Σάββατο 13 Μαΐου 2023

Η Αγία Γλυκερία η Μάρτυς

 


Η   Αγία  Μάρτυς   Γλυκερία   γεννήθηκε   στην  Τραϊανούπολη  τον 2ο  αιώνα   μ.Χ.,   όταν    αυτοκράτορας    ήταν    ο    Αντωνίνος    ο    Ευσεβής  (138 – 161 μ.Χ.). Ο  πατέρας  της  ονομαζόταν Μακάριος και  είχε διατελέσει  ύπατος.  Σε   μικρή   ηλικία  ασπάσθηκε   τον   Χριστιανισμό και ανέπτυξε έντονη χριστιανική  και  κατηχητική  δράση.  Όταν πληροφορήθηκε  το  γεγονός  ο  ηγεμόνας Σαβίνος, την κάλεσε να παρουσιασθεί    μπροστά του. Με μεγάλη προθυμία  η  Αγία  εμφανίσθηκε  σε   εκείνον,    έχοντας    σημειώσει   στο   μέτωπό   της   τον Τίμιο    Σταυρό    και    δεν  δίστασε   να   ομολογήσει   με   παρρησία    και  σθένος  την    πίστη   της   στον    Σωτήρα    και    Λυτρωτή    Ιησού  Χριστό.

Όταν  ο  ηγεμόνας  κάλεσε  την   Αγία   να   θυσιάσει    στα  είδωλα,   αυτή αρνήθηκε   και   ομολόγησε   την   πίστη   της   στον   Χριστό.   Ακολούθως προσευχήθηκε   στον   Θεό    λέγοντας:   «Ο    Θεός,   ο    Παντοκράτορας, Συ   που   δοξάζεσαι   με   το   Σταυρό    του    Χριστού  Σου  από  τους δούλους  Σου,  Συ   που   εμφανίσθηκες    στους    Οσίους   Σου   παίδες    και  τους   γλύτωσες    από    αναμμένο   καμίνι,    Συ    που   έκλεισες  τα  στόματα    των   λιονταριών  και    ανέδειξες   νικητή    τον   δούλο   Σου Δανιήλ,   Συ    που   κατέστρεψες    τον   Βάαλ   και   εξόντωσες  τον δράκοντα και συνέτριψες τη διαβολική  εικόνα (του  βασιλέως Ναβουχοδονόσορ),  Ιησού  Χριστέ, το  άμωμο  και  άκακο    αρνίον   του   Θεού,   έλα   σε   εμένα   την   ταπεινή     και    συνέτριψε   τον    δαίμονα   (τον   Δία)   που    δημιουργήθηκε   με   την  ανθρώπινη   τέχνη   και  διασκόρπισε   την   κακή   τους    θυσία».   Αμέσως    μετά   την    προσευχή  έγινε    βροντή    μεγάλη  και  έπεσε  το άγαλμα  του  Δία  και συντρίφθηκε,    γιατί    ήταν   πέτρινο.

Όταν   ο    ηγεμόνας   και   οι   ειδωλολάτρες     ιερείς   είδαν   να συντρίβεται   το   άγαλμα   του   θεού    τους,    γεμάτοι  από  οργή,  έδωσαν  την  εντολή   να   πεθάνει   η   Γλυκερία   με   λιθοβολισμό. Αμέσως   τα  πλήθη των  ειδωλολατρών  όρμησαν μανιασμένα και άρχισαν   να   λιθοβολούν   την   Αγία.   Οι    πέτρες    όμως   έπεφταν δίπλα  της  χωρίς  καθόλου να  την  αγγίζουν.  Οι  ειδωλολάτρες βλέποντας   το   φαινόμενο   και   μη   αντιλαμβανόμενοι   αυτή   τη   δωρεά   και   ευεργεσία   του   Θεού,    νόμισαν    ότι    η  Αγία  είναι  μάγισσα  και  γι’ αυτό  δεν  την  άγγιζαν   οι   πέτρες.    Άρχισαν  λοιπόν  να    την   βρίζουν.

Ο  ηγεμόνας   παρεμβαίνοντας   διέταξε  να   την   βάλουν   μέχρι   το   πρωί  της   επόμενης   ημέρας   στη   φυλακή   και   να   την   ασφαλίσουν καλά, μήπως κάνοντας  χρήση  των μαγικών  της  ικανοτήτων  κατορθώσει   να    φύγει    και    έπειτα    διαδώσει    ότι   την   βοήθησε   ο Θεός   της   με   συνέπεια    να    εξαπατήσει   πολλούς.

Εκεί  στην  φυλακή,  το   απόγευμα    της    ίδιας    ημέρας,   επισκέφθηκε την   Αγία   ο   Χριστιανός   ιερέας   της   πόλεως,   Φιλοκράτης,   τον     οποίο    η    Αγία  παρακάλεσε να  τη   σφραγίσει  με  το  σημείο  του  Σταυρού.

Το  πρωί  της  επόμενης  ημέρας  ο  ηγεμόνας   ήλθε    στο   δικαστήριο,    για    να   δικάσει   και   τιμωρήσει   παραδειγματικά   την   Αγία    Γλυκερία.   Διέταξε  λοιπόν  να   την   οδηγήσουν   μπροστά    του    και    την   ρώτησε,  εάν   θέλει   να   θυσιάσει    στον    Δία.  Της  επέστησε  δε  την    προσοχή    ότι    σε   περίπτωση  που    δεν    επείθετο  και    δεν υπάκουε   θα   έδινε   την   εντολή    να    την   σκοτώσουν.  Η    Αγία  αρνήθηκε.   Τότε   ο    ηγεμόνας   διέταξε   να   την   κρεμάσουν   από    τα  μαλλιά  και  να της γδάρουν  την  κεφαλή.  Η  Αγία,  καθώς   ήταν  κρεμασμένη,   ευχαριστούσε   τον    Θεό.

Όταν  ο   ηγεμόνας  αντιλήφθηκε  ότι  δεν  μπορεί  να κατισχύσει   της  Αγίας  Γλυκερίας,   διέταξε   να   ξεκρεμάσουν  την   Μάρτυρα    και   να  της  συντρίψουν  το πρόσωπο. Μόλις   τελείωσε   την   προσευχή    της,   οι  υπηρέτες  άρχισαν  να  την χτυπούν. Ξαφνικά όμως εμφανίσθηκε Άγγελος Κυρίου και παρέλυσε αυτούς,  οι  οποίοι  έμειναν  αποσβολωμένοι   σαν   νεκροί.  Τότε   ο    ηγεμόνας    διέταξε  να μεταφερθεί   η   Αγία   και   πάλι   στη    φυλακή    και    έδωσε    την  εντολή,   κανένας   να   μην   της   δώσει   τροφή.   Η   Αγία   Γλυκερία γεμάτη χαρά και δοξάζοντας τον Θεό επανήλθε στην φυλακή. Ο  δεσμοφύλακάς  της  με   πολύ  σεβασμό   και   φόβο  την  κλείδωσε στο  κελλί   της.   Η   Μεγαλομάρτυς   ευχαρίστησε    τον   Θεό.

Από  τότε  πέρασε  ικανός   χρόνος   κατά   τον   οποίο   η   Αγία   ήταν πάντα   κλεισμένη  μέσα  στη   φυλακή   και   δοξολογούσε   τον    Θεό,   ενώ   Άγγελοι   έφερναν    τροφή    σε   αυτήν.

Κάποτε ο  ηγεμόνας  επρόκειτο  να  μεταβεί  στην  Ηράκλεια. Τότε σκέφθηκε  να   περάσει  και   από  την   φυλακή,   για   να   δει   τι   γίνεται η    Γλυκερία  και  άν είναι  σε  θέση να  τον  ακολουθήσει  στην  Ηράκλεια.  Όταν  όμως  έφθασε  στη φυλακή  και  είδε  την πόρτα  σφραγισμένη,   νόμισε   ότι   είχε  ήδη  πεθάνει   η    Αγία.  Αλλά   μόλις  άνοιξε   η   πόρτα   διαπίστωσε   ότι    η   Αγία    ήταν    λυμένη    και   δίπλα της   υπήρχε   ένα    πινάκιο    με   γάλα   και   ψωμί   και   ένα   δοχείο     με νερό.   Γεμάτος   έκπληξη    ο   ηγεμόνας   και   μη   γνωρίζοντας   ότι   ο  Θεός   έτρεφε    την   Αγία,    την    έβγαλε   από    την   φυλακή.

Μετά   από   αυτά,   πήρε   ο  ηγεμόνας   την   Αγία   και   κατευθύνθηκε προς   την   Ηράκλεια.    Όταν   οι   Χριστιανοί   της    Ηράκλειας    άκουσαν  για   την    αθληφόρο   του   Χριστού   και   ότι   την   έφερναν   στην   πόλη τους,  έτρεξαν   όλοι   να  την   προϋπαντήσουν   έχοντας   επικεφαλής τους   τον   Επίσκοπο   της   πόλεως,   Δομίτιο.

Το   πρωί   της   επομένης    ημέρας  ο  ηγεμόνας  διέταξε  να  προσαχθεί  σε  δίκη  η Αγία  και  σε   περίπτωση  που  και πάλι   θα   αρνιόταν   να υπακούσει,  να   την   έριχναν   στη   φωτιά.    Η   Αγία   και  πάλι ομολόγησε την πίστη της  στον  Χριστό. Τότε ο ηγεμόνας διέταξε να ρίξουν  την   Αγία   μέσα   σε   καμίνι.   Όταν   ετοιμάσθηκε   η    φωτιά μέσα   στο   καμίνι,   ώστε   να   μην   μπορεί   να   το  πλησιάσει άνθρωπος,  η  Αγία  κάνοντας  το σημείο  του  Σταυρού  σφράγισε  τον  εαυτό   της    και   προσευχήθηκε  προς  τον    Θεό.   Μόλις   την  έριξαν  μέσα  στο  καμίνι,  ήλθε  ουράνια   δροσιά  και  έσβησε  τη  φλόγα  της  φωτιάς.

Μετά  από   αυτά,   ο   ηγεμόνας   θυμωμένος   διέταξε   να    της    γδάρουν  το  κεφάλι   μέχρι   το   μέτωπο   και   αφού έδεσαν οι   υπηρέτες χειροπόδαρα  την   Αγία,   έπρατταν   κατά     τις   διαταγές   του  ηγεμόνος.  Ο  ηγεμόνας,  μη   υποφέροντας   την    ψυχική   και  πνευματική  αντοχή  της  Αγίας, διέταξε να   την   κλείσουν   πάλι    στην  φυλακή.    Εκεί   διέταξε να την δέσουν χειροπόδαρα και   να την ξαπλώσουν πάνω   σε   κοφτερές   πέτρες,   για   να   υποφέρει   αφόρητα όταν   ήθελε  να   μετακινηθεί  δεξιά  και  αριστερά.  Και  οι  υπηρέτες  έκαναν  ότι  τους διέταξε  ο  ηγεμόνας.  Κατά  το  μεσονύκτιο  όμως  Άγγελος Κυρίου    ήλθε  και έλυσε  τη   Μάρτυρα   από   τα   δεσμά   της και   επούλωσε τα τραύματα  του  προσώπου   της,    ώστε   να   καταστεί  απόλυτα   υγιείς,  χωρίς  κανένα  σημάδι   ή    ουλή,    όπως    δηλαδή    της  το   είχε    χαρίσει    ο    Θεός.

Το   επόμενο   πρωί   ήλθε    ο    ηγεμόνας    στο    δικαστήριο    και     διέταξε  να  φέρουν μπροστά του  την  Αγία.  Όταν   ο   δεσμοφύλακας,  ονόματι   Λαοδίκιος,  άνοιξε την πόρτα  της  φυλακής,  βρήκε  την Γλυκερία  λυμένη  και  υγιή,  ώστε   δεν   την   αναγνώρισε.  Η    Αγία  όμως  του  είπε:   «Μην  κάνεις   τίποτε   και   λυπήσου   τον   εαυτό    σου, εγώ    είμαι    εκείνη  που   ζητάς».

Ο   δεσμοφύλακας  γεμάτος  έκπληξη  και  έντρομος  έβγαλε  την   Αγία  από  την φυλακή   και   αφού   δέθηκε   ο   ίδιος   με  τα   δεσμά   της Μάρτυρος   την   ακολούθησε   στο   βήμα   του   ηγεμόνα.   Αντικρίζοντας αυτό   το   θέαμα   ο   ηγεμόνας   ρώτησε    τον    δεσμοφύλακα.  Εκείνος  του    είπε   τι    ακριβώς   συνέβη.   Ο    άρχοντας    έδωσε    αμέσως    εντολή   και    οι   στρατιώτες   αποκεφάλισαν   τον   Μάρτυρα.   Το   λείψανό   του    το   πήραν    οι    Χριστιανοί    και    το    ενταφίασαν.

Στη   συνέχεια   ο    ηγεμόνας    διέταξε   να   ριχθεί  η   Γλυκερία  στα   θηρία.  Αλλά  η Μάρτυς ακούγοντας   την   απόφαση   του   ηγεμόνα   αντί να   πανικοβληθεί   χάρηκε   ως   να   της     συνέβη   κάτι    το    ευχάριστο.

Αφού  λοιπόν  ο  ηγεμόνας  και  ο  λαός   πήραν  τις  θέσεις    τους   στο  στάδιο,   έριξαν  μέσα  στον   στίβο   την   Αγία,  η   οποία  εισήλθε χαρούμενη   και   στάθηκε   γαλήνια   στην μέση του σταδίου περιμένοντας   και   πάλι   τον   Χριστό   ως   βοηθό   της. Έτσι ολοκληρώθηκε   το  μαρτύριο της Αγίας Γλυκερίας  στο  οποίο αναδείχθηκε   τέλεια   στην   ομολογία   της    αλήθειας.         
Το   ιερό    λείψανό    της  παρέλαβε  ο  Επίσκοπος  της  Ηρακλείας  Δομίτιος     και    το    τοποθέτησε  σε   ευπρεπή   τόπο    κοντά   στην   πόλη.



Απολυτίκιον.  Ήχος   γ’.  Την    ωραιότητα.
Την καλλιπάρθενον, Χριστού   τιμήσωμεν, την αριστεύσασαν, πόνοις αθλήσεως,  και  ασθένειᾳ  της  σαρκός, τον  όφιν   καταβαλούσαν· πόθω γαρ   του   Κτίσαντος,   των  βασάνων την   έφοδον, παρ’  ουδέν  ηγήσατο,   και  θεόθεν δεδόξασται·  προς  ήν αναβοήσωμεν πάντες· χαίροις  θεόφρον  Γλυκερία.



Κοντάκιον. Ήχος   γ’.  Η  Παρθένος   σήμερον.      
Την   παρθένον   στέργουσα,  και    Θεοτόκον    Μαρίαν,  διετήρεις   άφθορον,  την   σε   αυτής   παρθενίαν·  πόθω  δε,  καρδιωθείσα  τω   του Κυρίου,   ήθλησας,   ανδρειοφρόνως    μέχρι  θανάτου·  δια  τούτο Γλυκερία,   διπλώ    στεφάνω,   σε   στέφει    Χριστός    ο    Θεός.



Μεγαλυνάριον.
Μύρον   πολυσύνθετον   τω   Χριστώ,   εξ   αγνοίας   πόνων,   και    αιμάτων τοις σταλαγμοίς, προσενεγκαμένη, θεόφρον Γλυκερία, εν μύροις   θεοβρύτοις,   λαμπρώς  δεδόξασαι.

 

Saint Glyceria the Martyr

 

 

Saint Martyr Glyceria was born in Traianoupolis in the 2nd century AD, when Emperor Antoninus Eusebius was emperor (138 - 161 AD). Her father's name was Makarios, and he had been a highlander. At an early age he converted to Christianity and developed a strong Christian and catholic activity. When the ruler Savinos was informed of the incident, he invited her to appear before him. With great eagerness the Saint appeared to him, having marked the Holy Cross on her forehead, and did not hesitate to confess with boldness and vigor her faith in the Savior and Redeemer Jesus Christ.

When the ruler called on the Saint to sacrifice to idols, she refused and confessed her faith in Christ. He then prayed to God saying, "God, the Almighty, Thou glorified with Thy Cross of Christ by Thy servants, Thou who appeared to Thy Souls and delivered them from the burning furnace, Thou shutest the mouths of lions, Winner of your slave Daniel, Sy, who destroyed Baal and killed the dragon and crushed the devilish image (of King Nebuchadnezzar), Jesus Christ, the immaculate and impure lamb of God, come to me the humble and crushed the demon (Zeus) created by human art and scattered their evil sacrifice. " Immediately after the prayer, there was a thunder, and the statue of Zeus fell and was crushed because it was stone.

When the ruler and the idolatrous priests saw the statue of their god crushed, full of rage, they ordered that Glyceria die by stoning. Immediately the crowds of idolaters rushed in and began to stone the Saint. But the stones fell beside her without touching her. The pagans, seeing this phenomenon and not realizing this gift and goodness of God, thought that the saint was a witch, so the stones were not touched by her. So they started to look for her.

The ruler intervened and ordered her to be put in jail until the next morning, and to secure her well, lest she use her magic abilities to leave and then spread that her God had helped her consistently deceive many.

There, in the afternoon of the same day, the Christian priest of the city, Philocrates, visited the Saint, whom the Saint begged to seal with the sign of the Cross.

The next morning the ruler came to court to exemplify and punish St. Glyceria. So he ordered her to be brought before him and asked her if she wanted to sacrifice to Zeus. She warned her that if she did not insult and obey, she would order her to be killed. The saint refused. Then the ruler ordered her to be stripped of her hair and scratched off her head. The Saint, while hanging, thanked God.

When the ruler realized that he could not overthrow St. Glyceria, he ordered the Witness to be unlocked and her face crushed. As soon as she finished her prayer, the servants began ringing her. Suddenly, however, an Angel of the Lord appeared and paralyzed those who were left dead. Then the ruler ordered that the saint be transferred to prison again and ordered that no one be given food. St. Glyceria, full of joy and glorifying God, returned to prison. Her cellmate locked her in her cell with great respect and fear. The Great Martyr thanked God.

Since then a sufficient time has elapsed in which the Saint was always locked in prison and glorifying God, while Angels brought food to her.

Once the ruler would go to Heraklion. Then he thought about going through jail to see what was going on in Gloria and whether he could follow her to Heraklia. But when he arrived at the prison and saw the door sealed, he thought that Saint had already died. But as soon as the door was opened she found that the Saint was at liberty and beside her there was a table with milk and bread and a container of water. Surprisingly, the ruler, not knowing that God was feeding the Saint, brought her out of prison.

After that, the ruler took Agia and headed for Heraklion. When the Christians of Heraklia heard about Christ's sport and brought it to their city, they all ran to preach it, with the Bishop of the city, Domitius, as their head.

In the morning of the following day the ruler ordered that the Saint be brought to trial and if she again refused to obey, they would throw her into the fire. The Saint again confessed her faith in Christ. Then the ruler ordered the Saint to be thrown into a furnace. When the fire in the furnace was prepared so that no one could approach it, the Saint making the sign of the Cross sealed herself and prayed to God. As soon as it was thrown into the furnace, a heavenly dew came and the flame of fire was extinguished.

After that, the angry ruler ordered her head to be scratched up to the forehead and after the servants handcuffed the Saint, she acted on the ruler's orders. The ruler, not suffering the mental and spiritual strength of the saint, ordered him to be imprisoned again. There she ordered her hands tied and lying on sharp stones, to suffer unbearably when she wanted to move right and left. And the servants did what the ruler ordered them to do. But at midnight an angel of the Lord came and healed the Witness of her bonds and healed the wounds of her face so that she would become perfectly healthy, without any signs or scars, as God had given her.

The next morning the ruler came to court and ordered the Saint to be brought before him. When the prisoner, Laodicean, opened the prison door, he found Glyceria free and healthy, so he did not recognize it. But the saint said to him, "Do nothing and feel sorry for yourself, I am the one you ask for."

Surprised and frightened by the guard, she banished Saint from prison, and after she tied herself with her martyrs, she followed her in the step of the ruler. Responding to this spectacle, the ruler asked the guard. He told him exactly what had happened. The lord immediately ordered and the soldiers beheaded the Witness. His remains were taken and buried by Christians.

Then the ruler ordered that Glyceria be thrown into the beast. But the Martyr, listening to the ruler's decision rather than panicking, was pleased that something pleasant had happened to her.

So, after the ruler and the people took their places in the stadium, they threw the Saint into the arena, who entered joyfully and stood still in the middle of the stage, waiting for Christ as her assistant again. Thus ended the martyrdom of St. Glyceria, which proved itself perfectly in the confession of truth.

Her holy relic was received by the Bishop of Heraklion Domitius and placed in a decent place near the city.

 

 

Absolutely. Sound c. The beauty.

Christ the glorified, Christ was honored, he was exalted, sports pains, and sickness of the flesh, he was paid;

 

 

It's close. Sound c. Virgo today.

The virgin abbot, and Theotokos Marian, abound in her virginity; I long for the Lord's heart, I have exercised it, bravely to death;

 

 

Magnificent.

Christ's multifunctional myrrh, unaware of pain, and bloody drips, careful, God-fearing Glyceria, fiercely theocratic, brilliantly glorified.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου