Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2020

Ο Όσιος Θεόδωρος Ταμασού

 


Έζησε τον πρώτο αιώνα μ.Χ. Και  είναι ένας από την μικρή  εκείνη ιεραποστολική  ομάδα, – οι  άλλοι  είναι  οι  άγιοι  Ηρακλείδιος  και  Μνάσων – που  με  κατοικία και ορμητήριό τους μια  σπηλιά  στην πολυάνθρωπη Ταμασό, ανέλαβαν πρώτοι να διαλύσουν τα βαθιά σκοτάδια της ειδωλομανίας, και στην θέση τους να υψώσουν το σωστικό φως του Χριστού,  το  ιλαρό  φως  της  νέας  ζωής.

 

Μέσα για  την επιτυχία του υπέροχου σκοπού τους, οι τολμηροί  αυτοί χαλαστάδες του κακού και χτίστες των αρετών και του καλού, είχαν μονάχα  τον  λόγο  του  Θεού,  που  είναι  «τομώτερος  υπέρ  πάσαν μάχαιραν  δίστομον».

Με  τον λόγο του  Θεού  και  το  κήρυγμα  για  τον  Εσταυρωμένο  δούλεψαν σκληρά  οι  άγιοι  του  Θεού  άνθρωποι.

Δούλεψαν  για  το  πνευματικό  ξεσκλάβωμα  των  συμπατριωτών  τους  και τη  δημιουργία  στην  πατρίδα  τους  ενός  καλύτερου  κόσμου.

Κόσμου στον οποίο αντί του μίσους θα βασίλευε η  αγάπη, αντί  της απελπισίας  η  ελπίδα, αντί  της  ανομίας  και  της  διαφθοράς  η  δικαιοσύνη και  η  αρετή.

 

Μαζί  με  τους πρώτους αυτούς ξεριζωτές  της  απιστίας  και  φυτευτές  του δένδρου  της  πίστεως  στο  προνομιούχο  νησί  της  Κύπρου  ήταν και  ο Άγιος  Θεόδωρος.  Ήταν  ένας  απ’ αυτούς.

 

Πατρίδα είχε την μεγάλη πολιτεία της Ταμασού, που  η  φήμη της τότε απλωνόταν και πέρα από την Ελληνική αυτή γωνιά εξ αιτίας του περίφημου χαλκού  της  και  των  πλουσίων  σε  τούτο  το  πολύτιμο  εύρημα μεταλλείων  της.  Οι  γονείς του ήταν ειδωλολάτρες. Ο  πατέρας του μάλιστα  είχε  ως  έργο  την  αγαλματοποιΐα.  Κατασκεύαζε αγάλματα θεών, τα  οποία,   όταν  μεγάλωσε  ο  γιος  του  Θεωνάς – αυτό  ήταν τ’ όνομά  του  πριν  να  βαπτισθεί – τα  έπαιρνε  και  τα  πωλούσε  στην  αγορά και  από  τα  χρήματα  που  έπαιρναν  αποζούσαν.

 

Μια επιτόπια παράδοση μας αναφέρει, πως κάποια φορά  που  ο  Θεωνάς πήγαινε  στην  πόλη  για  να  πωλήσει τα  αγαλματάκια  του  πατέρα του, που  τα είχε μέσα στο  «ισάτζιν» του  (σακίδιο), συνοδευόταν από τον φίλο του  Μνάσωνα  και  τον δάσκαλο και των δύο, τον Άγιο Ηρακλείδιο. Τις ημέρες  εκείνες  είχαν πέσει καταρρακτώδεις βροχές και ο ποταμός Πεδιαίος (Πιδκιάς), που  πηγάζει  από  τα  βουνά  του  Μαχαιρά,  και  χωρίζει σήμερα  το  Πολιτικό  από  το  χωριό  Πέρα, τότε δε την Ταμασό  από  το πέραν του  ποταμού  Πιδιά  τμήμα  της – γι’ αυτό  λέγεται  και  Πέρα — είχε κατεβάσει πολύ νερό και είχε γίνει αδιάβατος. Στο θέαμα του «πολυκύμαντου»  νερού  ο  Άγιος  Ηρακλείδιος  κάλεσε  τον  Θεωνά  να ρίξει μέσα στον ποταμό κανένα από τα αγαλματάκια των θεών που κρατούσε,  ίσως  και  σταματήσουν  τα  νερά  να τρέχουν, και έτσι μπορέσουν  να  διαβούν  στην  άλλη  μεριά:

 

Βάλε  κανένα  θεὸό  μέσα  να  ρέξομεν.

Έβαλεν έναν, επήρεν τον ο ποταμός· έβαλεν άλλον, επήρεν τον τζιαι τζείνον  βάλλει άλλον, τζιαι τζείνον τα ίδια. Στην υστερκάν  (στο  τέλος) σύρνει τους με το Ισάτζιν επήαν ούλλοι, τζ’ ο ποταμός εν ισταμάτα. Εστέκουνταν  τζ’ εδκιαλοΐζονταν  ίντα  λοής  να  ρέξουν.  Ο  άης  Άρα κλείτης  τότε  εποταύρισεν  το  δεκανίτζιν του  (βακτηρία)  τζ’ εσταύρωσεν τομ  ποταμόν  ίσια  εσταμάτησεν,  τζ’ ερέξασιν.

 

Το  θαύμα  αυτό  του  χωρισμού  των νερών του  Πιδιά πρέπει  να  έγινε φυσικά  προτού  να  πιστεύσει  στον  Χριστό  ο  Άγιός  μας.  Γι’ αυτό  και  η προσπάθειά  του  να  σταματήσει  το ρεύμα των νερών απέτυχε, άν και μέσα σ’ αυτό έριξε όλα τα αγαλματάκια των θεών, που  του  έδωκε ο πατέρας  του  να  πωλήσει.

 

Στη  νεανική  ηλικία  βρίσκουμε τον  Θεωνά  να  είναι  συνδεδεμένος  στενά με  τον  Μνάσωνα,  που  ο  Ευαγγελιστής  Λουκάς  στο  βιβλίο  του  Πράξεις των  Αποστόλων  αποκαλεί  «αρχαίον μαθητήν». Με τον Μνάσωνα μάλιστα  είχαν  αναλάβει  και  ένα  ταξίδι  στη  Ρώμη  για  να λύσουν κάποιες  διαφορές που  είχαν  δημιουργηθεί  μεταξύ  των ειδωλολατρών του  Πολιτικού  και  του  χωρίου  Πέρα,  ποιος  από  τους  ψευδώνυμους θεούς τους ήτο μεγαλύτερος. Εκεί  στην πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, που  ήταν  και  το κέντρο του  ειδωλολατρικού  κόσμου,  οι δυο  φίλοι  γνωρίστηκαν με  μερικούς  αποστόλους  από  τους  εβδομήκοντα. Ποίοι  ήσαν  αυτοί  οι  απόστολοι  δεν  γνωρίζουμε. Αυτό  που  γνωρίζουμε από  την ακολουθία του  οσίου  είναι, πως  οι  δυο  Κύπριοι  ταξιδιώτες  είχαν έρθει  σε  ιδιαίτερη  επαφή  μ’ αυτούς.  Στις  συναντήσεις  που  ακολούθησαν οι  απόστολοι μίλησαν στους δύο φίλους για την καινούργια πίστη. Η διψασμένη  για  την  αλήθεια ψυχή τους  δεν χόρταινε ν’ ακούει τον λόγο για τον Ιησού τον Ναζωραίο. Αυτή  η  δίψα  τους  έκανε  να  εγκαταλείψουν πολύ  γρήγορα  την μεγάλη  πόλη  Ρώμη, και  αντί  να γυρίσουν στην πατρίδα τους, την  Κύπρο,  να  τραβήξουν  στα  Ιεροσόλυμα.  Πήγαν εκεί για να  συναντήσουν τον κορυφαίο  απ’ τους αποστόλους, τον Πέτρο, έτσι τους  τον  είπαν,  και  τον  αγαπημένο  μαθητή  του  Χριστού, τον Ιωάννη τον  Θεολόγο  και  Ευαγγελιστή. Η  αγάπη του  Θεού  ευλόγησε τον  πόθο τους και  αντάμειψε την αγαθή διάθεσή τους. Στην Αγία Πόλη, την Ιερουσαλήμ, συνήντησαν πραγματικά τους δύο αποστόλους και από αυτούς  άκουσαν  ό,τι  ζητούσαν.  Από  τους  αυτόπτες  τούτους  μαθητές και  αυτήκοους  μάρτυρες  του  Ιησού  έμαθαν «καταλεπτώς» το περιστατικό  γύρω  από  την  Γέννηση  του  Θείου  Βρέφους,  το  μεγάλωμα και  την  Βάπτισή  του  στον  Ιορδάνη  ποταμό.

Πληροφορήθηκαν  ακόμη  σχετικά  τινα  για  το  έργο  του,  την  διδασκαλία και  τα  Θαύματά  του,  και  επίσης για  την εκούσια Σταύρωση, την εκ νεκρών Ανάσταση, και ύστερα από σαράντα μέρες Ανάληψή του στους ουρανούς. Επίσης  απ’ τους  ιερούς  αποστόλους  έμαθαν,  πως  ο  Ιησούς θα  ξανάρθει  κάποτε,  για  να  κρίνει  ζώντας  και  νεκρούς.  Να  τιμωρήσει τους  κακούς  και  να  βραβεύσει  τους  καλούς  και  ενάρετους.  Όλα  αυτά οι  δύο προσήλυτοι τα παρακολούθησαν με πολλή λαχτάρα. Και αφού δέχτηκαν  στο  τέλος  και  το  βάπτισμα,  αναχώρησαν  για  την  Κύπρο,  για να  συναντήσουν  εδώ  τους  Αποστόλους  Παύλο  και  Βαρνάβα  και  Μάρκο και  τον  οπαδό  τους τον Ηρακλείδιο, που είχαν ήδη κατηχήσει και βαπτίσει.  Οι  δύο  νεοφώτιστοι  χριστιανοί  χαίροντες  και  αγαλλόμενοι για την ευλογημένη συνάντηση με τους Αποστόλους και τον Άγιο Ηρακλείδιο αντάλλαξαν μαζί τους χαιρετισμό  αγάπης και παρέμειναν κοντά  τους.

 

Λίγες  μέρες  μετά  τη  συνάντηση  οι  απόστολοι αναχώρησαν για την Πάφο. Τότε, σύμφωνα με το συναξάρι του Οσίου, ο μεν Άγιος Μνάσων έμεινε μαζί με τον δάσκαλό του, τον Άγιο  Ηρακλείδιο, ο δε Όσιος  Θεόδωρος  αποχωρίστηκε  και  απ’ τους  δύο,  και  έζησε  μία  ασκητική  ζωή.

 

Για  τριάντα  οκτώ  χρόνια ο  ιερός  αθλητής  πάλεψε  έχοντας  σαν  κανόνα την αυστηρή εγκράτεια, στήριγμα την αδιάλειπτη προσευχή, περικεφαλαία την ταπεινοφροσύνη και σκοπό του την επικράτηση της βασιλείας  του  Χριστού  στην  αγαπημένη  του  πατρίδα.

 

Ένας  συνεχής  αγώνας  υπήρξε  ολόκληρη  η  ζωή  του.  Τα  λόγια του Κυρίου  «αγωνίζεσθε εισελθείν δια  της στενής πύλης» αντηχούσαν κάθε στιγμή στ’ αυτιά του. Έτρωγε πολύ λίγο. Και  αυτό το νερό  ακόμα το χρησιμοποιούσε  κατά  αραιά  διαστήματα.  Ήθελε  τον  εαυτό  του ελεύθερο  και  απ’  αυτές  τις φυσικές  ανάγκες. Το  πνεύμα του  Θεού  τον είχε  φωτίσει  απ’ την  αρχή  ν’ αντιληφθεί,  πως  η  εγκράτεια  στην  τροφή είναι ένα γερό χαλινάρι για να μπορεί ο άνθρωπος να συγκρατεί τις κατώτερες ορμές του. Και δεν είχε άδικο. Εκείνος που περιφρονεί την εγκράτεια καταντά κάποιες στιγμές να είναι σαν άλογο που δεν έχει χαλινό. Η  εγκράτεια των τροφών εξασθενεί και τα διάφορα πάθη καθώς και τις σαρκικές ορμές, που  ακατάπαυστα  βασανίζουν τον άνθρωπο και μάλιστα  στη  νεανική  ηλικία.

 

Για  ενίσχυση  τούτου  του  αγώνα του χρησιμοποιούσε πλούσια το στήριγμα κάθε ευγενικής προσπάθειας, την προσευχή. Ζωσμένος με σίδερα στη μέση περνούσε τις περισσότερες ώρες της νύχτας και της ημέρας  με  την  σκέψη  του  στραμμένη  στο  θέλημα  του  Θεού  και  τα χέρια  υψωμένα  σε  προσευχή.

 

Το  οικοδόμημα της χριστιανικής ζωής του, ο Άγιος στήριζε στην ταπεινοφροσύνη. «Πας ο  ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται», έλεγε συχνά  στους ακροατές του. «Μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά  το  του  ετέρου έκαστος», πρόσθετε με  αγάπη και  καλοσύνη. Έτσι η  ζωή του έγινε μία επίμονη  πορεία  προς την αρετή, προς την τελειότητα, προς την αγαθότητα.  Αλλά  και  το  καλύτερο,  το  ζωντανότερο  κήρυγμα για κείνους  που  τον  επεσκέπτοντο  ή  που  επισκεπτόταν  ο ίδιος.

 

Έτσι  έζησε ο  Όσιος. Με σύνθημα την αρετή  και  βοήθεια τα πολλά θαύματα  που  έκαμνε  με  τη  χάρη  του  Θεού,  πρόβαλλε  πειστικά  το  Ιερό έργο  που  επιτελούσε,  το  έργο  της  σωτηρίας  ψυχών.

 

Όταν έφτασε η ώρα ν’ αφήσει την πρόσκαιρη τούτη ζωή, ο Άγιος προαισθάνθηκε τον θάνατό του, κάλεσε κοντά  του  τον  Ροδώνα,  έναν  από την  Ιεραποστολική  ομάδα  και  τρίτον  κατά  σειρά  επίσκοπο  της  αρχαίας Ταμασού,  και  του  ανέθεσε  να  συγγράψει  τα  έργα του  Αγίου Ηρακλειδίου και του Μνάσωνος για οικοδομή των πιστών. Σ’ αυτόν παρέδωκε  και  ο  ίδιος τα  απομνημονεύματα που  είχε  γράψει  μέχρι  της ημέρας  εκείνης  για  τους  δυο  Αγίους. Ύστερα  φώναξε  κοντά   του  μερικά απ’ τα πνευματικά του παιδιά, τα  νουθέτησε, τα  στήριξε  με  την  τελευταία  διδασκαλία  του  και  γαλήνιος  παρέδωκε  την μακαρία  ψυχή του  στα  χέρια  του  Θεού  στις  4  του  Οκτώβρη.

 
Οι   Ἀγιοι Ηρακλείδιος και Μνάσων, μαζί  με τους άλλους πιστούς αδελφούς, με πολλή  λύπη κήδευσαν το  άγιο λείψανο  και  το   έθαψαν  στον  ίδιο  τάφο,  που  είχαν  θάψει πρωτύτερα και τον πατέρα του Χρύσιππο.

 

He lived in the first century AD. And it is one of those small missionary groups, - the others are Saints Heraclides and Manasseh - who with their residence and base a cave in the crowded Tamaso, were the first to dispel the deep darkness of idolatry, and in their place to raise the savior light of Christ, the merry light of new life.

 

In the success of their wonderful purpose, these daring swindlers of evil and builders of virtue and good, had only the word of God, which is "darker than any knife in the middle."

With the word of God and the preaching of the Crucified, the holy people of God worked hard.

They worked for the spiritual enslavement of their compatriots and the creation of a better world in their homeland.

A world in which instead of hatred love would reign, instead of despair hope, instead of lawlessness and corruption justice and virtue.

 

Along with these first uprooters of infidelity and planters of the tree of faith on the privileged island of Cyprus was Agios Theodoros. He was one of them.

 

Homeland was the great state of Tamasos, whose fame then spread beyond this Greek corner because of its famous copper and the rich in this precious find of its mines. His parents were pagans. His father even had the job of sculpture. He made statues of gods, which, when his son Theonas grew up - that was his name before he was baptized - he took and sold in the market and they made a living from the money they received.

 

An on-site tradition tells us that once when Theonas went to the city to sell the statuettes of his father, which he had in his "isajin" (backpack), he was accompanied by Mnason's friend and the teacher of both, Saint Heraklion. In those days, torrential rains had fallen and the river Pediaios (Pidkias), which originates from the mountains of Macheiras, and today separates Politiko from the village of Pera, and then Tamasos from the other side of the river Pidias - that is why it is called and Pera - had dropped a lot of water and had become impassable. At the sight of the "varied" water, Saint Heraclius called on Theonas to throw into the river any of the statues of the gods he was holding, maybe the water would stop flowing, and so they could cross to the other side:

 

Put no god in to flow.

They put one in, the river took it; In the aftermath (at the end) dragged them with Isajin gums, t 'the river in Istamata. They were standing in the middle of a stream of water to flow. Ai Ara Klitis then crossed his crutch (bacterium) and crossed the river straight, stopping.

 

This miracle of the separation of the waters of Pidias must have taken place naturally before our Saint could believe in Christ. That is why his attempt to stop the flow of water failed, although he threw in it all the statuettes of the gods that his father gave him to sell.

At a young age we find Theonas being closely associated with Mnason, whom the Evangelist Luke in his book Acts calls an "ancient disciple". In fact, they had undertaken a trip to Rome with Mnason to resolve some differences that had been created between the pagans of Politikos and the village of Pera, which of their pseudonymous gods was greater. There in the capital of the Roman Empire, which was also the center of the pagan world, the two friends met some of the apostles from the seventies. We do not know who these apostles were. What we know from the saint's entourage is that the two Cypriot travelers had come into special contact with them. In the meetings that followed, the apostles spoke to the two friends about the new faith. Their soul, thirsting for the truth, could not get enough of hearing the word about Jesus of Nazareth. This thirst made them leave the great city of Rome very quickly, and instead of returning to their homeland, Cyprus, they moved to Jerusalem. They went there to meet the chief of the apostles, Peter, so they told him, and the beloved disciple of Christ, John the Theologian and Evangelist. God's love blessed their desire and rewarded their good mood. In the Holy City, Jerusalem, they really met the two apostles and heard from them what they were asking for. From these eyewitness disciples and hearing witnesses of Jesus they "learned" the incident surrounding the Birth of the Divine Infant, his upbringing and his Baptism in the Jordan River.

They were also informed about his work, his teaching and his Miracles, and also about the voluntary Crucifixion, the Resurrection from the dead, and after forty days his Ascension into heaven. They also learned from the holy apostles that Jesus would one day return to judge the living and the dead. To punish the wicked and reward the good and virtuous. The two converts watched all this with great longing. And after receiving the baptism at the end, they left for Cyprus, to meet here the Apostles Paul and Barnabas and Mark and their follower Heraclius, who had already been catechized and baptized. The two newly enlightened Christians, rejoicing and rejoicing over the blessed meeting with the Apostles and Saint Heraclius, exchanged a greeting of love with them and remained close to them.

 

A few days after the meeting the apostles left for Paphos. Then, according to the synaxari of Osios, Agios Mnason stayed with his teacher, Agios Iraklidios, and Osios Theodoros separated from both of them, and lived an ascetic life.

 

For thirty-eight years the holy athlete fought with the rule of strict restraint, the support of unceasing prayer, the helmet of humility and his goal the supremacy of the kingdom of Christ in his beloved homeland.

 

There was a constant struggle all his life. The words of the Lord "strive to enter in through the strait gate" resounded in his ears at all times. He ate very little. And he still used this water from time to time. He wanted to be free from these natural needs as well. The Spirit of God had enlightened him from the beginning to realize that temperance in food is a strong bridle so that man can restrain his lower impulses. And he was not wrong. He who despises temperance sometimes becomes like a horse that has no bridle. The restraint of food weakens the various passions as well as the carnal impulses, which constantly torment man, even at a young age.

 

To strengthen this struggle he used richly the support of every kind effort, prayer. Belted with irons in the middle, he spent most of the night and day with his thoughts turned to the will of God and his hands raised in prayer.

 

The building block of his Christian life, the Saint relied on humility. "As the humble self rises," he often told his listeners. "Zero I ask for myself, but the other for each one", you add with love and kindness. Thus his life became a persistent path to virtue, to perfection, to goodness. But also the best, liveliest sermon for those who visited him or who visited him.

This is how Osios lived. With the motto of virtue and the help of the many miracles he performed with the grace of God, he convincingly projected the Holy work he performed, the work of salvation of souls.

 

When it was time to leave this temporary life, the Saint foresaw his death, summoned Rodon, one of the Missionary group and third bishop of ancient Tamasos, and commissioned him to write the works of Saint Heraclius and of Mnason for the construction of the faithful. He also handed over to him the memoirs he had written up to that day about the two Saints. Then he cried out to some of his spiritual children, admonished them, supported them with his last teaching, and peacefully surrendered his blessed soul into the hands of God on the 4th of October.

 

Saints Heraclides and Mnason, together with the other faithful brothers, with great sorrow buried the holy relic and buried it in the same tomb, where they had previously buried his father Chrysippus.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου