Παρασκευή 24 Ιουνίου 2022

Ο Όσιος Αθανάσιος ο Πάριος

 


Ο   Άγιος   Αθανάσιος   ο   Πάριος   ο  Κολλυβάς,   αποτελεί   μία   από   τις μεγαλύτερες  εξέχουσες  μορφές   του   μοναστικού   φρονήματος   του 18ου   αιώνος,   καθώς   και    μία   φωτισμένη  μορφή  του  Ελληνικού γένους. Το κατά  κόσμον  όνομά  του  ήταν  Αθανάσιος Τούλιος  και  καταγόταν  από  το  νησί  της   Πάρου.    Ο    ίδιος  ξεχώρισε  σε   μία δύσκολη   εποχή   για    το    Ελληνικό   γένος,  για  τη    θεολογική  κατάρτισή   του,   αλλά   και   για  τη  θύραθεν   παιδεία   του,  αφού  διετέλεσε   διδάσκαλος    και   σχολάρχης.

Ο   Όσιος    γεννήθηκε   το   1722   ή   1723,    στο    Κώστο   της    Πάρου    και   έλαβε   το   όνομα  Αθανάσιος.   Ο    πατέρας   του   ονομαζόταν Απόστολος   Τούλιος    με   καταγωγή   από   τη   Σίφνο,   αλλά    κατοίκησε  στο   Κώστο,   αφού    νυμφεύθηκε   Κωστιανή.  Εκεί   διδάχθηκε   τα   πρώτα   του   γράμματα   στα   οποία  έδειξε   ιδιαίτερη κλίση,   και   γι’ αυτό   ο   πατέρας   του   τον   έστειλε  στη    Σχολή   της Μονής του Αγίου Αθανασίου Ναούσης Πάρου. Στην συνέχεια  τον απέστειλε  στη  Σχολή    του   Παναγίου  Τάφου    στη   Σίφνο   και   κατόπιν  με   έξοδα    της    Μονής    Αγίου  Αντωνίου  Κεφάλου  στη  Σχολή  της  Άνδρου,  άν  και   οι  βιογράφοι   του   δεν   συμφωνούν   όλοι με   αυτό.  Το   1745,   σε  ηλικία   23   ετών    αποχαιρετά   τους   γονείς   του και   φθάνει   στη   Σμύρνη,   όπου   εγγράφεται    στην  Ευαγγελική  Σχολή.   Μια   σχολή  όπου    φοίτησαν   ο   Αδαμάντιος  Κοραής  και ο   Νικόλαος  Καλλιβούρτσης,   δηλαδή  ο    μετέπειτα   στενός  του συνεργάτης   Άγιος   Νικόδημος   ο    Αγιορείτης,   παραμένοντας     εκεί για   έξι   έτη.  Όταν  πληροφορήθηκε  τη  λειτουργία  της   Αθωνιάδας Σχολής  με διευθυντή  το Νεόφυτο   Καυσοκαλυβίτη,  από   την   Πάτρα,  εγγράφεται   αμέσως  (1751),  την  εποχή   που  αναλαμβάνει    Διευθυντής ο    Διάκονος   τότε,  Ευγένιος   Βούλγαρης.   Από  το Νεόφυτο εκπαιδεύτηκε στα «Γραμματικά» και στα «Περί Συντάξεως» του Θεοδώρου    Γαζή,   ενώ   από   τον    Ευγένιο   στα   φιλοσοφικά    μαθήματα και τις υπόλοιπες  επιστήμες  της  εποχής. Κατόπιν  εκπαιδεύεται   στη   ρητορική   και   την   ποιμαντική,  ενώ  σταδιακά αρχίζει   να   ξεχωρίζει   για   τις   ικανότητές   του.   Η    διαρκής    ανέλιξή του   τον   καθιστά   «δεξί   χέρι»   του    Ευγένιου    Βούλγαρη   και   σε ηλικία  35    ετών,   αναλαμβάνει   τη   θέση   του   καθηγητού    της  Σχολής.

Η  φήμη  του   για  τις  ικανότητές  του   μαθεύθηκε  ανάμεσα  στην  υπόδουλη   ορθόδοξη    κοινότητα, γι’ αυτό   και   οι   Θεσσαλονικείς   τον ζητούν  για   τη   Διεύθυνση   της   Σχολής    τους.   Με   παρότρυνση    αλλά  και  πίεση  του  Ευγένιου Βούλγαρη  δέχεται,  άν  και   αρχικά προέβαλε   κάποιες  ενστάσεις.  Έτσι   διευθύνει    τη    Σχολή   επιτυχώς για   τέσσερα   χρόνια   (1758 – 1762),   όταν    και    το  1762   η    Σχολή  κλείνει   λόγω   επιδημίας   πανώλης.   Έτσι   καταφεύγει  σε  μία    σχολής στην Κέρκυρα, που τη διευθύνει ο Νικηφόρος  Θεοτόκης.  Εκεί  τελικά   ολοκληρώνει   τις   σπουδές   του   και    οδηγείται   στο    Μεσολόγγι,    μετά  από   πρόσκληση   του   συμμαθητού    του στην Αθωνιάδα   Παναγιώτη  Παλαμά,  που    είχε    ιδρύσει   από   το   1760    την Παλαμιαία   Σχολή.  Μετά  τα  Ορλωφικά   (1768 – 1774),  η    Παλαμιαία Σχολή   ευρίσκεται   σε  ακμή με τον  Αθανάσιο  να  διαδραματίζει σημαντικό  ρόλο,  όμως  τότε  λαμβάνει   τιμητική   πρόσκληση   από    το  Πατριαρχείο  αναφέροντάς  του:   «Η   μεγάλη   του   Χριστού    Εκκλησία δια    γραμμάτων  Συνοδικών   τον   παρακαλεί    ν’ απέλθει    εις   Άγιον  Όρος  ως  διδάσκαλος  και  σχολάρχης  της  Αθωνιάδος   Σχολής  μετά   τον αοίδιμον   Ευγένιον».

Ο  ίδιος  δέχεται  άμεσα  και  παρεπιδημεί   στο  Άγιον   Όρος,  όπου  συναντά  τον  Άγιο Μακάριο Νοταρά, ο οποίος τον προτρέπει να χειροτονηθεί.  Ο    Αθανάσιος   υπακούει    και  χειροτονείται  από  τον  ίδιο πρεσβύτερος.  Το  1777, πικραμένος από τον τρόπο που αντιμετωπίσθηκαν    οι    Κολλυβάδες   και    μετά  από   κάλεσμα επιστρέφει   ως   Σχολάρχης   στη   Σχολή   της   Θεσσαλονίκης.   Διευθύνει  τη    Σχολή   για   6   έτη   (1777 – 1783)   ή    για    άλλους   8  έτη   (1777 – 1785).   Το    ποίμνιο    της   Θεσσαλονίκης    τον    γνωρίζει    πλέον    και  από    του  άμβωνος  ως Ιερέα. Τώρα   με   νέα   Πατριαρχική   επιστολή καλείται να αναλάβει τη διεύθυνση  της  Σχολής  της Κωνσταντινουπόλεως.  Του  ζητούν   μάλιστα   να    καθορίσει   μόνος   του  το   ύψος   της   αμοιβής   του.   Ο   ίδιος    όμως   θα   απαντήσει:   «Τας  μεν  αρχιερατείας  τιμώ  και  προσκυνώ  αλλ’ εγώ  δεν  είμαι άξιος. Αν    καταλάμβανα   ότι  έκαμνα  περισσότερον   καρπόν   εις   την    Βασιλεύουσαν πόλιν, ήθελα έλθει αυτόκλητος. Επειδή  όμως,  ως  στοχάζομαι,   αυτού   είναι   κάποια  εμπόδια,  δια  τούτο,   άφετέ   με, παρακαλώ,  εδώ  εις   τα   πέριξ   να  ωφελώ   όσον   δύναμαι   τους   αδελφούς   μου   και   το   Γένος  μου».   Και    τον   άφησαν...

Η  οριστική  του  απόφαση  είναι    η     επιστροφή    στην   πατρίδα   του, την   Πάρο.  Και  ενώ  το  πλοίο  κατευθύνεται   προς   το   νότιο   Αιγαίο, ξεσπάει   ο   Ρωσοτουρκικός  πόλεμος  και  το  πλοίο  αναγκάζεται  να  προσορμισθεί  στη   Χίο   (5 – 6   Νοεμβρίου  1786,  64  ετών).  Αποσύρεται  στο  μονύδριο  της  Αγίας  Τριάδας.   Εκεί   μελετά  και   προσεύχεται. Ξεκινά   το    Θεολογικό   του   Αγίου   Ιωάννου   του   Δαμασκηνού    και τη  Λογική   του  αοιδίμου  Ευγένιου  Βούλγαρη.  Όταν  τελειώνει  ο πόλεμος,  δέχεται   να   παραμείνει   στη  Χίο,  στα   χέρια   της   βουλήσεως του   Θεού. Τελικά   θα  παραμείνει   εκεί   τρεις   δεκαετίες.   Η «Φιλοσοφική  Σχολή»,  όπως  την   αποκαλούσαν,   επί   των  ημερών  του γνωρίζει τεράστια  ακμή   και   ανάλογη   φήμη.   Το   1812,   90    ετών πλέον,   παραιτείται.

Ο   Άγιος    Αθανάσιος    ο    Πάριος,    πρέπει   να    αναφερθεί    πως    ήταν  ένας  από τους διωκόμενους Κολλυβάδες μοναχούς (όπως υποτιμητικά   τους   αποκαλούσαν,   λόγῳ    της   θεολογικής    διαμάχης για  τη  χρήση   των   Κολλύβων),   οι   οποίοι   με   ισχυρά   επιχειρήματα, προσπάθησαν   και   τελικά   κατάφεραν    να   διατηρήσουν,   από   τις  νοθείες    του    Πρωτεσταντισμού    και   της   Ουνίας,   την    Ορθόδοξη  πίστη.   Γι’ αυτό   το   λόγο    δέχθηκε    σφοδρό    διωγμό    στο Πατριαρχείο,  μαζί   με   τον   Άγιο   Νικόδημο   τον    Αγιορείτη,   τον   Άγιο   Μακάριο   Νοταρά,   τον  Νεόφυτο     Καυσοκαλυβίτη,   τον    Αγάπιο   τον    Κύπριο,  τον  Ιάκωβο τον Πελοποννήσιο   και   τον Χριστόφορο  Προδρομίτη,  για   τον   αγώνα   τους   υπέρ   της    Ορθοδόξου Θεολογίας.  Ο   ίδιος  καθαιρείται    από   ιερέας   και   καταδικάζονται    οι  υπόλοιποι. Διώκονται και  εξορίζονται  από   το  Άγιον Όρος, ενώ ο Αθανάσιος   οδηγείται,   όπως  προαναφέρθηκε,   στη   Θεσσαλονίκη.   Η πίκρα   όμως   των   διωγμών   αυτών   έγινε   το   νερό   που     πότισε   με  τους    διασκορπισμένους    Κολλυβάδες   το    Ορθόδοξο  Γένος  σε  μία δύσκολη    και    μεταβατική    ιστορική    εποχή.

Το 1771 εν   τέλει,   η   Μεγάλη   του   Χριστού    Εκκλησία    διαπίστωσε   τις  συκοφαντίες  και  τους  αθωώνει.  Μεταξύ  άλλων  η  αθώωση  αναφέρει:

«Δύναται  πολλάκις   και   συρραφείσα    διαβολή  υποκλέψαι  τοις ανεγκλήτοις    και  αναιτίου  καταδίκης  αιτία  γενέσθαι  προς    άνδρας  αθώους  και  αμετόχους  των   κατ’ αυτών   λαληθέντων...   Επειδή  τοιγαρούν και  ο  κυρ  Αθανάσιος  ο  Πάριος, ανήρ ών ου των ευκαταφρονήτων,   σοφίας   τε   μετασχηκώς   της   θύραθεν   και   της   καθ’ ημάς   και   καλώς   μεμνημένος   τα   θεία...   αθώος   υπάρχει...   έχων   και  το   ενεργούν    της    ιερωσύνης    αυτού    ακωλύτως...».

Στο    τέλος    της    ζωής   του   αποσύρθηκε   σε    ένα    απόμερο    μέρος της   Χίου,   τα   Ρεστά,   όπου  υπήρχε   μονύδριο    του    Αγίου    Γεωργίου.  Εκεί    μαζί   του    ησύχαζε   και    ο    μαθητής    και    φίλος   του  Νικηφόρος   και    ο    Ιεροδιάκονος    Ιωσήφ  από  τα  Φουρνά   των Αγράφων,   ο   οποίος   είχε  χρηματίσει  και   δάσκαλος   στη    Σχολή.   Εδώ  συγγράφει το πόνημά του   «αλεξίκακον  πνευματικόν»  κατά  των τότε   «εκσυγχρονιστών»   που  αντέλεγαν  και  εφέρονταν  καταφρονητικά    σε  ζητήματα   των   Θείων   Γραφών.   Προς   το    τέλος της   ζωής    του παθαίνει αποπληξία.  Ο ίδιος προετοιμάσθηκε πνευματικά,    μετέλαβε   και    κοιμήθηκε   με   ειρήνη   μια   ημέρα   μετά, στις  24    Ιουνίου   1813.    Στα    προπύλαια   του    ναού    έθαψαν   το σεπτό    του    σκήνωμα,   ενώ   οι    συνασκητές    στο   κελί   του  βρήκαν  μόνο   μία   τριμμένη   στολή,  ένα   μελανοδοχείο   και    ένα    λυχνάρι.    Τα  οστά   του   τοποθετήθηκαν   στο   οστεοφυλάκιο    του    ναϋδρίου, αλλά   αποτεφρώθηκαν    κατά   τη   μεγάλη    πυρκαγιά,   το    1822.           
Το  συγγραφικό  έργο του   Αγίου   Αθανασίου   είναι   πλούσιο   και   πολύ σημαντικό.   Αφορά   σχεδόν   όλους   τους  τομείς   της   χριστιανικής δράσεως   (βίοι   Αγίων,   δογματικά, κοινωνικά, λειτουργικά, παιδαγωγικά, ποιμαντικά) και αξιολογείται σήμερα τη βιβλική,  κοινωνική  και   δογματική  του   κατάρτιση,   ως   ένα   εξαιρετικό    δείγμα ορθόδοξης   ποιμαντικής  διακονίας.

 

Saint Athanasios Parios

 

 

 

Saint Athanasius Parios Kollyvas is one of the greatest eminent figures of the 18th century monastic mind, as well as an enlightened figure of the Greek genus. His worldly name was Athanasios Toulios and he came from the island of Paros. He distinguished himself in a difficult time for the Greek race, for his theological training, but also for his door-to-door education, having been a teacher and a schoolteacher.

Osios was born in 1722 or 1723, in Costos of Paros and was named Athanasios. His father was named Apostle Toulios, originally from Sifnos, but he lived in Kostos after he married Kostiani. There he was taught his first letters in which he was particularly inclined, so his father sent him to the School of the Monastery of St. Athanasios Naoussi in Paros. He then sent him to the School of the Holy Sepulcher in Sifnos and then at the expense of the Monastery of St. Anthony Kefalos in the School of Andros, though his biographers disagree. In 1745, at the age of 23, he bids farewell to his parents and arrives in Smyrna, where he enrolls in the Evangelical School. A school where Adamantios Korais and Nikolaos Kallivourtsis attended, that is, the later close associate of Agios Nikodemos the Mount Athos, staying there for six years. When he was informed of the operation of the Athoniada School by the director Neophytos Kausokalivitis, from Patras, he was immediately enrolled (1751), at the time when the Deacon at that time, Eugenios Voulgaris, was in charge. From Neophytos he was educated in Theodoros Gazi's "Grammar" and "About Pension", while from Eugenius he studied philosophy and other sciences. He is then trained in rhetoric and shepherding, and gradually begins to stand out for his skills. His constant development makes him Eugene Voulgaris' right hand, and at the age of 35, he takes over the position of Professor of the School.

His reputation for his abilities was learned among the enslaved Orthodox community, which is why the Thessalonians ask him for the direction of their school. With the encouragement and pressure of Eugene Vulgaris he accepts, though he initially raised some objections. Thus he managed the School successfully for four years (1758 - 1762), when in 1762 the School was closed due to a plague epidemic. So he goes to a school in Corfu, run by Nikiforos Theotokis. There he finally completed his studies and headed to Messolonghi, at the invitation of his classmate at Athoniada Panagiotis Palamas, who had founded the Palamia School in 1760. After the Orlophics (1768-1774), the Palamia School is at a peak with Athanasius playing an important role, but then receives an honorary invitation from the Patriarchate stating: Mount as a teacher and schoolmaster of the Athoniada School after Eugenio.

He immediately accepts and steps down to Mount Athos, where he meets Saint Makarios Notaras, who urges him to ordain himself. Athanasius obeys and is ordained by the same senior. In 1777, bitter with the way the Kollyvades were treated and after a call, he returned as a Scholar to the School of Thessaloniki. He runs the School for 6 years (1777 - 1783) or for another 8 years (1777 - 1785). The flock of Thessaloniki now knows him from the pulpit as a priest. Now, with a new letter from the Patriarchate, he is asked to take over the management of the Istanbul School. They even ask him to determine for himself the amount of his remuneration. But he himself will answer: "I honor and worship my high priesthood but I am not worthy. If I realized that I was making more fruit in the reigning city, I would have come uninvited. But because, as I ponder, this is some obstacle, so leave me, please, here to benefit as much as I can for my brothers and my Gender. " And they let him ...

His final decision is to return to his homeland, Paros. And while the ship is heading towards the southern Aegean, the Russo-Turkish war breaks out and the ship is forced to sail to Chios (5-6 November 1786, 64 years old). He retires to the monastery of the Holy Trinity. There he studies and prays. Begins the Theology of St. John of Damascus and the Logic of the Eugene Eugene Voulgaris. When the war is over, he agrees to remain in Chios, in the hands of God's will. Eventually it will stay there for three decades. The "School of Philosophy", as it was called, has a great deal of acumen and a similar reputation in its day. In 1812, now 90 years old, he resigns.

Saint Athanasius of Paris must be said to have been one of the persecuted Kollyvades monks (as they were derogatoryly called, because of the theological controversy over the use of the Kollyvas), who, with strong arguments, tried and eventually succeeded in maintaining, of Protestantism and Unity, the Orthodox faith. For this reason he was severely persecuted at the Patriarchate, together with Saint Nicodemus the Hagiorite, Saint Makarios Notaras, Neophytos Kausokalivitis, Agapios the Cypriot, Jacob the Peloponnese, and Christ theodoros the Baptist. . He is fired by a priest and the rest are condemned. They are persecuted and banished from Mount Athos, while Athanasios is driven, as previously mentioned, to Thessaloniki. But the bitterness of these persecutions became the water that watered with the dispersed Kolywads the Orthodox Gene in a difficult and transitional historical time.

In 1771, the Church of Christ the Great found the slanderers and acquitted them. Among other things, acquittal states:

"There can be many and staggered devilish sneaking into the innocent and vain cause of condemnation to be born to a man innocent and unaccompanied by those who have been subjected to such cruelty. 'and we are well remembered by the divine ... innocent there is ... having and acting upon this priesthood without a doubt ...'.

At the end of his life he retired to a secluded part of Chios, the Resta, where there was a sanctuary of St. George. There he was also comforted by his disciple and friend Nikiforos and His Holiness Joseph from the Furnace of Agrafa, who had also been a teacher in the School. Here he writes his poem "Parachute Spiritual" against the then "modernists" who defied and abhorred matters of the Scriptures. Towards the end of his life he suffers a stroke. He prepared himself spiritually, converted and slept peacefully the day after, on June 24, 1813. In the propylars of the temple, his sepulcher was buried, while the companions in his cell found only a crushed uniform, an inkwell, and a lamp. His bones were placed in the nodular ossuary, but burned during the great fire in 1822.

The writing work of Agios Athanasios is rich and very important. It concerns almost all areas of Christian activity (Saints' lives, dogmatic, social, functional, pedagogical, pastoral) and is today valued for its biblical, social and dogmatic training as an excellent example of Orthodox pastoral ministry.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου