Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2022

Ο Όσιος Σάββας ο Ηγιασμένος

 


Ο   Άγιος  Σάββας  ο  ηγιασμένος  εγεννήθη  το  έτος  439  από  ευσεβείς   και πλουσίους   γονείς   στην  πόλι  Μουταλάσκη   της  Καππαδοκίας.  Ο  πατήρ του,  στρατιωτικός   στο  επάγγελμα,   ηναγκάσθη  να  μεταβεί  μετά  της συζύγου   του  Σοφίας,   στην  Αλεξάνδρεια  για  υπηρεσιακούς  λόγους, αναθέτοντας  την ανατροφή   του μικρού Σάββα ο οποίος  ήταν μόλις πέντε  ετών    στον συγγενή του  Ερμία. Μετά από   λίγο  χρονικό  διάστημα, δυσαρεστηθείς  ο  Σάββας από   την  συμπεριφορά  της   συζύγου  του  θείου του   και   από   την  επακολουθήσασαν   διαμάχη  μεταξύ  των  θείων  του, Ερμίου  και  Γρηγορίου,  για  την  ανατροφή   του  και  την  διαχείρισι  της περιουσίας  των  γονέων  του,  περιφρόνησε  τον  κόσμο  και εις  ηλικίαν   οκτώ ετών  ενετάγη  εις  μοναστήριον  που  έφερε  το   όνομα  Φλαβιαναί.  Εκεί επεδόθη   στην εκμάθησι του ψαλτηρίου και των μοναχικών υποχρεώσεων  και  αφ᾿ ετέρου   στην  άσκησι  των  θεοειδών  αρετών  και διέπρεψε   στην εγκράτεια την σωματική κακοπάθεια,  την ταπεινοφροσύνη  και  την  υπακοή.  Ανεδείχθη  ανώτερος  όλων  των συμμοναστών  του,  πάνω  από   65  τον  αριθμό.  Θέλοντας  ο   Θεός  να προμηνύσει  την  αγιότητα   στην  οποία  θα  έφθανε, τον χαρίτωσε  με ακράδαντο  και  θαυματουργό   πίστι.  Κάποτε  εισήλθε   σε    αναμμένο φούρνο,  αφού  οπλίσθηκε  με  το   σημείο  του   Σταυρού  έκβαλε,  σώος  και αβλαβής, τα ενδύματα τα οποία ο αρτοποιὸς είχε λησμονήσει.
Έχοντας   συμπληρώσει   στο  χώρο    των  Φλαβιανών   δέκα  έτη  αγώνων, εζήτησε  την  ευλογία  του  Ηγουμένου,  να   μεταβεί   οριστικώς   στην  Αγία Πόλι  της  Ιερουσαλήμ,  αφού  επιθυμούσε  να  ανεβαίνει  διαρκώς  από  δόξα  σε  δόξα,   ησυχάζοντας   στην  έρημο.  Ο  Ηγούμενος  του  παρείχε  την άδεια  έπειτα  από  θεϊκή  οπτασία, και έτσι ο Σάββας,  σε ηλικία δεκαοκτώ  ετών, έφθασεν  στα  Ιεροσόλυμα  και  φιλοξενήθηκε   στην Μονή   του  Αγίου   Πασσαρίωνος,  όπου και  διέμεινε  τον  χειμώνα  του   έτους 456  προς  457.  Παρά  τις  προτροπές  του  Αρχιμανδρίτου  Ελπιδίου  και άλλων  αδελφών  να  παραμείνει  μαζί  τους,  ο  Σάββας  είχε   διαρκώς   στο μυαλό   του  να  συναριθμηθεί  με  τους  αναχωρητές, οι  οποίοι  ασκούντο  υπό την  εποπτεία  του  θαυματουργού  Ευθυμίου  του  Μεγάλου,  γι’ αυτό  έλαβε την  ευλογία  του  Ελπιδίου  και  πήγε  να   συναντήσει  τον  Μέγα  Ευθύμιο.       
Ο Ευθύμιος αρνήθηκε να κρατήσει τον Σάββα   στην Λαύρα του, αντιθέτως  τον  έστειλε    στην   Μονή  του  Αββά   Θεοκτίστου,   λέγοντάς  του να  φροντίζει   τον    Σάββα,  διότι  αυτός  θα   διέπρεπε   στην  μοναστική   ζωή. Αυτό  το  έκανε  ο  Μέγας  Ευθύμιος,  για  να  δώσει  το  παράδειγμα  στον  Σάββα να  μην   δέχεται    νέους    αγενείους,  όταν   θα  ίδρυε  την   δική  του   Λαύρα   και θα   γινόταν   νομοθέτης   και  αρχηγός  όλων   των  αναχωρητών  από  την Παλαιστίνη.  Ο νεαρός  Σάββας  εδέχθη την οδηγία του Μεγάλου Ευθυμίου   ως  θέλημα  Θεού  και  υπακούοντας  τον  Αββά  Θεόκτιστο ενίσχυσε  τους  προτέρους  αγώνες  του  με  την  νηστεία,  την   αγρυπνία,  την   ταπεινοφροσύνη  και  την  υπακοὴ  προσθέτοντας  την  αγάπη   και την επιτηδειότητα     στις   εκκλησιαστικές ακολουθίες, την αποδοτικώτατη   διακονία   και  εξυπηρέτησι   των   υπολοίπων  μοναχών, γενικώς   δηλαδή   τελείως  άψογη   διαγωγή.

Εις   τοιαύτην   θαυμαστή   πολιτεία   διέμεινε  ο  Άγιος   Σάββας  δέκα  έτη, μέχρι   τον   θάνατο  του  Αγίου  Θεοκτίστου  και  ακόμα δύο,  μέχρι  την κοίμησι    του διαδόχου του Θεοκτίστου  Μάριδος.   Από   το   νέο   Ηγούμενο Λογγίνο,   ο Άγιος ζήτησε  να  του  επιτρέψει  την   ησυχαστική ζωή   έχοντας   ο   Λογγίνος   στο  μυαλό  του  την  υψηλοτάτη  αρετή   του Σάββα,  έχοντας   λάβει  και  την  γνώμη  του  Μεγάλου  Ευθυμίου,  του  την επέτρεψε.  Από  τότε   και  για   πέντε  έτη  ο Άγιος   Σάββας   διέμενε  τις   πέντε  ημέρες   της  εβδομάδος  νήστις  σ’  ενα   σπήλαιο   νότια  της  Μονής,   στο οποίο  προσευχόταν  και εργαζόταν και μόνο  τα  Σάββατα  και  τις Κυριακές  επέστρεφε  στη  Μονή,   για  να  μεταφέρει  τα  εργόχειρά   του  και να  λάβει  μέρος   στις  κοινές  προσευχές.   Καθ᾿ όλη  την   διάρκεια   της Τεσσαρακοστής,  ο  Άγιος  Σάββας   διέμενε  με  τον  Μέγα  Ευθύμιο  και  τον μακάριο   Δομετιανό,  μαθητή  εκείνου,   στην  πανέρημο  του   Ῥουβά, μεταξύ του  Χειμάρρου των  Κέδρων και της  Νεκράς Θαλάσσης, με  νηστεία,  ολιγοποσία,   προσευχή  και   αγρυπνία.  Την   συνήθεια  αυτἠν διετήρησε  ο  Άγιος  και  κατά  τα   μετέπειτα  έτη.   Στις  20   Ιανουαρίου   του  473  ο μέγας πατήρ ημών Ευθύμιος κοιμήθηκε οσιακώς    εν   ειρήνῃ.
Τότε  ο  Άγιος  Σάββας,  κατά  το  τριακοστό  πέμπτο  έτος  της  ηλικίας  του,   δεν θέλησε να επιστρέψει στο Κοινόβιο, αλλά κατευθύνθηκε προς τας ανατολικάς  ερήμους  Ῥουβά  και  Κουτυλά,  την  ίδια περίοδο  κατά  την οποία  ο  Άγιος  Γεράσιμος  ο  Ιορδανίτης  έλαμπε   στην  έρημο  του Ιορδάνου.  Στις  ερήμους  αυτές   συνεδέθη   πνευματικώς  με  τον  Άγιο Θεοδόσιο  τον  Κοινοβιάρχη   μέσῳ  του   μοναχού  Άνθου,   όπου  διέμεινεν   ο Άγιος  Σάββας  τέσσερα  έτη.  Τότε  κέρδισε  την  κατά   των    δαιμόνων  και  των θηρίων   πλήρη  αφοβία,  αλλά  και  τον  σεβασμό  των  βαρβάρων,  χάρι   στην  πίστι   στον   Θεό  και την αρετή του. Μετά από  αυτά προσετάχθη  από  άγγελο   πάνω   στο  όρος της Ευδοκίας,  μετώκησε   στην  ανατολική  πλευρά  του  χειμάρρου   των  Κέδρων,   στο  σπήλαιο  το οποίο  έως  σήμερα   δείκνυται    ως   το  σπήλαιο  του  Αγίου  Σάββα,  έναντι της   Λαύρας.   Πέντε   χρόνια  μετά  άρχισαν  να   συναθρίζονται   κοντά  του ερημίτες και αναχωρητές, έως εβδομήκοντα τον αριθμό,   άνδρες   ουράνιοι και   χαριτοφόροι,  οι  οποίοι  απετέλεσαν  και  την  πρώτη  συνοδεία  της Λαύρας  το  έτος  483.  Μετά  την  πρώτη  οργάνωσι  της  Λαύρας  και  την ανάβλυσι   αγιάσματος  θαυματουργικώς μετά από προσευχή   του   Αγίου, ο   Άγιος   Σάββας  είδε    στη   δυτική   όχθη,  απέναντι   του  σπηλαίου  του, να   υψώνεται   στον    ουρανό   στύλος   πύρινος.  Αφού  ερεύνησε  τον  τόπο του  θαύματος  την  επομένη  μέρα, βρήκε  το  Θεόκτιστο   σπήλαιο,  το  οποίο είχε   κατάλληλη  μορφή  για  να   γίνει   ναός.  Αυτόν  κατέστησε   κέντρο  της Λαύρας  ο   Άγιος   Σάββας,  οργανώνοντας  και  τις   υπόλοιπες  υπηρεσίες.  Η   συνοδεία  του  έφτανε   τότε  τους  εκατό   πεντήκοντα  μοναχούς.

Θα ήταν όμως αδύνατο να μην  ενταθούν  οι  πειρασμοί  και  τα  σκάνδαλα του διαβόλου, εναντίον  ενός τόσου θεικού σχεδίου. Ο Άγιος Σάββας υπέστη  την  περιφρόνησι  και  την  συκοφαντία  εκ  μέρους  των   δικών   του μοναχών, οι  οποίοι  ζήτησαν ἀπό  τον  Πατριάρχη  Σαλλούστιον  την αντικατάστασί  του   στην  ηγουμενία.  Ο   Πατριάρχης   Σαλλούστιος  αντί αυτού γνωρίζοντας την αγιότητα του Σάββα, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο,  και  ανακαίνισε  την  Θεόκτιστη  Εκκλησία   την  δωδεκάτη Δεκεμβρίου  του  491.

Η  επί  γης  ουράνια   πολιτεία  του  Αγίου   Σάββα  συνεχιζόταν:  η  προσέλευση μοναχών,  και  ιδιαιτέρως  Αρμενίων,  αυξανόταν  όπως  επίσης  τα  θαύματα και   η   άσκησις  του   Αγίου,  ο  οποίος  κατά  την  Μεγάλη   Τεσσαρακοστή   ζούσς   υπεράνθρωπα   στην   πανέρημο  ζωή.  Στην Λαύρα προσήλθε ο οσιώτατος  Ιωάννης,   επίσκοπος   Κολωνίας,   ως  απλός  μοναχός,  ο  οποίος αργότερα  κατέστη περιβόητος για την αρετή  του. Το 492  ο  Άγιος   Σάββας ήλθε  στο  φρούριο  του  Καστελλίου,   στην  έρημο   βορειοανατολικά  της Λαύρας  και, αφού  εξεδίωξε  τους  δαίμονες οι οποίοι  υπήρχαν  εκεί, οικοδόμησε  κοινόβιο  και τοποθέτησε  μοναστική   αδελφότητα. Μετά   από λίγο   καιρό   ο   Πατριάρχης Σαλλούσιος ανέδειξε τον μεν  Σάββα  άρχοντα και   νομοθέτη   όλων  των  αναχωρητών  και  κελλιωτών,  που  υπαγόταν   στην Αγία Πόλι, τον δε Θεοδόσιο τον Κοινοβιάρχη  αρχηγό και αρχιμανδρίτη  όλων  των  κοινοβίων.  Γι’   αυτό  ο  Άγιος  Σάββας   έλεγε χαριέντως προς τον Άγιο Θεοδόσιο ότι ο ίδιος ήταν «ηγούμενος ηγουμένων»,  ενώ  ο  Θεοδόσιος  «ηγούμενος  παιδίων», δηλαδή  αρχαρίων.     
Το έτος 494 άρχισαν και οι εργασίες ανοικοδομήσεως της Μεγάλης Εκκλησίας  της  Θεοτόκου,  της  οποίας   έγιναν  αρκετά  έτη  αργότερα,  την  1η Ιουλίου  του   501,  διότι  ο  Θεόκτιστος  Ναός  και  ο μικρός  ευκτήριος  οίκος  δεν επαρκούσαν   για  τις  λατρευτικές  ανάγκες   της   Λαύρας.

Ωστόσο  οι  μαθητές,  οι  οποίοι  προ   ολίγων  ετών  είχαν  κατηγορήσει  τον   Άγιο,  εστασίασαν  και  πάλι   σε  τέτοιο  βαθμό  ώστε  να  αναγκασθεί  ο   Άγιος Σάββας,   και   να  μην  τους  ενοχλήσει  περισσότερο,  να  αποχωρήσει   από  την Λαύρα.  Η  απουσία   του  διήρκεσε  πέντε  έτη  (503-508),  κατά  τα  οποία συνέστησε   δύο  νέα  κοινόβια   στα  Γάδαρα  και   στην  Νικόπολι,   σε  τόπους  όπου  προσήρχοντο  προς   αυτόν   πιστοί,  για  να  μονάσουν  κοντά  του. Τελικώς  η  αποκατάστασίς   του   στην   θέσι  του  Ηγουμένου  είχε  σαν αποτέλεσμα  την  φυγή  των  στασιαστών  από  την  Μεγίστη  και  την εγκαταβίωσί  των   στην  Νέα   Λαύρα·   και  όμως   ο  ανεξίκακος   Άγιος   και εκεί  τους   βοήθησε  να  κτίσουν  και  να  διοργανώσουν  την Λαύρα  των εγκαθιστώντας  σ’ αυτούς ηγούμενο τον αγιώτατο Ιωάννη.
Τα επόμενα  έτη  ο   Άγιος  επεδόθη   στην   καλλιέργεια   των   πνευματικών του   τέκνων.   Συνέστησε  μέχρι  την  στιγμή  του  θανάτου  του  άλλες  δύο Λαύρας,  αυτή  του  Επταστόμου  (512)   και  αυτή  του   Ιερεμίου  (531)  αλλά και  άλλα   δύο   κοινόβια,  το  του   Σπηλαίου   (509)  και  το  του   Σχολαρίου   (512). Την   τελευταία εικοσαετία της ζωής του ελάμπρυναν και άλλες θαυμαστές πράξεις οι  οποῖες είχαν τεράστια σημασία για την εκκλησιαστική και την παγκόσμια ιστορία. Υπό  την  πίεσι  των μεθοδεύσεων  του   μονοφυσίτου   αυτοκράτορα  Αναστασίου  (491-518)  και των πρωτοστατών του Μονοφυσιτισμού «Ακεφάλων» Σευήρου,  Φιλοξένου και   Σωτηρίχου οι  Ορθόδοξες Εκκλησίες της  Ανατολής περιήρχοντο σταδιακώς   στα  χέρια  μονοφυσιτών  επισκόπων.  Ο  Άγιος  Σάββας  μετά από  παρακίνησι  του  Ορθοδόξου  Πατριάρχου  Ιεροσολύμων  Ηλία  (494-516)  μετέβη   στην  Κωνσταντινούπολι   το   512  όπου  κατόρθωσε  με  την φήμη  και  την  αγιότητά   του  να  πείσει  τον  αυτοκράτορα  να  αναστείλει  την εξορία  του  Ηλία.  Όταν  το  επόμενο  έτος  η  εκτόπισις  του  Ορθοδόξου Πατριάρχου   ετέθη  υπό του  αυτοκράτορος  σε  εφαρμογή,  ο   Άγιος  Σάββας συγκέντρωσε   στα  Ιεροσόλυμα  όλους   τους   μοναχούς    της  ερήμου,  για  να προφυλάξει τον Ηλία, και  αναθεμάτισε  τους   αιρετικούς  απεσταλμένους του  αυτοκράτορος. Παρόμοια   κινητοποίησι   εφήρμοσε τρία έτη  αργότερα, το 516,  για να στηρίξει   στην   Ορθοδοξία    το νέο Πατριάρχη Ιεροσολύμων, Ιωάννη τον Γ´ (516-524) βοηθούμενος από τον Άγιο Θεοδόσιο τον Κοινοβιάρχη. Η κινητοποίησις αυτή διεφύλαξε την Εκκλησία  των  Ιεροσολύμων   στην  ορθή  πίστι,  την  στιγμή  κατά   την οποία  οι   Εκκλησίες Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας και  Αντιοχείας   είχον περιέλθει σε μονοφυσίτες Πατριάρχες. Ύστερα
από λίγο η Ορθοδοξία   αποκατεστάθη   πλήρως.

Η   δευτέρα   μετάβασις  του  Αγίου   Σάββα   στην  βασιλεύουσα  έλαβε  χώρα περίπου  είκοσι   έτη  μετά  την  πρώτη  το  530,   όταν  ο  Άγιος  ήτο  ενενήκοντα ετών.  Ο Άγιος πέτυχε εκεί την απαλλαγή της Παλαιστίνης από  τα σκληρά  μέτρα,  τα  οποία  ο   αυτοκράτωρ  Ιουστινιανός  ήθελε  να   επιβάλει, συνεπείᾳ των ταραχών, τις οποίες είχε προκαλέσει η  εξέγερσις Σαμαρειτών  και  Ιουδαίων  (529).  Ο  Άγιος  παρότρυνε  ακόμη  τον  ευσεβή βασιλέα,  ο  οποίος   είχε  αντιληφθεί   ο   ίδιος  με  οπτασία  την  αγιότητα  του Σάββα,  να  προβεί   στην  δίωξι  των  αιρέσεων  του   Αρείου,   Νεστορίου  και Ωριγένους  και   στα  κοινωφελή  έργα   στην  Παλαιστίνη,  έναντι  των οποίων  θα  απεκόμιζε  επέκτασι  της  αυτοκρατορίας   στην  Αφρική   και Ιταλία.  Πράγματι  η  ευλογία  και  η  προφητεία   αυτή  του  Αγίου  Σάββα εξεπληρώθη.   Οι  νίκες  των  στρατηγών  Βελισσαρίου  και  Ναρσή  έφεραν   και πάλιν  τα   δυτικά   τμήματα  της  Αυτοκρατορίας   υπό  του  αυτοκράτορος   της Πόλεως.  Τοιαύτη  ήτο  η  προφητική  χάρις  του  Αγίου   Σάββα.  Πόσα  εκ  των θαυμάτων  του  Αγίου  μπορεί  κάποιος  να διηγηθεί  και  ποιόν  να  θαυμάσει πρώτον!

Η  χάρις του έφτασε και έως ότου  να  λύσει με την προσευχή   του  πενταετή ανομβρία στα Ιεροσόλυμα, την οποία είχε προκαλέσει  η  άδικος  εκτόπισις του   Πατριάρχου  Ηλιού  και  η  εξ  αιτίας  αυτού  οργή  Θεού  το  έτος  520.  Όμως η  επιστροφή  του  από  την   Βασιλεύουσα   σήμαινε  και  την  αρχή   του   τέλους της επιγείου πολιτείας του. Ο  Όσιος   Σάββας  ο  Ηγιασμένος  αναπαύθηκε εκ  των  κόπων  του  την  5ην  Δεκεμβρίου  του  532  μ.Χ.  Είχε  ζήσει   στο Κοινόβιον  των  Φλαβιανών  δέκα  έτη,  έως  του  18ου  έτους  της  ηλικίας  του, δεκαεπτά  έτη   στο  κοινόβιο  του   Αγίου   Θεοκτίστου   στη  Παλαιστίνη και  πεντήκοντα  εννέα  έτη   στην  έρημο   και  στην  Μεγίστη  Λαύρα.  Το έτος   547  το  τίμιο  λείψανό  του  ευρέθη  εντός  του  μνήματος,  σώο  και αδιάλυτο,  μεταφέρθηκε  δε   στην   Κωνσταντινούπολι  πολλούς  αιώνας αργότερα    και  από  εκεί  από  τους  Σταυροφόρους   στη  Βενετία  το  1204.  Το 1965  επιστράφηκε  οριστικώς   στη  Μεγίστη  Λαύρα.  Η  πρωτοφανής απήχησις της ζωής του στους πιστούς είχε ως  αποτέλεσμα  την   συγγραφή   του  Βίου  του  από  τον  Κύριλλο  τον  Σκυθοπολίτη  το  έτος   557. Ἐφ᾿ όσον   κατά  τους  αψευδείς  λόγους  του  Κυρίου   ημών  Ιησού  Χριστού   το ποιόν   των  ανθρώπων   γνωρίζεται  από  τους  καρπούς  των   κόπων  τους.   Η   περαιτέρω  πορεία  της  Ιεράς  και   Μεγίστης  Λαύρας  του  Οσίου  Σάββα αποτελεί  καρπό    της  θεϊκής   αρετής  του  Αγίου   και  απόδειξις  της  δόξης  και παρρησίας  της  οποίας  βρήκε  πλησίον  του  Θεού,  δια   των  οποίων  σώζει μέχρι   σήμερα  το  κυριώτερο   μοναστικό  καθίδρυμα  της  ερήμου  της Ιουδαίας.  Αληθινά  προκαλούν  τον  θαυμασμό τα  απειράριθμα   θαύματα του  Οσίου   αλλά  και   η  απήχησις  της  μοναστικής   ζωής  της  Λαύρας  του,  η οποία αποτέλεσε πρότυπο και καθοριστικό παράγοντα   στην  διαμόρφωσι  της  μοναστικής  ζωής  και  της  λατρευτικής  τάξεως  της Εκκλησίας   ανά την Οικουμένη, εκτός των οποίων προσέφερε πλήθος Αγίων ανδρών γνωστών και αγνώστων, ανάμεσα   στους οποίους διαλάμπει   ιδιαιτέρως  ο  μέγιστος  Θεολόγος του  8ου  αιώνα  ο  Άγιος Ιωάννης  ο  Δαμασκηνός.   Η  τιμή  του  Αγίου  Σάββα  διαδόθηκε  τάχιστα   από την  Ρώμη  έως  και  την  Γεωργία  του  Καυκάσου.  Οι  διάδοχοί  του   στην ηγουμενία  ανέδειξαν  την Λαύρα  προπύργιο   της  Ορθοδοξίας  στην Παλαιστίνη  κατά    του  Ωριγενισμού,   Μονοθελητισμού,  Εικονομαχίας  και Παπισμού   με  πανορθόδοξο  εμβέλεια.  Μετά  τους  μέσους  χρόνους  η Λαύρα  ανεδείχθη  παιδευτήριο  της  Αγιοταφιτικής  Αδελφότητας,  τα  μέλη της  οποίας  έπαιρναν  από την Λαύρα  προπαίδεια  της μοναχικής πολιτείας και πείρα  των  Εκκλησιαστικών πραγμάτων.  Όλα  αυτά οφείλονται  στην  πρεσβεία  και  το  παράδειγμα  του  Αγίου  Σάββα: «Λαμπρά    του  πεφωτισμένου  πατρός   ημών  Σάββα  τα  θεία  χαρίσματα·  η μεν  γαρ  πολιτεία  ένδοξος,   ο  δε  βίος  ενάρετος   και  η  πίστις  Ορθόδοξος.  Και τούτο   μεν   εκ   μέρους   ήδη  δια  των  ειρημένων  απεδείχθη».



Απολυτίκιον.   Ήχος   α’.  Της   ερήμου   πολίτης. 
Των  Οσίων  ακρότης  και   Αγγέλοις  εφάμιλλος,  ως   ηγιασμένος  εδείχθης,  εκ παιδός  Σάββα  Όσιε·  ουράνιον  γαρ  βίον  υπελθών,  προς  ένθεον  ζωήν χειραγωγείς, δια λόγου τε και  πράξεως  αληθούς,  τους  πίστει  εκβοώντάς σοι·  δόξα  τω  δεδωκότι  σοι   ισχύν,  δόξα  τω  σε  στεφανώσαντι,  δόξα  τω ενεργούντι  δια  σου,  πάσιν  ιάματα.



Κοντάκιον.  Ήχος  πλ. δ’.  Τη  υπερμάχω.

Ως  από  βρέφους  τω  Θεώ  θυσία  άμωμος

Προσενεχθείς  δι’ αρετής,  Σάββα  μακάριε

Τω  σε  πριν  γεννηθήναι  επισταμένω

Εχρημάτισας   Οσίων  εγκαλλώπισμα

Πολιστής τε της ερήμου αξιέπαινος·   
Διο   κράζω  σοι,  χαίροις  Πάτερ  ααοίδιμε.



Μεγαλυνάριον.
Ώφθης υποτύπωσις και κανών, θεοφόρε Σάββα, ως του Πνεύματος θησαυρός, οσίων πατέρων, ῥυθμίζων και ιθύνων, προς κλήρον αφθαρσίας,  τους  πειθομένους   σοι.

 

Saint Savvas the Beloved

 

 

Saint Savvas was born in the year 439 by pious and wealthy parents in the Mutalaski city of Cappadocia. His father, a soldier in the profession, was forced to go after his wife Sofia to Alexandria for official reasons, entrusting the upbringing of young Savva, who was only five years old to his relative Ermia. After some time, Savvas dissatisfied with the behavior of his uncle's wife and the ensuing quarrel between his uncles Ermio and Gregory over his upbringing and management of his parents' estate despised the world and age Eight years old, he settled in a monastery named after the Flavians. There he was taught the bishopric and the lonely duties and on the other hand the exercise of the divine virtues and exalted in his temper physical malice, humility and obedience. He proved superior to all his associates, over 65 in number. Wanting God to foretell the holiness to which he would come, he endowed him with a steadfast and miraculous faith. He once entered a burning oven, after being armed with the sign of the Cross he had put on, the body and the harmless, the clothes that the baker had forgotten.

Having completed ten years of struggle at the site of the Flavians, he sought the blessing of the Abbot to move permanently to Jerusalem's Holy City, after wishing to ascend from glory to glory, resting in the desert. The abbot gave him permission after divine reverence, and so Savvas, at the age of eighteen, arrived in Jerusalem and was accommodated in the Monastery of St. Passionarius, where he stayed in the winter of 456 to 457 AD. other brothers staying with them, Savvas had always in his mind to enlist with the departures, who were under the supervision of the miraculous Euthymius the Great, so he received the blessing of Elpidius and ige meet the Great Efthimios.

Efthymios refused to keep Savvas in his Lavra; instead he sent him to the Abbey of Thevokistos, telling him to take care of Savvas, because he would have a monastic life. This was done by the Great Efthymios, to set an example for Savvas not to accept new strangers when he would establish his own Lavra and become a legislator and leader of all Palestinian departures. The young Savvas accepted the instruction of the Great Euphemism as the will of God, and by obeying Abba Theotokos strengthened his earlier struggles with fasting, alertness, humility and obedience, adding love and humility to the ecclesiastical followers of the rest of the monks, that is to say, a perfectly perfect worship.

In this marvelous state, Saint Savvas lived for ten years, until the death of Saint Theoktistos and two more, until the death of the successor of Theodistos Marios. Asked by the new abbot Longinus, the saint wanted to allow him a quiet life, having Longinus in his mind the highest virtue of Savva, and having received the opinion of the Great Euphemian, he allowed it. For five years, then, Saint Savvas had spent five days of the week fasting in a cave south of the monastery, where he prayed and worked only on Saturdays and Sundays, returning to the monastery to carry his work and take part in common prayers. Throughout the Forty-eighth, Saint Savvas lived with the Great Euthymius and his disciple Dometios, a pupil of that day, in Juba, between the Cedar River and the Dead Sea, with fasting, oligarchy and fasting. This habit was maintained by the Saint in later years as well. On January 20, 473, our great father Euthymius fell asleep peacefully.

Then, at the age of thirty-five, Saint Savvas did not want to return to the Communion, but instead headed to the eastern deserts of Juba and Kutila, at the same time that Saint Gerasimus the Iordanite shone in the Jordan desert. In these deserts he was spiritually associated with Saint Theodosius, the Parliamentarian through the monk Anthos, where Saint Savvas lived for four years. Then he won the complete revenge against the demons and the beasts, but also the respect of the barbarians, thanks to their faith in God and his virtue. Afterwards he was watched by an angel on Mount Eudocia, marched on the east side of the cedar stream, to the cave which until today is shown as the cave of Saint Savva, against the Lavra. Five years later, hermitish and departed, up to seventy in number, began to gather with the celestial men, who were also the first escorts of the Lavra in the year 483. After the first organization of the Lavra and its miraculous ascension by miracle Saint Savas saw on the west bank, opposite his cave, a fiery pole rising in the sky. After researching the site of the miracle the following day, he found the Theotokos Cave, which had the proper shape to become a temple. Saint Savvas became the center of Lavra, organizing other services. His entourage then reached the one hundred and fifty-five monks.

But it would be impossible not to intensify the temptations and scandal of the devil against such a positive plan. Saint Savvas suffered contempt and slander on the part of his own monks, who asked Patriarch Sallustion for his replacement in the abbey. Patriarch Salloustius, instead of knowing the sanctity of Savva, ordained him a senior, and renovated the Church of God on December 12, 491.

The earthly celestial state of Saint Savva continued: the attendance of monks, and especially of Armenians, increased as well as the miracles and practice of the Saint, who during the Great Forty Lives was superhuman in fair life. In Lavra, Saint John, bishop of Cologne, came as a simple monk, who later became famous for his virtue. In 492 Saint Savvas came to the fortress of Kastelli, in the desert northeast of Lavra, and after expelling the demons who were there, he built a monastery and established a monastic brotherhood. Shortly afterwards, Patriarch Sallousios appointed Man Savas the ruler and legislator of all the Departures and Cellists under the Holy See, and Theodosius the Parliamentary Leader and Archimandrite of all the parishes. That is why Saint Savvas said kindly to Saint Theodosius that he was "abbot of abbot", while Theodosius was "abbot of children", that is, beginners.

The year 494 also began the rebuilding work of the Great Church of Theotokos, which took place several years later, on July 1, 501, because the Theotokos and the small house were not sufficient for the worship needs of Lavra.

However, the disciples, who had blamed the Saint for a few years, were again so impatient that Saint Savvas was compelled, not to disturb them, to leave the Lavra. His absence lasted five years (503-508), during which he set up two new congregations in Gadara and Nicopolis, in places where he had been faithful, to settle near him. Eventually his restoration to the position of Igoumenus resulted in the escape of the rebels from the Grandmaster and their abduction in the New Lavra; and yet the indefatigable Saint also assisted them in building and organizing the Lavra of their abbot. John.

In the following years, the Saint was dedicated to the cultivation of his spiritual children. He recommended by the time of his death the other two Lavra, that of the Seven Hundred (512) and that of Jeremiah (531) but also two other congregations, the Cave (509) and the Scholari (512). During the last twenty years of his life, other miraculous acts were of great importance for ecclesiastical and world history. Under the pressure of the single-minded emperor Anastasios (491-518) and the monarchists of the "Achilles" Severus, Philoxenos and Sotirich, the Eastern Orthodox Churches gradually came under the monopoly hands. Saint Savvas, at the instigation of the Orthodox Patriarch of Jerusalem Elias (494-516), went to Constantinople in 512 where he managed, with his fame and sanctity, to persuade the emperor to suspend Elias' exile. When the following year the displacement of the Orthodox Patriarch was put in place by the emperor, Saint Savvas gathered all the monks of the desert in Jerusalem to guard Elias, and cursed the emperor's heretical envoys. A similar mobilization was applied three years later, in 516, to support Orthodoxy by the new Patriarch of Jerusalem, John III (516-524), assisted by Saint Theodosius the Parliamentarian. This mobilization preserved the Church of Jerusalem in good faith at a time when the Churches of Constantinople, Alexandria, and Antioch had fallen into monophysite Patriarchs. After a while Orthodoxy was completely restored.

Saint Savva's second transition to the reign took place some twenty years after the first in 530, when the Saint was ninety years old. The Saint achieved there the liberation of Palestine from the harsh measures that Emperor Justinian wanted to impose, as a result of the riots that had been caused by the rebellion of the Samaritans and the Jews (529). The saint further urged the pious king, who had himself perceived the holiness of the Sabbath, to do the doxos of the sects of Arius, Nestor, and Origen, and of the public works in Palestine, against which he would obtain an expanse of her autocracy. and Italy. Indeed, this blessing and the prophecy of St. Savas were fulfilled. The victories of General Belisarius and Narsis again brought the western parts of the Empire under the Emperor of the City. That was the prophetic grace of Saint Savva. How many of the miracles of the Saint can be told and who can admire first!

His grace reached him until he resolved his five-year prayer in Jerusalem, which was caused by the unjust expulsion of the Patriarch Heli, and because of this the wrath of God in the year 520. However, his return from the king also meant the beginning. of the end of his earthly state. Saint Savvas the Beloved rested from his labor on December 5, 532 AD. He had lived in the Flavian Community for ten years, up to the age of 18, seventeen years in the Sanctuary of Palestine, and fifty-nine years in the Desert and the Great Lavra. In the year 547 his noble relic was found in the memory, body and insoluble, and was transferred to Constantinople many centuries later and from there by the Crusaders to Venice in 1204. In 1965 he was finally returned to the Grand Lavra. The unprecedented resonance of his life with the faithful resulted in the writing of his Life by Cyril the Scythian in the year 557. ᾿Ἐ᾿ as far as our Lord Jesus Christ's impudent reasoning knows the quality of people by the fruits of their labor. The further course of the Holy and Great Lavra of Hos Savas is a fruit of the divine virtue of the Saint and evidence of the glory and boldness he found near God, through which he still survives the main monastic fortification of the Judean desert. The endless wonders of Osios and the impact of the monastic life of Lavra, which was a model and a decisive factor in the shaping of the monastic life and worship of the Church throughout the Ecumenical Church, are truly admired, apart from the numerous offerings of Saints. and strangers, among whom the greatest theologian of the 8th century is Saint John Damascus. The price of St. Savas spread rapidly from Rome to Georgia to the Caucasus. His successors in the abbey set the Lavra stronghold of Orthodoxy in Palestine against Orientalism, Monotheism, Iconoclasm and Papism with an unorthodox scope. After the Middle Ages, the Lavra became a school of the Brotherhood of Saints, whose members received from the Lavra education of the lonely state and experience of Ecclesiastical things. All this is due to the embassy and the example of St. Savvas: "The bravery of our enlightened father Savvas the divine gifts; the state of the glorious state, the virtuous life and the orthodox faith. And this has already been shown by the parties on their part. "

 

 

Absolutely. Sound a '. Desert Citizen.

The Holy Ghost and the Angels of the Apostle, as shown by the sanctuary, by child Savva Hosea; acting for you, all right.

 

 

It's close. Sound d. I miss her.

As an infant God sacrifice innocent

Beware of virtue, Savva wishes

I was born before I was born

Anti-money laundering

Praised desert citizens;

I love you, dear Father, ahadime.

 

 

Magnificent.

Sublime impression and canon, Theosophy Savva, as a treasure of the Spirit, of all the fathers, Scribes and priests, to the endowment of their disciples.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου