Όλη αυτή τη περίοδο
που διανύουμε
τώρα, επεκτεινομένη σε πενήντα μέρες,
εορτάζομε την από
τους νεκρούς ανάσταση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού,
δεικνύοντας με αυτή την παράταση
την υπεροχή
της απέναντι στις άλλες εορτές.
Πραγματικά
όλοι όσοι αναστήθηκαν από τους
νεκρούς
αναστήθηκαν από άλλους
και, αφού πέθαναν
πάλι, επέστρεψαν στη γη.
Ο
δε Χριστός, αφού αναστήθηκε
από τους
νεκρούς, δεν κυριεύεται
πλέον καθόλου από το θάνατο,
γιατί δεν επέστρεψε πάλι στη
γη, αλλά ανέβηκε στον ουρανό, καθιστώντας το φύραμά μας που
είχε
λάβει ομόθρονο με το Πατέρα ως ομόθεο.
Είναι
ο
μόνος που έγινε αρχή της μελλοντικής
αναστάσεως
όλων και πρωτότοκος
από τους νεκρούς και πατέρας του μέλλοντος
αιώνος.
Και όπως όλοι οι αμαρτωλοί,
αλλά και δίκαιοι,
πεθαίνουν όπως
ο Αδάμ, έτσι στο
Χριστό
θα ζωοποιηθούν όλοι, αμαρτωλοί και δίκαιοι,
αλλά ο καθένας
στη τάξη
του. Όταν καταργήσει
κάθε αρχή και εξουσία
και
δύναμη και θέσει όλους τους εχθρούς
του κάτω από τα πόδια του, τελευταίος
εχθρός που θα
καταργηθεί είναι ο θάνατος, κατά τη κοινή ανάσταση.
Ο Κύριος κηρύττοντας το ευαγγέλιο
της βασιλείας
πριν από το πάθος, δεικνύει στους μαθητές
ότι η εκλογή
των αξίων της πίστεως δεν θα γίνει
μόνο ανάμεσα στους Ιουδαίους,
αλλά και
ανάμεσα στους Εθνικούς,
στη σημερινή
περικοπή του
ευαγγελίου.
Έρχεται ο Κύριος
σε μία πόλη της Σαμάρειας που λέγεται
Σιχάρ. (Σαμάρεια ονομάσθηκε η πόλη που έκτισε το 880 π.Χ. ο
βασιλιάς του
Ισραήλ, Αμβρί,
έπειτα το όρος Σομόρ που ήταν η ακρόπολή της και
τέλος όλο το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ, που καταλύθηκε από
τους Ασσυρίους το 721 π.Χ. και ο ηγεμόνας τους εγκατέστησε εκεί εθνικούς
από πολλά μέρη).
Εκεί ήταν η
πηγή του Ιακώβ,
το πηγάδι που εκείνος
είχε ανοίξει. Κουρασμένος ο Κύριος από την οδοιπορία κάθισε
μόνος του δίπλα από το πηγάδι και κάτω αφελώς,
γιατί
οι μαθητές του πήγαν να
αγοράσουν τροφές. Έρχεται
εκεί μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να πάρει νερό και ο Κύριος διψώντας
ως άνθρωπος,
της ζήτησε νερό.
Αυτή αντιλήφτηκε από την εμφάνισή του ότι ήταν
Ιουδαίος και
θαύμασε πως ένας Ιουδαίος ζητά νερό
από την εθνική Σαμαρείτιδα. Άν γνώριζες, της είπε, τη δωρεά του Θεού, ποιος
είναι αυτός που σου ζητά να πιει νερό,
εσύ θα του
ζητούσες και θα σου
έδινε ζωντανό νερό.
Ο Κύριος επιβεβαίωσε ότι αν γνώριζε
θα γινόταν
μέτοχος πραγματικά
ζωντανού νερού, όπως έπραξε
και
απόλαυσε αργότερα όταν το έμαθε,
ενώ το
συνέδριο των Ιουδαίων
που έμαθαν σαφώς, έπειτα εσταύρωσαν τον Κύριο της
δόξης.
Δωρεά του Θεού είναι, επειδή θεωρεί
αγαπητούς όλους ακόμα και
τους μισητούς από τους Ιουδαίους
εθνικούς και προσφέρει τον εαυτό του και
καθιστά τους πιστούς
σκεύη δεκτικά της Θεότητός του.
Η Σ αμαρείτιδα
δεν κατάλαβε το
μεγαλείο του ζωντανού
νερού,
απορεί που θα βρει νερό χωρίς κουβά
σε ένα βαθύ πηγάδι. Έπειτα επιχειρεί
να τον συγκρίνει
με τον Ιακώβ, που τον
αποκαλεί πατέρα,
εξυμνώντας το γένος από τον τόπο και εξαίρει το νερό
με τη σκέψη ότι δεν μπορεί να
βρεθεί καλύτερο. Όταν όμως άκουσε ότι το «νερό που
θα σου δώσω» θα γίνει πηγή που τρέχει προς αιώνια ζωή, άφησε λόγο ψυχής που
ποθεί και οδηγείται προς τη πίστη και ζήτησε να το λάβει για να
μη ξαναδιψάσει. Ο Κύριος θέλοντας
να αποκαλύπτεται λίγο
– λίγο, της λέγει να φωνάξει τον άνδρα
της,
γνωρίζοντάς της πόσους άνδρες είχε και αυτόν που έχει τώρα δεν είναι
δικός της. Εκείνη όμως δεν
στενοχωρείται από τον
έλεγχο,
αλλά
αμέσως καταλαβαίνει ότι ο
Κύριος είναι προφήτης
και του ζητά εξηγήσεις
σε ψηλά ζητήματα.
Βλέπετε πόση είναι η μακροθυμία και η φιλομάθεια αυτής της γυναίκας; Πόση συλλογή
και γνώση είχε στη διάνοιά της, πόση γνώση της
θεόπνευστης Γραφής;
Και αμέσως τον ρωτά
που πρέπει να λατρεύεται σωστά ο Θεός, εδώ σ’ αυτό
τον τόπο ή στα
Ιεροσόλυμα; Και τότε παίρνει την
απάντηση, ότι έρχεται η ώρα, οπότε ούτε στο
όρος αυτό ούτε στα Ιεροσόλυμα
θα προσκυνάτε
τον Πατέρα. Της γνωρίζει
μάλιστα ότι η σωτηρία είναι
από τους Ιουδαίους, δεν είπε θα είναι
στο μέλλον,
γιατί ήταν αυτός ο ίδιος.
Έρχεται
ώρα και είναι τώρα που οι αληθινοί
προσκυνητές θα
προσκυνούν το Πατέρα κατά Πνεύμα και αλήθεια.
Γιατί
ο ύψιστος και προσκυνητός Πατέρας,
είναι Πατέρας αυτοαληθείας, δηλαδή του
μονογενούς Υιού και έχει Πνεύμα αληθείας, το Πνεύμα
το άγιο και
αυτοί που τον προσκυνούν,
το πράττουν έτσι διότι ενεργούνται
δι’ αυτών. Ο Κύριος
απομακρύνει κάθε σωματική έννοια τόπο και προσκύνηση, λέγοντας: «Πνεύμα ο Θεός και
αυτοί που τὸν προσκυνούν πρέπει να τον προσκυνούν
κατά Πνεύμα και αλήθεια». Ως πνεύμα που είναι ο Θεός είναι
ασώματος, το δε ασώματο δεν ευρίσκεται σε τόπο ούτε
περιγράφεται με τοπικά
όρια. Ως ασώματος
ο Θεός δεν είναι
πουθενά, ως Θεός
δε είναι παντού,
ως συνέχων και περιέχων
το παν.
Παντού είναι ο Θεός όχι μόνο εδώ στη γη αλλά και υπεράνω
της
γης,
Πατήρ ασώματος
και
κατά τον χρόνο
και σε τόπο
αόριστος.
Βέβαια
και η ψυχή και ο άγγελος είναι ασώματα, δεν είναι
όμως σε τόπο,
αλλά δεν είναι και παντού, γιατί δεν συνέχουν το σύμπαν αλλά
αυτά έχουν
ανάγκη του συνέχοντος.
Η Σαμαρείτιδα καθώς άκουσε από το Χριστό
αυτά τα εξαίσια και θεοπρεπή λόγια, αναπτερωμένη,
μνημονεύει τον προσδοκώμενο
και ποθούμενο
Μεσσία, τον λεγόμενο
Χριστό που όταν
έρθει θα μας τα διδάξει
όλα. Βλέπετε πως ήταν ετοιμότατη για την πίστη;
Από
που θα γνώριζε
τούτο, αν δεν είχε μελετήσει τα προφητικά
βιβλία με πολλή σύνεση;
Έτσι προλαβαίνει
περί του Χριστού ότι θα διδάξει
όλη την αλήθεια. Μόλις την είδε ο Κύριος
τόσο θερμή,
της λέγει απροκάλυπτα: Εγώ είμαι ο Χριστός,
που σου μιλώ.
Εκείνη
γίνεται αμέσως εκλεκτή
ευαγγελίστρια και αφήνοντας την υδρία και το σπίτι της τρέχει και παρασύρει όλους τους Σαμαρείτες προς το
Χριστό και αργότερα με τον
υπόλοιπο φωτοειδή βίο της (ως Αγία Φωτεινή) σφραγίζει με το μαρτύριο την αγάπη της προς τον Κύριο.
Απολυτίκιον.
Ήχος
δ’.
Το φαιδρόν
της Αναστάσεως
κήρυγμα, εκ του Αγγέλου μαθούσαι, αι του Κυρίου
Μαθήτριαι, και την προγονικήν απόφασιν
απορρίψασαι, τοις Αποστόλοις καυχώμεναι
έλεγον· Εσκύλευται ο θάνατος, ηγέρθη Χριστός
ο Θεός, δωρούμενος
τω κόσμω το μέγα έλεος.
Έτερον Απολυτίκιον
της
Μεσοπεντηκοστής.
Μεσούσης
της εορτής διψώσάν μου την ψυχήν ευσεβείας πότισον νάματα· ότι πάσι, Σωτήρ
εβόησας· Ο διψών ερχέσθω προς με και
πινέτω. Η πηγή της ζωής, Χριστέ ο
Θεός, δόξα σοι.
Έτερον Απολυτίκιον.
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Το
ύδωρ ως ήντλησας,
της
αιωνίου ζωής, ευρούσα καθήμενον,
παρά το φρέαρ σεμνή, Χριστόν
τον Θεόν ημών, λόγοις σου
θεηγόροις, και εν άθλοις
ανδρείοις, ήσχυνας την απάτην, Ισαπόστολε Μάρτυς·
διο σε Αθληφόρε Φωτεινή,
ύμνοις γεραίρομεν.
Κοντάκιον.
Ήχος
πλ. δ’. Πίστιν Χριστού.
Πίστιν
ελθούσα εν τω φρέατι, η Σαμαρείτις
εθεάσατο, το της σοφίας ύδωρ σε, ω ποτισθείσα δαψιλώς,
βασιλείαν την άνωθεν εκληρώσατο αιωνίως
η αοίδιμος.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις
Ισαπόστολε Φωτεινή,
η εκ Σαμαρείας, ανατείλασα ως
αστήρ· χαίροις ή τοις ρείθροις,
του νάματος
του θείου, και
άθλοις μαρτυρίου,
κόσμον ευφράνασα.
Sunday of Samaritan (Agia
Fotini)
All this time that we are
now, extending over fifty days, we celebrate the resurrection from the dead of
our Lord and God and Savior Jesus Christ, with this extension demonstrating its
superiority over the other festivals.
Indeed, all those who were
raised from the dead were raised by others and, after dying again, returned to
the earth. And Christ, having been raised from the dead, is no longer conquered
by death, for he did not return to the earth again, but ascended to heaven,
making our baptism which he had received in harmony with the Father as a host.
He is the only one who
became the beginning of the future resurrection of all and the firstborn of the
dead and the father of the future century.
And as all sinners, but
also righteous men, die as Adam did, so in Christ shall all be made alive, both
sinners and righteous, but every one in his order. When he abolishes all
authority and power and power and puts all his enemies under his feet, the last
enemy to be abolished is death during the resurrection.
By preaching the gospel of
the kingdom before passion, the Lord shows the disciples that the election of
the values of faith will not only take place among the Jews but also among
the Gentiles in today's gospel cut.
The Lord comes to a city
of Samaria called Sychar. (Samaria was named after the city that was built in
880 BC by the king of Israel, Ambri, then Mount Sumor, which was its citadel,
and finally the entire northern kingdom of Israel, which was overthrown by the
Assyrians in 721 BC and their ruler settled there national from many places).
There was Jacob's well,
the well he had opened. Tired of walking the Lord sat alone by the well and
down naughtily, for his disciples went to buy food. There comes a woman from
Samaria to get water and the Lord thirsting as a man asked for water.
She realized that he was a
Jew and wondered if a Jew would ask for water from the national Samaritan. If
you knew, he said, the gift of God, who is the one who asks you to drink water,
you would ask him and give you living water. The Lord confirmed that if he knew
he would become a shareholder of truly living water, as he did and enjoyed
later when he learned it, and the congregation of Jews who had learned clearly
then crucified the Lord of glory. It is a gift of God because He considers all
the hatred of the Jewish nationals dear to him and offers himself and makes the
faithful vessels receptive to His Divinity.
S Amarithida did not
understand the greatness of living water, she wondered if she would find water
without a bucket in a deep well. He then attempts to compare him to Jacob, who
calls him father, praising the gender of the place and excluding the water with
the thought that it could not be better. But when he heard that the "water
that I shall give you" will become a source that leads to eternal life, he
left a word of soul that craves and is led to faith and asked to receive it so
that he will not refute it. The Lord, wanting to be revealed little by little,
tells her to call her husband, knowing how many men she has and the one she has
now is not hers. But she is not distressed by the control, but immediately
realizes that the Lord is a prophet and asks for explanations on high issues.
Do you see how much this
woman's longing and affection is? How much intelligence and knowledge did she
have in her mind, how much knowledge of divine inspiration? And immediately he
asks what God should worship right here, in this place or in Jerusalem? And
then he gets the answer, that the time is coming, so neither in this condition
nor in Jerusalem will you worship the Father. She even knows that salvation is
from the Jews, she didn't say it would be in the future because she was
himself. The time is coming and it is now that true worshipers will worship the
Father in Spirit and in truth.
For the Most High and
Worshipful Father is the Father of the self-righteous, that is, of the only
begotten Son, and has the Spirit of truth, the Holy Spirit, and those who
worship him, do so because they act through them. The Lord removes all physical
meaning of place and worship, saying, "The Spirit of God and those who
worship him must worship him in Spirit and in truth." As the spirit of God
is impure, the impurity is not in place nor is it described by local
boundaries. As an impostor God is nowhere, as God is not everywhere, as a constant
and containing everything.
Everywhere is God, not
only here on earth but also above the earth, Father of Asomata and at an
indefinite time and place.
Of course both the soul
and the angel are intangibles, but they are not in place, but they are not everywhere,
because they do not carry the universe but they need the constant.
Samaritan, upon hearing
these exquisite and divine words from Christ, anointed, mentions the expected
and longing Messiah, the so-called Christ who will teach us everything when he
comes. Do you see that he was ready for the faith? How would he know if he had
not studied the prophetic books very carefully? He thus becomes aware of Christ
that he will teach all truth. As soon as the Lord has seen her so warm, she
secretly says to her: I am the Christ that speaks to you. She immediately
becomes a chosen evangelist and leaves her home and home to run and seduce all
the Samaritans to Christ and later with her remaining light-headed life (as
Saint Fotine) seals her love for the Lord with her martyrdom.
Absolutely. Sound d.
The sermon of the
Resurrection is preached by the Angel, you are learning by the Lord, and the
ancestral decision is rejected, the Apostles are boasting control; death is at
stake, Christ is God, given by God.
Second Apolitical of the
Pentecost.
In the middle of the feast
I thirst for my spirit of piety watered down; what ever, savior I helped; The
thirsty come to me and push. The source of life, Christ God,
glory to you.
Other Apolitical. Sound d.
Fast forward.
The water as a pump, of
eternal life, I was seated, in spite of modesty, Christ our God, your words of
guidance, and in vain bravery, silenced the deceit, Isapostle the Martyr;
It's close. Sound d. In
Christ.
Faithfully coming to the
well, Samaritan watched, the wisdom of water in, dutifully irrigated, reigned
supreme, eternally fulfilled.
Magnificent.
Haier Isapostole Fotini,
from Samaria, I was raised as a star; joyous or kithi, of the divine blade, and
martyrs of torment, I glorified the world.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου