουν.Νὰ
τα διαφυλάξει αλώβητα από
την απιστία, τις αιρέσεις, το
πνεύμα του ευδαιμονισμού, που τα
απειλούσε εξ αιτίας
του πλούτου, που
καθημερινάσυνέρεεστην πόλη τους.
Δίκαια ο ιερός υμνογράφος του ψάλλει: «Σάρκα καθυπέταξας, τω
λογισμώστερρώς πάνσοφε, και ως ποιμήν, λογικών προβάτων, όντως μάλαεποίμανας». Η
διακήρυξη του Κυρίου «ο Ποιμήν ο καλός την
ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων» (Ιωάν. ι’
11) κυκλοφορεί πάντα στησκέψη του. Γι’ αυτό ουδέποτε έδινε «ύπνον τοιςοφθαλμοίς του και ανάπαυσιν τοις κροτάφοις του» σαν εμάνθανε,
πως μερικοί από τους χριστιανούς του κινδύνευαν από τον ένα ή τον άλλον
πειρασμό. Μια τέτοια ζωή, ζωή «πλήρης χάριτος
και αληθείας» (Ιωάν. α’ 14)
δεν μπορούσε να μη ελκύσει προς αυτήν την εύνοια και την
ευλογία του ουρανού.
ΟΚύριος προσφέρει πάντα πλούσια
την χάρη και τις δωρεές Του σ’
εκείνους πουΤον αγαπούν.
«Τους δοξάζοντας με δοξάσω»
διακηρύττει αυτό το Πνεύμα
του Θεού. Και στ’ αλήθεια. Η αγάπη του Κυρίου πολύ δόξασε τον άξιο εργάτη
και ποιμένα της λογικής μάνδρας του. Πλούσια τον χαρίτωσε, όταν
ακόμη βρισκόταν στηνγη.΄
Πολλα είναι τα
θαύματα που ενήργησε
και ενεργεί μέσο του Αγίου ο των
θαυμασίων Θεός. Θαύματα που προκαλούν το
θάμβος. Θαύματα καταπληκτικά. Θαύματα
που έχουν ως σκοπό τους την παρηγοριά όσων υποφέρουν και την απαλλαγή τους από
τα κακά και λυπηρά. Θαύματα
ακόμη που αποβλέπουν
στη δόξα του
Θεού.
Από
τον Κύριο των Δυνάμεων ο πιστός εργάτης του χριστιανικού αμπελώνας πήρε την
χάρη, να αποδιώκει δαίμονες. Ναθεραπεύει
διάφορα νοσήματα ψυχής, αλλά και αρρωστήματα του σώματος. Να βοηθά
καθημερινά εκείνους που
ταξιδεύουν και ταλαιπωρούνται στη
θάλασσα. Να προστατεύει όσους κινδυνεύουν από πειρατείες και επιθέσεις
απάνθρωπες. Και γενικά να λυτρώνει από τα δεινά καθένα, που επικαλείται την μεσιτεία του.
Πολλές
φορές με τις προσευχές του σε τόπους άνυδρους και ξηρούς ανέβλυσαν πηγές,
που εξακολουθούν ως
την εποχή μας,
να προσφέρουν τα δροσερά τους
νάματα, για να ξεδιψούν και να δροσίζουν τους οδοιπόρους. Τέτοια πηγὴ με γάργαρο νερό
είναι και το
αγίασμά του κοντά στον ιερό ναό του. Αυτό το αγίασμα τουθεόφρονα
πνευματικού και φιλάνθρωπου αρχιποιμένα
της Λάμπουσας, θεραπεύει κάθε αρρώστια
και απαλλάσσει, όπως ομολογούν πολλοί και από τη συχνή ενόχληση του
συναχιού. Την θεραπευτική του προσφορά ο Άγιος
με το αγίασμά
του την προσφέρει αφειδώλευτα
όχι μονάχα σεπιστούς
προσκυνητές, αλλά και
σεάπιστους αλλόφυλους. Ένας απ’ αυτούς, δεν
είναι πολλά χρόνια,
με όλως διόλου κατεστραμμένα
δόντια, πήγε με πίστη και με θερμή προσευχή ζήτησε από τον Άγιο την βοήθειά
του. Ύστερα λούστηκε με το θαυματουργό νερό, καιέπλυνε καλά και το στόμα του.
Το αποτέλεσμα υπήρξε θαυμαστό. Ο άρρωστος θεραπεύτηκε τελείως και έφυγε
δοξάζοντας τον Θεό
και τον Όσιό του.
Σε
αρκετά προχωρημένη ηλικία ο μακάριος ποιμήν της Εκκλησίας του Χριστού, ελαία
κατάκαρπος, έκλινε την κεφαλή μπροστά στη θεία βουλή και απεδήμησε για την
βασιλεία του Θεού. Ο θάνατός του σήμανε συγκλονισμό σε
όλη την περιφέρεια και θλίψη
σε ολόκληρη τη
νήσο. Οιάνθρωποι, που
ευεργετήθηκαν από την αγάπη και την καλωσύνη του, έτρεξαν από όλα τα μέρη για
να τον ιδούν έστω καινεκρό, ακόμη
μια φορά, και να
τον ασπασθούν και να πάρουν
την ευλογία του.
Αργότερα η
ευλάβεια των κατοίκων
της δοξασμένης πόλεως
έκτισε κοντά στην θάλασσα και σε μικρή απόσταση από την ιερά Μονή της Αχειροποιήτου ένα
ναό στ’ όνομά
του. Ο ναός
αυτός με τον καιρό,
και τις τόσες επιδρομές
που δοκίμασε ηπλούσια πόλη καταστράφηκε. Πάνω στα ερείπια του πρώτου ναού ξανακτίστηκε τον
δέκατο έκτο αιώνα άλλος ναός, που
διατηρείται εξωτερικάσε πολύ
καλή κατάσταση. Τον
ναό έκτισε σε ρυθμό
Φραγκοβυζαντινό «ο Νεόφυτός της Λευκωσίας Ποιμήν»
και«νεύσει θείας χάριτος», για να λάβει με τις πρεσβείες του Αγίου
«λύτρωσιν συμφορών τε καιθλίψεως».
Ο ναός ήταν ένα
όμορφο μνημείο ακέραιο καιπολύ καλάδιατηρημένο, μέχρι την
τούρκικη εισβολή. Το εσωτερικό του μόνο ήταν γυμνό, χωρίς πάτωμα, χωρίς
τοιχογραφίες και φορητές εικόνες, και μ’ ΄ρνα τέμπλο φθαρμένο.
Το
λαμπρό παράδειγμα και η αγνή ζωή του φλογερού και μακάριου επισκόπου της Λάμπουσας,άς φωτίσουν
τον δρόμο της πρόσκαιρης ζωής όλων μας.
Κι άν για οποιουσδήποτε λόγους
οι πειρασμοί μας νίκησαν
και μας απεμάκρυναν από τα καθήκοντά μας
ως χριστιανών, με
αποτέλεσμα να θρηνούμε σήμερα
«τα περασμένα μεγαλεία», το παν δεν χάθηκε για μας. Άς μετανοήσουμε και με συντριβή ψυχής, άςζητήσουμε
με τις πρεσβείες του Αγίου πατρός Ευλαλίου το
έλεος τουΘεού. Σε
οποιαδήποτε ηλικία και άν βρισκόμαστε, η
αντίστοιχη ηλικία της ενάρετης
ζωής του Αγίου, πολλά έχει ναμᾶς
πει και να μας διδάξει. Κάτι περισσότερο. Με την
ειλικρινή μετάνοιά μας θα
επιτύχουμε αυτό που
ποθούμε καιμ’ όλη
μας την ψυχή λαχταρούμε: Την λύτρωση από τα δεινά και την ελεύθερη μετακίνηση και
διακίνησή μας στα αγιασμένα
χώματα της πατρικής
γης.
Πρωί
καιβράδυ, άς κλείνουμε λοιπόν νοερά της ψυχής
τα γόνατα μπροστά στη σεβάσμια μορφή του θεόφρονος
Αγίου, και από τα τρίσβαθα της καρδιάς,
άς του λέμεκαι
εμείς με πίστη
φλογερή και ακλόνητη:
ΘεόφρονΕυλάλιε,
την σην, ποίμνηνπεριφύλαττε, εκ πάσης βλάβης και θλίψεως, και περιστάσεως,
και εκ πάσης ρύσαι, συμφοράς, θεσπέσιε,
και της αιχμαλωσίας πρεσβείαις
σου, ίνα δοξάζωμεν, ποιμένα αληθέστατον, καιΤριάδος, μέγιστον συνήγορον.
Saint Eulalios
The bishop of the old
Byzantine state, the famous Lampousa, shone like a bright star on the spiritual
horizon of the Church of the "Island of the Saints". Lampousa was the
old Lapithos that was built near the sea. In the Greek and Roman eras, as well
as in the Early Byzantine years, the city was famous for its riches, which is
why Lampousa. The city was destroyed by the Saracens with their successive
raids and so the inhabitants were forced to retreat higher, to where it is
today.
Saint Eulalios. The
chroniclers Leontios Macheiras and Florios Voustronios have given us his name.
Nothing is told to us about his life and work as a bishop. We do not know the
years that flourished. What we are exhibiting here is what two local traditions
say and what we managed to find in its sequence, published for the first time
by the Byzantine researcher Mr. K. Hadjipsaltis, in the ninth volume of the
Bulletin of the Society for Cypriot Studies.
In a very local tradition,
it is mentioned that this holy shepherd was a bishop in Edessa, Syria.
In this city was kept with
great respect the icon of St. Mandil, whose history is as follows: At the time
when the Lord lived and worked miracles in Palestine, in Edessa there was a
king called Avgaros.
One day the king fell ill
with leprosy. The doctors who visited him were unable to offer him even the
slightest help. The lord's sorrow was great.
In this state of despair,
a ray of hope was poured into his heart, as if he had learned that in the
neighboring country, Palestine, he was a man, a model of virtue and goodness,
who cured all diseases. He even raised the dead with a single word.
If he could go that far,
he would definitely find his health. But the distance was so long and his
illness so severe and painful that it was impossible for him to undertake such
a journey.
So what to do? He sat down
and thought and decided. He wrote a letter and gave it to some of his people,
to take it to Palestine and give it personally to the great healer. In it, she
spoke to him in pain about his ordeal and begged him to go to Edessa himself,
to see him and to cure him.
The envoys did as their
king commanded. They went to the neighboring and blessed country, found the
divine healer and Master, Jesus, and delivered the letter to him. And he,
instead of getting up to go to Edessa, as the sick king Avgaros asked him, took
a handkerchief and sweated the sweat from His holy face. At the same time, His
divine form was imprinted on the handkerchief. Showing the King's unpainted
image of him, he gave them the handkerchief and told them to take it to their
lord, and as soon as he saw His image, he would be immediately healed. And
so it really happened.
This Handkerchief, with
the Handmade Icon of the Lord Jesus, was kept for many years in Edessa inside
the royal palace. After the death of the king, however, one of his successors,
a fanatical pagan, decided to destroy this sacred relic. We made his unholy
decision known to the then bishop of Edessa, Eulalios. And he, in order to save
the Unpainted Icon, without wasting time, secretly received the Holy Shroud at
night, and left Edessa. He walked all night. The next day he arrived at the
beach. There he found a boat, which was traveling to Cyprus, and boarded it.
But as he approached Cyprus, a strong storm arose. The waves of huge mountains
threatened to sink it. The frightened passengers ran here and there not knowing
what to do. At one point, Bishop Eulalios, taking his precious treasure from
the top, made the sign of the cross, opened the Holy Mandilio with sacred
reverence, spread it in the stormy sea and sat on it. At the same time the sea
calmed down and the waves brought the bishop to Labousa. When he arrived and
went ashore, Eulalius took care of and built a monastery there, to which he
dedicated the Holy Handkerchief with the Unpainted Icon of Christ. That is why
the monastery was called the Monastery of the Immaculate Conception, since the
image of Christ that was imprinted on it, had not been made by human hands.
Yet another Cypriot
tradition tells us that Eulalius, the bishop of Lampousa, has nothing to do
with Saint Eulalios, the bishop of Edessa. This is another unrelated person,
who was born and raised in Lampousa.
This Saint was a man of
God from a young child. He was born of God-fearing parents, who instilled in
his soul from this childhood the love of the sacred letters and virtue. And the
results of this upbringing were not long in coming. As a young man, Eulalius
began to be distinguished in the community of Lambousastos for both his holy
and exemplary life, as well as his virtue. When he finished his studies, the
faithful Christians of the city, who admired his modest morals and all his
careful and jealous behavior, asked their then bishop to promote the faithful
young man to deacon and elder. Even to assign him an active and responsible
position in the service of the Church. The zealous young man, always having in
mind the recommendation of the prophet Jeremiah "a good man, when he is
young from his youth", hastened to accept. He knows that the soul-saving
work of the Church of Christ requires a lot of effort and sacrifice, but also a
lot of responsibilities. Many times the worker devoted to the service of souls
will face bitterness from the ingratitude of those whom he was called to guide
to the path of salvation, but also to the envy and persecution of the enemies
of Christ. The words of the enlightened Apostle "I ought not to fight for
blood and flesh, but for the beginning, for power, for the world rulers of
darkness of this age, for the spirituals of wickedness in the heavens"
(Ephesians 6:12) , echo constantly in his ears. But he is not afraid. He does
not give in to the height of responsibilities. But with absolute confidence in
the leader of the faith "and they are finished", he accepts the
proposal of the holy bishop of Lampousa, and is ordained a deacon and then a
priest. In this position the ardent worker lets all his spiritual and moral
gifts shine. He preaches regularly and zealously. It organizes the charitable
life in an exemplary way and becomes the soul and the center of every spiritual
action. However, the Holy Father did not manage to develop all his action when
the death of the elder bishop of the glorious city forces him to take over the
work of the bishop. Clergy and laity with one voice call on the godly priest to
accept the highest ministry in the church, that of bishop. With humility and
fear of God the pious clergyman shrugs his shoulders and gratefully accepts the
divine gift of the high priest. He accepts it and cultivates it with all his
strength and the flame of his pure soul.
"Surrender to the
grace of God" completely, he showed "prudence in every way",
warm-hearted zeal and admirable action. With deeds and words he moves
everywhere and truly becomes a teacher of piety and a promoter of the Orthodox
faith. His sermon was Chrysostomic. Eulalios was his name. Eulalios, however,
also emerged in practice. His speech was truly enchanting. His words were
distinguished not only in sweetness and elegance, but above all in content. The
graphic concepts followed one another with a grace and simplicity of jealousy.
Rivers of theology flowed from his lips that fascinated and led to Christlike
and divine works. In works of love and charity and in manifestations of
Christian superiority and jealous sacred enthusiasm. As a enlightened shepherd of
sheep, he follows with humility and meekness the example of the only Shepherd
of souls and with apostolic self-sacrifice he works day and night, to lead them
on the path of salvation. He teaches them regularly. He fights infidelity and
bad faith wherever he finds it. With patience he enlightens the faithful and
isolates the heretics. Protects the orphans and the wronged. He cares for the
poor and the sick. It comforts the sad. It becomes "all things, but
whoever saves" (1 Corinthians 10:22).
This is how Saint Eulalios
moved and acted as a priest in the beginning and then as a bishop. The words of
the Bible, which he studied daily and taught with so much wisdom and grace, he
first made sure to apply them in his life. Thus the's Old Testament sage
"as great as he is, so humble in himself, and in the sight of the Lord
blessed" (Soph. Shirak 3:18) always had it before his eyes. He did not
show any boast about his successes. No selfishness. No selfishness or
backwardness. Along with the Apostle Paul, he could also exclaim: "By the
grace of God I am what I am" (1 Corinthians 10:10). In the person of this
holy hierarch who with patience and perseverance kept the body and the mind and
the soul pure until the end, we can truly say that the word of the Bible was
fulfilled: “that grace and mercy in his elect and diocese in τοις οσίοις αυτού »(Σοφ. Σολ. δ '15).
Holy and chosen of God,
the blessed bishop emerged in everything. Free from weaknesses and passions and
a tireless preacher of the truth, he managed with the purity of his life to
become an angel in a human body, a type and underline of a higher life and a
true and genuine friend of the Despot Christ "akakos, saint,
asbestos".
In his holy face his
spiritual children always see the true "soldier of Jesus Christ". The
soldier who with the all-night prayers and supplications, conquest - one of the
high peaks of virtue, but also fights with the wonderful example of his love
and holiness, to protect his spiritual children as well. To protect them from
the various evils that afflict them. BUT to protect them unscathed from
infidelity, heresies, the spirit of bliss, which threatened them because of the
wealth that met daily in their city. The holy hymn writer rightly sings to him:
"Flesh of the submissive, of the arrogantly omniscient, and as a shepherd,
of a reasonable sheep, indeed a soft-spoken one". The proclamation of the
Lord "the good shepherd lays down his life for the sheep" (John
10:11) always circulates in his reflection. That is why he never gave
"sleep to his eyes and rest to his temples" as if he felt that some
of his Christians were in danger from one temptation or the other. Such a life,
a life "full of grace and truth" (John 1:14) could not fail to
attract to this favor and blessing of heaven. The Lord always offers richly His
grace and gifts to those who love Him. "I glorify them by glorifying
them," proclaims this Spirit of God. And indeed. The love of the Lord
greatly glorified the worthy worker and shepherd of his rational pen. He
enriched him richly, when he was still in a trance. Miracles that cause
dullness. Amazing miracles. Miracles that have as their purpose the consolation
of those who suffer and their liberation from evil and sorrow. Miracles
still aimed at the glory of God.
From the Lord of Powers
the faithful worker of the Christian vineyard received the grace to cast out
demons. It cures various diseases of the soul, but also diseases of the body.
To help daily those who travel and suffer at sea. To protect those at risk of
piracy and inhumane attacks. And generally to save everyone from suffering, who
invokes his mediation.
Many times with his
prayers in arid and dry places springs springs, which continue to this day, to
offer their cool namata, to quench the thirst and to cool the hikers. Such a
spring with gargling water is his holy water near his holy temple. This holy
water of the theophanic spiritual and philanthropist, headed by Lampousa, cures
every disease and relieves, as many admit, the frequent annoyance of the continuum.
The Saint offers his healing offer with his holy water generously not only to
believing pilgrims, but also to believing non-believers. One of them, not many
years old, with not at all damaged teeth, went in faith and with fervent prayer
asked the Saint for his help. Then he bathed in the miraculous water, and
rinsed his mouth well. The result was wonderful. The sick man was completely
healed and left glorifying God and his Saint.
At a fairly advanced age,
the blessed shepherd of the Church of Christ, an olive tree, bowed his head
before the divine house and emigrated for the kingdom of God. His death meant
shock throughout the region and grief throughout the island. The people,
benefited by his love and kindness, ran from all places to see him even dead,
once more, and to embrace him and receive his blessing.
Later, the piety of the
inhabitants of the glorious city built a temple in his name near the sea and a
short distance from the holy Monastery of Achiropoietos. This temple over time,
and the many raids it experienced rich city was destroyed. On the ruins of the
first temple another church was rebuilt in the sixteenth century, which is
preserved in very good condition. The church was built in Franco-Byzantine
style "the New Shepherd of Nicosia Shepherd" and "wield divine
grace", to receive with the embassies of the Saint "redemption of
calamities and sorrow".
The temple was a beautiful
monument intact and well preserved, until the Turkish invasion. Only the
interior was bare, without a floor, without murals and portable icons, and with
a worn iconostasis.
The brilliant example and
the pure life of the fiery and blessed bishop of Lampousa, let them illuminate
the path of the temporary life of all of us. And if for any reason our
temptations defeated us and removed us from our duties as Christians, as a
result of which we mourn today "the greatness of the past",
everything was not lost for us. Let us repent with a crush of soul, let us seek
with the embassies of Saint Father Eulalius the mercy of God. Whatever age we
are in, the corresponding age of the virtuous life of the Saint has a lot to
say and teach us. Something more. With our sincere repentance we will achieve
what we desire and with all our soul we long for: Redemption from suffering and
our free movement and movement in the sanctified soils of our homeland.
Morning and evening, let
us mentally close the knees in front of the revered figure of the God-fearing
Saint, and from the depths of the heart, let us also say to him with fiery and
unshakable faith:
TheofronEvlalie, on this
day, shepherd the flock, out of all harm and sorrow, and circumstance, and out
of all your troubles, calamities, establishments, and captivity of your
embassies, may we glorify you, true shepherd, and Trinity, the greatest.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου