Τρίτη 25 Απριλίου 2023

Ο Άγιος Μάρκος ο Απόστολος και Ευαγγελιστής

 


Ο   Άγιος  Απόστολος και  Ευαγγελιστής  Μάρκος,  ο    οποίος    ονομαζόταν  και Ιωάννης,   ήταν  Ιουδαίος  Ελληνιστής   και   η    μητέρα  του  ονομαζόταν Μαρία.   Καταγόταν  από    εύπορη    οικογένεια    και   κατά    την   συνήθεια  της  εποχής    να   παίρνουν   οι   Ιουδαίοι   και   ένα   δεύτερο   όνομα   ελληνικό   ή ρωμαϊκό, ονομάσθηκε και Μάρκος. Η  οικογένειά του διέθετε το   προφανώς ευρύχωρο   σπίτι  της  στην  Ιερουσαλήμ  για  τις  συνάξεις  των  Χριστιανών.  Ορισμένοι   παλαιότεροι   ερευνητές   δέχονται  ότι   στο   σπίτι αυτό   έλαβε   χώρα   το   τελευταίο   δείπνο   του    Ιησού   με    τους    Μαθητές    Του  και    ότι    ο    άνθρωπος,   «ο   κεράμιον  ύδατος   βαστάζων», ο  οποίος  θα  έδειχνε  στους δύο  Μαθητές  που έστειλε  ο  Ιησούς για   την   προετοιμασία του   δείπνου   το   «ανώγαιον  μέγα   εστρωμένον   έτοιμον»,  ήταν  ο  Ιωάννης  Μάρκος.

Η  καταγωγή    του  Αποστόλου  Μάρκου  ήταν  μάλλον  από  την  Κύπρο. Από   νεαρή   ηλικία   άρχισε   τη   διακονία   της   κηρύξεως του   Ευαγγελίου, συνοδεύοντας   τον   θείο  του  Απόστολο  Βαρνάβα  και  τον  Απόστολο  Παύλο   στις    διάφορες    περιοδείες   τους.

Στην πρώτη περιοδεία του Αποστόλου  Παύλου  διακόπτει  την  συνεργασία,   όταν   ο    Παύλος    και   οι   συνεργάτες   του   έφθασαν   από   την  Κύπρο  στην Πέργη της  Παμφυλίας και  από  εκεί  επιστρέφει  στα  Ιεροσόλυμα.  Στην  αρχή  της δεύτερης περιοδείας, μετά   την   Αποστολική Σύνοδο,   κατά   τον   «παροξυσμό»   που   παρατηρήθηκε   μεταξύ   Παύλου   και Βαρνάβα,   ο   τελευταίος  με τον  Μάρκο  απέπλευσαν  στην    Κύπρο    και    ο  Παύλος  με τον Σίλα  ξεκίνησαν  για  την   οτιοδυτική  Μικρά  Ασία.  Αργότερα  ο  Μάρκος   βρίσκεται   πάλι   κοντά   στον   Παύλο   κατά    τον   χρόνο που   γράφει   ο  Απόστολος τις  Επιστολές   της   αιχμαλωσίας   και   τέλος μνημονεύεται  στην  Α’  Επιστολή   του    Πέτρου,    ως   συνεργάτης   αυτού    και  στην   Β’    προς  Τιμόθεον    Επιστολή.

Διάφορες παραδόσεις για τον Απόστολο Μάρκο απηχούνται σε εκκλησιαστικούς συγγραφείς ή σε αρχαία λατινικά χειρόγραφα του Ευαγγελίου  του.  Ο    Ιππόλυτος    τον    ονομάζει   «κολοβοδάκτυλον»,   είτε  γιατί είχε  δυσανάλογα  μικρά   δάχτυλα   σε   σχέση   προς   το   σώμα   του,  είτε γιατί   απέκοψε  ο  ίδιος  ένα  από  τα  δάχτυλά   του  όταν    έγινε   Χριστιανός, για   να  μην   θεωρείται  άρτιος  και  ικανός  να   τελεί    τα   καθήκοντά   του   ως λευΐτης   που   ήταν,   είτε   τέλος,  σύμφωνα  με  άλλη,    αλληγορική    αυτή    τη  φορά  ερμηνεία, γιατί  το  Ευαγγέλιό  του  στερείται  εισαγωγής  και  επιλόγου.    Ο    Επιφάνιος   διασώζει   την   πληροφορία   ότι   ο   Μάρκος   υπήρξε ένας από τους Εβδομήκοντα Μαθητές του Κυρίου και ότι ανήκε σε εκείνους   που   σκανδαλίσθηκαν   από   τα   λόγια   που   είπε   ο   Ιησούς   στο   κατά  Ιωάννην Ευαγγέλιο για τη βρώση της Σάρκας Του και   τον   εγκατέλειψαν. Άλλοι   υποστηρίζουν  ότι  ο  Ευαγγελιστής  Μάρκος  ίδρυσε  και  την  Εκκλησία    της   Ακηλυΐας  της  Ιταλίας    και   εργάσθηκε    αποστολικά   στη  Δύση,  στη  Ρώμη  και στα  Μεδιόλανα. Τέλος, η εκκλησιαστική   παράδοση γενικότερα   θεωρεί  τον Απόστολο   Μάρκο   ιδρυτή   και   πρώτο   Επίσκοπο   της Εκκλησίας   της   Αλεξάνδρειας.

Ο  Απόστολος    Μάρκος   μετέβη   στην   Αίγυπτο    περί   τα   τέλη    του    έτους    62 μ.Χ.,   ημέρα   του   Πάσχα,   οι   Εθνικοί   τον   συνέλαβαν,   τον   υπέβαλαν   σε φρικτά βασανιστήρια και τον έριξαν στη  φυλακή. Την   επόμενη,   δεύτερη  ημέρα  της Κυριακής  του   Πάσχα,  τον  έσυραν  ανά  τις  οδούς  της  Αλεξάνδρειας  και μαρτύρησε,  ευχαριστώντας  τον    Θεό    διότι  αξιώθηκε  να  μαρτυρήσει  υπέρ του  Αγίου  Ονόματος Αυτού. Οι ειδωλολάτρες  θέλησαν  να  κάψουν το  άγιο   λείψανό   του   σε   τόπο   που   ονομαζόταν   «εις τους  Αγγέλους»,  όπου  αργότερα   ιδρύθηκε  και  ναός,  το    «Αγγέλιον»,  αλλά  λόγω  της θύελλας που  ξέσπασε  με βροχή και χαλάζι, εγκατέλειψαν το ιερό λείψανο και έφυγαν.  Οι  Χριστιανοί  αφού παρέλαβαν  το    τίμιο    σκήνωμα  του   Αγίου  το  κατέθεσαν  σε  μνημείο,   επί του     οποίου    οικοδομήθηκε   ναός    προς   τιμήν   του.

Το ιερό λείψανο του   Αποστόλου   και   Ευαγγελιστού   Μάρκου,   αργότερα μετακομίσθηκε στη Βενετία από Βενετούς ναυτικούς. Η πράξη δικαιολογήθηκε   πολύ   αργότερα με αναφορά   σε   κάποια   προφητεία   που Άγγελος  Κυρίου    έδωσε  στον  Απόστολο  Μάρκο,   σύμφωνα  με  την  οποία  το σκήνωμά  του  θα  αναπαυόταν κάποτε  στη  Βενετία.  Ή  γενικώς  αποδεκτή   άποψη της ιστορίας αυτής από τους Βενετούς  απεικονίσθηκε  σε  ψηφιδωτά   μέσα  στη  βασιλική του  Αγίου  Μάρκου.  Εκεί  ιστορείται    το    επιχείρημα    δύο   Βενετών   εμπόρων   οι   οποίοι,   με   την βοήθεια   δύο   Ελλήνων   μοναχών,  αφαίρεσαν  το  ιερόλείψανο  από  το  προσκύνημά   του    στην    Αλεξάνδρεια,   δωροδοκώντας  την   φρουρά  και αντικαθιστώντας το ιερό λείψανο με το σκήνωμα  ενός  αγνώστου    Αγίου.  Όταν   ανέβασαν   το   ιερό   λείψανο   πάνω  στο   πλοίο,   φρόντισαν   να   το προστατεύσουν από τα ερευνητικά   βλέμματα   των   Αράβων   λιμενικών, αλλά   και   από   την   ευωδία    αγιότητος   που   ανέδυε,   κρύβοντάς το   κάτω    από τεμαχισμένα χοιρινά κρέατα.   Οι   Άραβες,   ως  ευλαβείς   Μουσουλμάνοι, ένιωσαν   φρίκη   στη   θέα   και   τη   δυσωδία    των   χοίρων.  Έτσι    το    πλοίο    με  τον   πολύτιμο  θησαυρό  αναχώρησε   άμεσα.   Στο   εκπληκτικά    ταχύ    ταξίδι  επιστροφής στη   Βενετία, το πλοίο παραλίγο να συντριβεί ολοσχερώς. Όμως ο Άγιος ήταν εκεί, για να ξυπνήσει τον κυβερνήτη  και  να  αποφευχθεί    η    συμφορά.

Το γεγονός αυτό είναι σίγουρα εμπλουτισμένο με πλασματικές λεπτομέρειες.   Όμως,   η   κλοπή   ήταν   αδιαμφισβήτητη.   Τα   ελατήρια   της κλοπής   ήταν   τόσο   πολιτικά   όσο   και   θρησκευτικά.   Στην αρχή  το  ιερό λείψανο  τοποθετήθηκε  και  φυλάχθηκε  σε  μία   κρυφή  αίθουσα  δίπλα  στο   παλάτι   του   δόγη.   Στη   διαθήκη  του,  ο  δόγης  Ιουστινιανός  όρισε,  η  σύζυγός του   να  οικοδομήσει ναό προς τιμήν του   Αγίου   Μάρκου   ανάμεσα στο  παλάτι   και   το   παρεκκλήσιο   του   Αγίου   Θεοδώρου.   Η   ανέγερση   του κτίσματος άρχισε το έτος 832 μ.Χ. και   τελείωσε   μετά   από   34   έτη.          
Στο κατά Μάρκον   Ευαγγέλιο   βρίσκουμε   μόνο   μερικά   χαρακτηριστικά επεισόδια  από  τοβίο  και  τη  διδασκαλία του    Χριστού,   σταχυολογημένα  από   την   πλούσια   παράδοση   της   Εκκλησίας.   Οι   αποσπασματικές   αυτές πληροφορίες   έχουν   ένα   βαθύτερο   θεολογικό   σύνδεσμο   μεταξύ   τους   και αποσκοπούν στο να δείξουν ότι στο Πρόσωπο του Ιησού Χριστού   πραγματοποιήθηκαν   οι επαγγελίες   του   Θεού   για   την   σωτηρία   της ανθρωπότητας.  Οι  θαυματουργικές πράξεις   του  Κυρίου  στο  Ευαγγέλιο  του   Μάρκου   μαρτυρούν    για    τη    μεσσιανική   εξουσία  του   Κυρίου,    με    την  οποία  ο Υιός του Θεού κατανικά τις δαιμονικές δυνάμεις και  ελευθερώνει  τους ανθρώπους  από   την   κυριαρχία   τους.  Τα   πραχθέντα  αποκορυφώνονται στον  Σταυρό  του    Ιησού,   όπου    θριαμβεύει    με    την  Ανάσταση   η   αγάπη   του   Θεού   έναντι   των   δαιμονικών   δυνάμεων.   Για   το γεγονός του   Σταυρού προετοιμάζει  ο  ιερός  Ευαγγελιστής  τον  αναγνώστη  ήδη  από  τις  αρχές    του   Ευαγγελίου του.  Η  θεολογική   σκέψη του  Αποστόλου Μάρκου κινείται μεταξύ τωρινών παθημάτων   των   πιστών και   μέλλουσας   δόξας   με   αποκορύφωμα   τη    μέλλουσα   δόξα.



Απολυτίκιο.   Ήχος   δ’.   Ταχύ   προκατάλαβε.      
Του   Πέτρου   συνέκδημος,  και   κοινωνός   ιερός,   του   Λόγου   διάκονος,   και υποφήτης σοφός, εδείχθης Απόστολε· όθεν το   του   Σωτήρος,   Ευαγγέλιον θείον,   Μάρκε   διαχαράττεις,   ως   ουράνιος   μύστης  · διο  Ευαγγελιστά  σε,  πόθω  γεραίρομεν.



Κοντάκιον.   Ήχος   β.   Τα   άνω   ζητών.     
Εξ ύψους   λαβών, την χάριν την του Πνεύματος, ρητόρων, διέλυσας Απόστολε, και  τα  έθνη    άπαντα,   σαγηνεύσας,  Μάρκε  παναοίδιμε,  τω  σω   Δεσπότη    προσήγαγες,    το    θείον    κηρύξας    Ευαγγέλιον.



Μεγαλυνάριον.
Πέτρω  τω  θεόπτη  μαθητευθείς, των υπερκοσμίων,   εχρημάτισας    μυητής· όθεν του Σωτήρος, ημίν  ευηγγελίσω, ω Μάρκε θεηγόρε, την συγκατάβασιν.

 

 

St. Mark the Apostle and Evangelist

 

 

St. Apostle and Evangelist Mark, who was also called John, was a Jewish Hellenist and his mother was called Mary. It was derived from a wealthy family and according to the custom of the time the Jews took a second Greek or Roman name, and was called Markos. His family had an apparently spacious home in Jerusalem for the meetings of Christians. Some older researchers accept that this house took place in Jesus' last supper with His disciples, and that the man, "the water of the heavens weighing", would show to the two disciples that Jesus sent for the preparation of the supper "unrighteous mega ready-made, "was John Mark.

The origin of Apostle Mark was probably from Cyprus. From a young age, he began the ministry of proclaiming the Gospel, accompanying his uncle Apostle Barnabas and Apostle Paul in their various tours.

On the first tour of Apostle Paul he stops the collaboration when Paul and his associates arrived from Cyprus in Pergy of Pamphylia and from there returns to Jerusalem. At the beginning of the second tour, after the Apostolic Synod, during the "frenzy" observed between Paul and Barnabas, the latter with Marcus sailed to Cyprus, and Paul and Silas began to pursue Asia Minor in Asia Minor. Later, Mark is again close to Paul at the time Apostle writes the Letters of Captivity, and finally he is mentioned in Peter's First Letter, as his associate, and in the Second Letter to Timothy.

Various traditions for Apostle Mark are echoed by ecclesiastical writers or ancient Latin manuscripts of his Gospel. Hippolytus calls him a "columbaddle" either because he has disproportionately small fingers in relation to his body, or because he cut off one of his fingers when he became a Christian, so that he is not considered fit and capable of performing his duties as a was, in the end, another, allegorical interpretation this time, because his Gospel lacks introduction and choice. Epiphanius rescues the information that Mark was one of the seventh disciples of the Lord and that he belonged to those who were scandalized by the words Jesus said in the Gospel of John to eat His Flesh and abandoned him. Others claim that the Evangelist Mark founded the Church of Acacia in Italy and worked apostolic in the West, Rome and Mediolana. Finally, the ecclesiastical tradition generally regards Apostle Mark as founder and first Bishop of the Church of Alexandria.

Apostle Mark went to Egypt at the end of 62 AD, Easter day, the Nationals arrested him, subjected him to terrible tortures, and put him in jail. On the next, second day of Easter Sunday, they dragged him along the streets of Alexandria and martyred, thanking God for having claimed to be in favor of His Holy Name. The idolaters wanted to burn their holy relic to a place called "the Angels", where later was a temple, "Angelus", but because of the storm that broke out in rain and hail, they abandoned the sacred relic and left. The Christians, having received the honest relic of the saint, deposited it on a monument on which a temple was built in honor of him.

The sacred relic of the Apostle and Evangelist Markus, later moved to Venice by Venetian sailors. The act was justified much later by referring to some prophecy that Angelus gave the Apostle Mark, according to which his relic would once rest in Venice. The generally accepted view of this story by the Venetians was depicted in mosaics in the basilica of St. Mark. There is the argument of two Venetian merchants who, with the help of two Greek monks, removed the sacerdotal from his pilgrimage to Alexandria, bribing the guard and replacing the sacred relic with the relic of an unknown Saint. When they raised the holy relic on the ship, they guarded it from the exploratory gaze of the Arabian harbors, but also from the fragrance of sanctity that appeared, hiding it under chopped pork meats. The Arabs, as pious Muslims, felt horrified at the sight and stench of the pigs. So the ship with the precious treasure left immediately. On a surprisingly quick return trip to Venice, the ship almost crashes. But the saint was there to wake the governor and avoid the misfortune.

This fact is certainly enriched with fictitious details. But the theft was unquestionable. The springs of theft were both political and religious. At first the sacred relic was placed and kept in a secret room next to the Doge's palace. In his will, the Duke Justinian set his wife to build a temple in honor of St. Mark between the palace and chapel of St. Theodoros. The erection of the building began in 832 AD. and ended after 34 years.

In the Gospel of Mark, we find only a few characteristic episodes from the teachings and teachings of Christ, graced by the rich tradition of the Church. This fragmentary information has a deeper theological link between them and is designed to show that in the Person of Jesus Christ the promises of God were made to save mankind. The miraculous acts of the Lord in the Gospel of Mark bear witness to the messianic authority of the Lord by which the Son of God conquers the demonic powers and frees people from their sovereignty. The things that were done are crucified in the Cross of Jesus, where God's love for the demonic forces triumphs with the Resurrection. For the Cross, the holy Evangelist prepares the reader from the very beginning of his Gospel. The theological thought of Apostle Mark moves between the present sufferings of the faithful and the future of glory, culminating in the glory of the future.

 

 

Introit. Sound d '. Fast anticipated.

Of Peter, a deacon, and a sacred companion, the deacon of the Word, and the wise man, was revealed to the Apostle; that is, the Savior, the gospel of the divine, Mark, dishonor, as the heavenly master;

 

 

Kontakion. Sound b. Top requests.

From the height of the handles, the grace of the Spirit, the rhetoric, the apostle, the apostles, and the nations of all, seducing, marce you, the Despot brought down, the divine preach the Gospel.

 

 

Majesty.

I pray the theoreticians, the supernatural ones, the inherited initiator; therefore, to the Savior, I am wise, as Marcea has lived, the cohabitation.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου