Τετάρτη 29 Ιουνίου 2022

Ο Άγιος Πέτρος ο Απόστολος

 


Ο  Πέτρος  ήταν   γιος  του  Ιωνά  (Βαριωνά)   και αδελφός του Αποστόλου Ανδρέα (Ιω. 1,43. 21,15-17)  Ο   ίδιος   αναφέρεται ως Σίμωνας (Ματθ. 10,2. Μάρκ. 3,16),   Συμεών   (Πράξεις 15,14).   Ο   Ιησούς   όμως   όταν   τον  κάλεσε  τον ονόμασε Κηφά (Κηφάς στα Αραμαϊκά και Πέτρος στα Ελληνικά) που σημαίνει   Πέτρα,   θέλοντας   να   τονίσει   τη   σταθερότητα   του   χαρακτήρα   του (Ιω. 1,43).

Ήταν   Ιουδαίος   και   καταγόταν   από   τη   Βηθσαϊδά   της   Γαλιλαίας   (Ιω. 1, 45). Μαζί   με   τον   αδερφό   του   ασκούσαν   το   επάγγελμα   του   ψαρά  στη  λίμνη Γεννησαρέτ  (Ματθ. 4,18).

Ο   Πέτρος    ήταν   έγγαμος  (Ματθ. 8,14. Μάρκ. 1,30. Λουκ. 4,38).  Κατοικούσε στην Καπερναούμ από όπου καταγόταν η γυναίκα του και εκεί εγκαταστάθηκε μετά το γάμο του (Ματθ. 5,14. Μάρκ. 1,21).   Για   τη   γυναίκα του   δεν  αναφέρεται  τίποτε    στην   Καινή   Διαθήκη   και   είναι   γνωστό   ότι   ο Πέτρος   ήταν   έγγαμος,   γιατί   ο  Χριστός   θεράπευσε   την   πεθερά   του  (Ματθ. 8,14-15.  Λουκ. 4,38-39).   Η   γυναίκα   του   τον   ακολούθησε   στις  περιοδείες   του και   του   συμπαραστεκόταν   στο   έργο   του   (Α' Κορ. 9,5).

Ο Πέτρος μιλούσε την ελληνική γλώσσα μιας και καταγόταν από τη "Γαλιλαία   των   εθνών"   και  την  αραμαϊκή,  η  οποία  ήταν   η   μητρική   του  με βαριά   όμως  προφορά (Ματθ. 26,73. Μάρκ. 14,70). Ήταν  πιστός   τηρητής  των θρησκευτικών   εθίμων (Πράξ. 10,14), αν και δεν ήταν καλός γνώστης του Νόμου   (Πράξ. 4,13).

Ο Πέτρος ήταν από τους πρώτους που ακολούθησαν τον Κύριο και αναδείχτηκε ως η πλέον εμβληματική μορφή των δώδεκα μαθητών. Η κλήση του  στο   αποστολικό   αξίωμα   έγινε  σταδιακά.  Πρώτα   παρουσίασε   τον Πέτρο   στον   Ιησού   ο   αδελφός   του   Ανδρέας.   Ο   Ιησούς   τον   βεβαίωσε   ότι   θα ονομαστεί   "Κηφάς",   που   σημαίνει  "Πέτρος"   και   ότι  θα   ήταν   η  πέτρα,  πάνω στην οποία θα έχτιζε την εκκλησία Του (Ιω. 1,35-43).  Όπως μας πληροφορούν   τα   Ευαγγέλια,   όταν   λίγο   αργότερα   ο   Ιησούς   έφθασε  στη λίμνη   της  Γεννησαρέτ   συνάντησε  τους   δυο   αδελφούς   Πέτρο   και   Ανδρέα   οι οποίοι   έριχναν   τα   δίχτυα   τους.   Αμέσως  μετά   την   κλήση   τους,  άφησαν   τα δίχτυα  και   τις    οικογένειές   τους    και   τον   ακολούθησαν  (Μάρκ. 1,16-20).

Από την πρώτη στιγμή ο Πέτρος κατέλαβε πρωτεύουσα θέση στον αποστολικό κύκλο. Αναφέρεται πάντοτε πρώτος μεταξύ των μαθητών στους    καταλόγους   της    Καινής   Διαθήκης   και   αποτελούσε, μαζί  με  τους αδελφούς   Ιάκωβο   και   Ιωάννη,   τον   πιο   στενό   κύκλο   των    μαθητών   προς   τους οποίους   ο   Χριστός   έδειξε   ιδιαίτερη   προτίμηση.

Ήταν  δυναμικός  χαρακτήρας   και  παρορμητικός (Ματθ. 14,28. 16,16).  Ήταν ενθουσιώδης, ενεργητικός   και   γεμάτος  αυτοπεποίθηση,  αναλαμβάνοντας διαρκώς πρωτοβουλίες. Διακρινόταν για την ειλικρίνεια και τον αυθορμητισμό   του.   Η   αγάπη   και   η  αφοσίωσή  του  προς   τον  Κύριο  ήταν υποδειγματική.   Πολλές φορές μιλούσε ως εκπρόσωπος των δώδεκα μαθητών  (Ματθ. 15,15  και 18,21.  Μάρκ. 8,29   και  11,21.   Λουκ.  5,5   και   12,41). Ξεχώριζε   για   το   θάρρος    και   την   τόλμη   του.   Για   τη   ζωή   του   κοντά   στον   Ιησού τη   μαθαίνουμε   από   τα   τέσσερα   Ευαγγέλια,   ενώ   την   αποστολική    του   δράση, από    τις   Πράξεις   των   Αποστόλων.

Ήταν παρών, προφανώς, στο γάμο της Κανά και αμέσως μετά εγκαταστάθηκε με τον Ιησού και άλλους μαθητές στην Καπερναούμ (Ιωάννης 2-11-12).

Στην   Καπερναούμ   ο   Ιησούς   είπε   στους   ακροατές   του,   ότι   για   να   έχουν    ζωή αιώνιο πρέπει να τρώγουν το Σώμα Του και να πίνουν το Αίμα  Του.    Εκείνοι δεν αντιλήφθηκαν το μήνυμά Του και σκανδαλιζόμενοι    έφυγαν.   Ρωτώντας ο   Κύριος   τους   Δώδεκα   μαθητές   Του,    εάν   θέλουν   και   αυτοί   να   φύγουν,   ο Πέτρος   απάντησε  αμέσως  "Κύριε,   σε   ποιόν   να   πάμε;   Έχεις   λόγια   ζωής αιωνίου   και   εμείς    πιστεύσαμε   και   γνωρίσαμε   ότι   συ   είσαι   ο   Χριστός,   ο   Υιός του   Θεού   του   ζώντος".

Μετά  από   προτροπή  του   Ιησού,   ο   Πέτρος   βάδισε  στη   θάλασσα   (Ματθ. 14,28-32).  Επίσης    μετά   από   προτροπή   του   Ιησού,   ψάρεψε   ένα   ψάρι   που   είχε   στην κοιλιά    του   ένα   νόμισμα,   για   να   πληρώσει  τον  φόρο   στους   Ρωμαίους  (Ματθ. 17,24-27).

Στην   Καισάρεια   του   Φιλίππου,   λίγο   πριν   από  το  πάθος,  ο   Χριστός   υπέβαλε στους  μαθητές του την ερώτηση ποια γνώμη είχαν οι  άνθρωποι  για   Εκείνον. Ο Πέτρος απάντησε ότι είναι ο Μεσσίας, ο Υιός του αληθινού    Θεού   (Ματθ. 16,13-16).   Τότε   ο   Ιησούς   απεκάλεσε   τον   Πέτρο   μακάριο, επειδή   δέχτηκε   την αποκάλυψη   όχι   από   άνθρωπο,   αλλά   από   τον   Ίδιο   τον    Θεό.   Του   είπε   πώς   σε αυτή   την   πέτρα,   δηλαδή   στην   ομολογία   ότι   ο   Χριστός   είναι   Υιός   του   Θεού, θα    οικοδομήσει   την   Εκκλησία    Του.

Στη    συνέχεια   ζήτησε   από   τους   μαθητές   Του   να   κρατήσουν   κρυφό   ότι   αυτός είναι  ο  Μεσσίας,    και    τους   φανέρωσε   ότι   θα  μεταβεί   στα   Ιεροσόλυμα,   όπου θα   σταυρωθεί    και  θα   αναστηθεί    την   τρίτη   ημέρα.  Ο  Πέτρος   πήρε   το   Ιησού ιδιαιτέρως   και   προσπάθησε    να   τον   αποτρέψει   από   την   πορεία    του   προς   το Πάθος.   Ο   Ιησούς   όμως   τον   επιτίμησε   αυστηρά  (Ματθ. 16,23).

Ο Πέτρος, μαζί με τους Ιωάννη και Ιάκωβο, ήταν παρών  στη   Μεταμόρφωση του    Κυρίου    στο   Όρος   Θαβώρ  (Ματθ. 17,1-8. Μάρκ. 9,2-8, Λουκ. 9,28-36).

Λίγο πριν το Πάθος, μαζί με τον Ιωάννη στάλθηκε από τον Ιησού να ετοιμάσει το πασχαλινό τραπέζι (Λουκ. 22,8). Το βράδυ του Μυστικού Δείπνου, όταν ο Ιησούς έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του, ο Πέτρος αρνήθηκε σθεναρά (Ιω. 13,11). Το ίδιο βράδυ διακατεχόταν από έντονη αγωνία  για   να  μάθει ποιος είναι ο προδότης του  Ιησού (Ιω. 13, 24),   ενώ διαμαρτυρήθηκε   διότι   ο   Ιησούς  του  είπε   πως   εκεί   που   οδεύει,   δεν   μπορεί   ο ίδιος   ακόμα    να   τον   ακολουθήσει.   Ο    Πέτρος   υποσχέθηκε   στον   Κύριο   ότι    είναι   έτοιμος   να   θυσιάσει   τη   ζωή   του   γι'  Αυτόν (Ιω. 13,36-37. Ματθ. 26,33. Μάρκ. 14,29).   Ο   Κύριος    όμως    προφητικά   του   προανήγγειλε   ότι   θα   τον αρνιόταν    τρεις   φορές.

Όταν ο Ιησούς προσευχήθηκε στον κήπο της Γεθσημανή ο Πέτρος αποκοιμήθηκε    μαζί   με   τους   άλλους   μαθητές (Ματθαίος 26,37-46. Μάρκ. 14,37),   ενώ   κατά   τη    σύλληψη    του   Ιησού,  ο   Πέτρος   με   μαχαίρι   έκοψε   το   αυτί ενός από τους δούλους του αρχιερέα. Ο Κύριος τον επετίμησε   θεραπεύοντας το αυτί του  δούλου  (Ματθ. 26,51. Μάρκ. 14,47. Λουκ. 22,50. Ιω. 18, 10-11). Κατόπιν   ο   Πέτρος   τον   ακολούθησε   μέχρι   την   αυλή   του   αρχιερέα.   Στη συνέχεια   πριν   ξημερώσει   και   πριν   ο   πετεινός   λαλήσει   τρεις  φορές,   ο  Πέτρος Τον   αρνήθηκε   τρεις   φορές   με   όρκο.   Τότε   θυμήθηκε   τον   λόγο   του   Κυρίου   που του   είχε   προαναγγείλει   αυτή  την  πτώση,  και  μετανιώνοντας,  έκλαψε   πικρά    (Ματθ. 26,58 και 26,69-75.  Μάρκ. 14,54. Λουκ. 22,54-62. Ιω. 18,15-16).

Ο    Κύριος   συγχώρεσε   τον   Πέτρο   και   για    να   τον   αποκαταστήσει   μάλιστα   στα μάτια   των    άλλων    μαθητών,    παράγγειλε   με   τις   μυροφόρες   γυναίκες,   ν' αναγγείλουν   ξεχωριστά   στον  Πέτρο   την   Ανάστασή   Του.   Το  πρωί   έτρεξε μαζί   με   τον   Ιωάννη   στον   τάφο   (Ιω. 20,1-10).

Το ίδιο και στη λίμνη Γεννησαρέτ, ο Κύριος μπροστά στους άλλους    μαθητές, του   έδωσε   την   εντολή    να   κηρύττει   το   θείο   λόγο,   αποκαθιστώντας   τον   έτσι στο    αποστολικό    αξίωμα.

Οι   πληροφορίες   για   την   ιστορία   του   Πέτρου   μετά   την   Ανάσταση   δεν   είναι πολλές   και   δε   μπορούμε   να   έχουμε   ένα   διάγραμμα   της   πορείας   του  και κανένα σταθερό σημείο για μια σωστή χρονολόγηση. Την ημέρα της Πεντηκοστής πρωτοστατεί πάλι ο Πέτρος στην πρώτη διοικητικού χαρακτήρα   πράξη   των   Αποστόλων,   όταν   υπέδειξε   σε   κοινή   σύναξη   των πιστών   να   εκλέξουν   τον  αντικαταστάτη   του   Ιούδα   του  Ισκαριώτη  (Πράξ. 1,13-26). Αμέσως μετά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος πάλι   ο   Πέτρος σηκώθηκε   μαζί   με   τους   άλλους   έντεκα   Αποστόλους   και   μίλησε   προς   το συγκεντρωμένο  πλήθος ώστε να πιστέψουν και να βαπτιστούν 3.000   (Πράξ. 2,14-41).

Λίγες    μέρες  ύστερα   από   την   επιφοίτηση   του  Αγίου  Πνεύματος  ο  Πέτρος   και ο   Ιωάννης   πήγαιναν στο   Ναό   για   να  προσευχηθούν.  Η   ώρα   ήταν  τρίτη απογευματινή.   Στην   πόρτα   της   αυλής   του   Ναού,   καθόταν   κάποιος    που   είχε γεννηθεί χωλός, δηλαδή κουτσός, ζητώντας ελεημοσύνη. Αυτός  λοιπόν  σαν είδε τους Αποστόλους με παρακλητική φωνή τους ζητούσε   κάποια  βοήθεια. Τότε ό Πέτρος, πού κατάλαβε ότι ήταν καλός άνθρωπος, του είπε:  «Χρήματα δεν   έχω   να   σου  δώσω.  Εκείνο   όμως  που  έχω,  σου  το  δίνω.  Στο  όνομα   του Ιησού   Χριστού  του  Ναζωραίου   σήκω  όρθιος  και  περπάτα». Συνάμα  τον βοήθησε να σηκωθεί όρθιος. Το θαύμα είχε γίνει. Ο χωλός περπάτησε   χωρίς καμιά   δυσκολία.   Γεμάτος   χαρά   και   ευγνωμοσύνη   μπήκε   μαζί  τους  στην αυλή   του  Ναού  και  δοξολογούσε  το   Θεό   (Πράξ. 3,1-11).

Η  θεραπεία   του   χωλού   ξάφνιασε   το  πλήθος,   που  είχε   μαζευτεί.    Όλοι   τους γύρευαν να μάθουν, πώς έγινε το θαύμα. Τότε  ο   Πέτρος  άρχισε  να   εξηγεί ότι  έγινε  με   τη   δύναμη  του   Ιησού   Χριστού   και  τους  κάλεσε  να  πιστέψουν στον   Κύριο  (Πράξ. 2,12-26).

Κατά  τη   διάρκεια   της  ομιλίας   των   Αποστόλων  όρμησαν   εναντίον   τους   οι ιερείς  και   ο  υπεύθυνος  για   την   τήρηση   της   τάξεως   μαζί   με  στρατιώτες.  Το ίδιο έκαμαν και οι Σαδδουκαίοι, που εξοργίστηκαν όταν άκουσαν τους Αποστόλους   να   μιλούν  για   την  ανάσταση   των   νεκρών.   Όλοι  τους,   χωρίς   να έχουν  καμιά   διαταγή,   συνέλαβαν   τους  Αποστόλους  και  τους  φυλάκισαν   για να   τους  δικάσουν  την  άλλη  μέρα.

Η  άδικη  σύλληψη  των  Αποστόλων, το  κήρυγμα  τους και  μάλιστα  η θεραπεία του χωλού έκαμαν μεγάλη εντύπωση στο πλήθος. Το   αποτέλεσμα ήταν να πιστέψουν πολλοί και να φτάσει έτσι ο αριθμός των πιστών περίπου   τις   πέντε   χιλιάδες,   εκτός   από   τις   γυναίκες    και   τα    παιδιά.

Την   άλλη   μέρα   συγκεντρώθηκαν   τα   μέλη   του   μεγάλου  Συνεδρίου. Αυτό   είχε δικαστική και θρησκευτική εξουσία. Σ' αυτό παρουσιάστηκαν   οι   Απόστολοι με   θάρρος   και   ακλόνητη   πίστη   στον Κύριο. Είχαν  αποφασίσει   να   κηρύξουν το θέλημα του Κυρίου μπροστά στο μεγάλο Συνέδριο. Εκεί που καταδικάστηκε και ο ίδιος ο Κύριος. Η  ευκαιρία   δόθηκε   στους  Αποστόλους, όταν τους ρώτησαν για τη θεραπεία του χωλού. Τότε ο Πέτρος   με   παρρησία και   με   το   φωτισμό   του   Αγίου   Πνεύματος   απάντησε.   «Άρχοντες   του   λαού    και πρεσβύτεροι   του   Ισραήλ,   μάθετε   όλοι   ότι   η   θεραπεία   του   χωλού   έγινε   από τον   Ιησού    Χριστό,   τον   οποίο   εσείς   σταυρώσατε.   Αυτόν  ο   Θεός   τον   ανέστησε από   τους    νεκρούς...»   (Πράξ. 4,1-12).

Οι    δικαστές   έμειναν   κατάπληκτοι   από   το   θάρρος   και   τη   σοφία   των Αποστόλων.   Ήθελαν   βέβαια  να   τους   καταδικάσουν,  αλλά   δεν   τόλμησαν, επειδή   φοβήθηκαν   το  λαό.  Έτσι  περιορίστηκαν  να   τους   διατάξουν,   να   μην κηρύττουν πια   για   τον   Ιησού   Χριστό.   Αλλά   οι   Απόστολοι   απάντησαν   ότι είναι   προτιμότερο   να   υπακούουν   στο  Θεό   παρά  στους  ανθρώπους.  Δεν μπορούμε,   είπαν,   να   μην  κηρύττουμε   όσα  είδαμε  και  ακούσαμε  (Πράξ. 4,20). Τότε  εκείνοι   αφού   δεν   έβρισκαν   δικαιολογία   για   να   τους   τιμωρήσουν   και αφού   απείλησαν   τους   Αποστόλους,   τους  άφησαν   ελεύθερους.   Ο   Πέτρος   με τον Ιωάννη συναντήθηκαν με τους άλλους Αποστόλους και τους διηγήθηκαν όσα είχαν γίνει. Όλοι μαζί, με θερμή   προσευχή,   ευχαρίστησαν το    Θεό   για   την   προστασία   του.  

Γεγονότα,   όπως   η   θαυμαστή   τιμωρία   του   Ανανία   και   της  συζύγου του Σαπφείρας (Πράξ. 5,1-11) και τα θαύματα που έκανε   στο   Ναό   μεγάλωσαν πολύ τη φήμη του Πέτρου. Πολλοί έφερναν τους ασθενείς και τους ξάπλωναν   σε   κρεβάτια   σε   φορεία   για   να   πέσει   πάνω   τους   έστω   και   η  σκιά του Πέτρου. Ακόμη συγκεντρώνονταν από τις γύρω πόλεις  στο  Ναό φέρνοντας   αρρώστους  και    δαιμονισμένους   και   θεραπεύονταν  (Πράξ. 5,15-16).

Οι   Απόστολοι συνέχισαν το κήρυγμά τους και τα θαύματα,   με  αποτέλεσμα να συλληφθούν από τους Σαδδουκαίους και να οδηγηθούν πάλι στη φυλακή. Τη νύχτα ένας άγγελος Κυρίου    απελευθέρωσε   τους   Αποστόλους,   οι οποίοι    συνέχισαν   να   διδάσκουν   στο   Ναό  (Πράξ. 5, 17-42).

Την   επόμενη   μέρα   η   φρουρά   τους   οδήγησε   πάλι   μπροστά   στο   Συνέδριο.   Ο αρχιερέας τους έκανε αυστηρή παρατήρηση για τη συνεχιζόμενη διδασκαλία   στο   Ναό.   Ο  Πέτρος   με   παρρησία   διακήρυξε   την   Ανάσταση   του Χριστού   και   τόνισε   ότι   είναι   προτιμότερο   να   υπακούουν   στο   Θεό   παρά   στους ανθρώπους   (Πράξ. 5,29-32).

Τα    μέλη   του   Συνεδρίου   όταν   τ' άκουσαν   αυτά   έγιναν   έξαλλα  και  θα θανάτωναν τους Αποστόλους, άν δεν   παρενέβαινε   ένας   νομοδιδάσκαλος,  ο Γαμαλιήλ,    λέγοντας   για   τους  Αποστόλους   «Άν   αυτό   που   σκέφτονται   ή   αυτό που   κάνουν   προέρχεται  από   ανθρώπινη   δύναμη,   θα   διαλυθεί   μόνο   του.   Άν όμως   προέρχεται   από   το   Θεό,   δε   θα   μπορέσετε   να   το   διαλύσετε,   για   να   μην πω   ότι   μπορεί   να   βρεθείτε   τελικά   και   θεομάχοι   (Πράξ. 5,38-39)».

Μετά από αυτά τα λόγια οι Απόστολοι, αφού μαστιγώθηκαν και απειλήθηκαν,   αφέθηκαν   ελεύθεροι.

Το   κήρυγμα   του  Πέτρου   περιορίστηκε   κυρίως   στην   Παλαιστίνη.   Το   θάρρος και    ο   ζήλος   του   Πέτρου   παρακινούσαν   κι   άλλους   στο   έργο   του   Θεού.  Ο διωγμός εναντίον των Χριστιανών, πού έγινε   ύστερα   από   το   λιθοβολισμό του Στεφάνου, είχε σταματήσει. Οι Χριστιανοί ανενόχλητοι   πια   προόδευαν στην ευσέβεια και πληθύνονταν συνεχώς. Μαζί με τον   Ιωάννη   στάλθηκαν αργότερα   από   τους   Αποστόλους  στη   Σαμάρεια   (Πράξ. 8,14),   όπου προϋπήρχαν   Χριστιανοί,   και   κήρυξαν   το   λόγο  του  Θεού σε πολλά  χωριά    της (Πράξ. 8,25).

Στη   Σαμάρεια   ο   Πέτρος   συναντήθηκε   με   το  Σίμωνα   το  μάγο  (Πρ. 8,14-24).  Ο Πέτρος επιτίμησε τον  Σίμωνα, γιατί θέλησε να δώσει  χρήματα  στους Αποστόλους, προκειμένου να μπορεί κι αυτός να μεταδίδει τη χάρη  του Αγίου    Πνεύματος.   Ο   Σίμωνας   μετανόησε   για   την   ενέργειά   του.

Με    κέντρο   τα   Ιεροσόλυμα,   πολλές  φορές   μετέβαινε σε περιοδείες  και επισκεπτόταν   τις   κοντινές    Εκκλησίες   (Πρ. 9,32),   γι αυτό   και   μαζί   με  τον αδελφόθεο  Ιάκωβο και τον Ιωάννη θεωρούνταν οι "στύλοι»   της    Εκκλησίας" (Γαλ. 2,9).

Ο   Πέτρος   σε   κάποια   περιοδεία   του   πήγε  και   στην   κοντινή   πόλη   Λύδδα,   όπου ενίσχυσε   τους   πιστούς   στο   θείο   θέλημα.   Εκεί   με   τη   δύναμη   του  Θεού θεράπευσε κάποιο, που ονομαζόταν Αινέας και ήταν οχτώ χρόνια παράλυτος. Μ' αυτό το θαύμα όσοι κατοικούσαν στη Λύδδα και στο    Σάρωνα πίστεψαν    στον   Κύριο    (Πράξ. 9,32-35).

Στην ωραία παραλιακή πόλη Ιόππη, τη σημερινή Γιάφφα,   υπήρχαν   πολλοί πιστοί. Ανάμεσα τους, σαν καρποφόρο δέντρο γεμάτο καρπούς,   διακρινόταν για   τα   καλά   της   έργα   η   ευσεβής   κόρη   Ταβιθά     Δορκάδα).   Μια  μέρα,  η Ταβιθά, αρρώστησε βαριά και παρά τις φροντίδες των πιστών, πέθανε.   Τότε η    ελπίδα   όλων   στράφηκε   στον   Πέτρο,   που   βρισκόταν   στη   γειτονική  πόλη Λύδδα.

Χωρίς αναβολή λοιπόν έστειλαν στη Λύδδα δυο άντρες, που τον παρακάλεσαν   και   ήρθε  στην   Ιόππη.  Ο  Πέτρος συγκινήθηκε πολύ,  όταν    είδε τα     ορφανά   και   τις   χήρες   να   τον   παρακαλούν   με   δάκρυα   για   την  Ταβιθά. Έδειχναν   μάλιστα   και   τα   φορέματα,  που   τους   είχε    ετοιμάσει   εκείνη.   Τότε    ο Πέτρος,   για    ν' αποφύγει   κάθε  επίδειξη,    ζήτησε   να   βγουν    όλοι   έξω   από   το δωμάτιο    της   νεκρής.   Κι   αφού  γονάτισε προσευχήθηκε με  θέρμη   στον    Κύριο. Σε μια στιγμή σταμάτησε την προσευχή του και πρόσταξε «Ταβιθά     σήκω»    (Πράξ. 9,36-41).  Το    θαύμα,   που   όλοι   τους   περίμεναν,   έγινε.   Η    χαρά τους   ήταν   απερίγραπτη.   Το   θαύμα   διαδόθηκε   σαν  αστραπή  κι   έγινε  αφορμή να   πιστέψουν    στον   Κύριο   πολλοί   Ιουδαίοι   και  εθνικοί.

Στην   Ιόππη   ο   Πέτρος    έμεινε   αρκετές   ημέρες  (Πράξ. 9,43)   και  κατόπιν  με θεία   εντολή  πορεύτηκε  προς   την   παραλιακή   πόλη   Καισάρεια.   Εκεί   ήταν   η έδρα   του   Ρωμαίου   διοικητή   της   Παλαιστίνης.  Γι' αυτό   στρατοπέδευε   εκεί μεγάλη   στρατιωτική  δύναμη. Ανάμεσά τους  διακρινόταν   για   την   ευσέβεια και    τα   καλά   του   έργα   ο   εκατόνταρχος   Κορνήλιος. Αυτός,   άν   και  ήταν εθνικός, πίστευε στον αληθινό Θεό, ελεούσε τους φτωχούς και παρακαλούσε το Θεό να τον φωτίζει. Το καλό   παράδειγμα   του    Κορνηλίου είχε    φέρει   κι   όλη   την   οικογένεια   του   στον   αληθινό    Θεό.

Μια μέρα, περίπου στις τρεις τ' απόγευμα, κι ενώ ο Κορνήλιος   προσευχόταν, είδε   σε   όραμα   Άγγελο   Κυρίου   να   του   λέει:  «Κορνήλιε   οι   προσευχές   σου   και οι    ελεημοσύνες   σου   έφτασαν   στο   θρόνο   του   Θεού,   και   ο   Θεός   δεν   σε  ξέχασε. Στείλε λοιπόν άνδρες στην Ιόππη και κάλεσε εδώ το Σίμωνα, που ονομάζεται Πέτρος. Αυτός φιλοξενείται στο σπίτι του Σίμωνα, που κατεργάζεται  δέρματα και κατοικεί κοντά στη θάλασσα». Κατόπιν  ο Άγγελος   εξαφανίστηκε.   Είχε   κάμει    το   έργο   του.

Ο   Κορνήλιος   γεμάτος   πια    από   χαρά    και   ευγνωμοσύνη   στον    Κύριο   για   την τιμή που του έκαμε, εφάρμοσε αμέσως τη θεϊκή εντολή. Έστειλε στην   Ιόππη δυο   υπηρέτες   του   μαζί   με   έναν   ευσεβή   στρατιώτη   και   κάλεσε   τον   Πέτρο    να έρθει    στην   Καισάρεια.

Στο   διάστημα    που    ο   Πέτρος   φιλοξενείτο   στο  σπίτι   του  Σίμωνα,  είδε   ένα όραμα.   Ήταν  μεσημέρι   και  βρισκόταν   στο   πάνω   μέρος   του  σπιτιού   και προσευχόταν.   Ξαφνικά   είδε  να  κατεβαίνει από τον  ουρανό, κάτι  που έμοιαζε  με  σεντόνι.  Κρεμόταν   από  τις   τέσσερις   άκρες   και   υπήρχαν   μέσα    σ' αυτό   όλα   τα   ζώα   της   γης,   θηρία,  ερπετά   και   πτηνά.   Πολλά   από  αυτά   οι Ιουδαίοι δεν τα έτρωγαν ως ακάθαρτα. Μ' αυτά συμβόλιζαν τους ειδωλολάτρες   που   έπρεπε   ν' αποφεύγουν,   για   να   μην   παρασύρονται   από αυτούς   στην   αμαρτία.   Συγχρόνως   ο   Πέτρος   άκουσε   μια   φωνή   να   του   λέει: «Πάρε  από   αυτά,  Πέτρο,  σφάξε  και  φάε». Ο Πέτρος όμως   απάντησε.   «Ποτέ, Κύριε,   δεν   θα   φάω   ακάθαρτο   ζώο,   καθώς   δεν   έφαγα   μέχρι   τώρα».   Ξανά όμως    επέμεινε   η   ίδια   φωνή:   «Εκείνα   που   καθάρισε   ο   Θεός,   συ  μην   τα νομίζεις μολυσμένα». Αυτό  αφού  επαναλήφτηκε   τρεις   φορές,   το   σεντόνι   με τα   ζώα   εξαφανίστηκε  στον   ουρανό.   Ο   Πέτρος   κατάπληκτος   σκεφτόταν,  τι να   σήμαινε   άραγε   το   περίεργο   αυτό   όραμα;   Μήπως   μ' αυτό   ο   Θεός   ήθελε   να τον   διδάξει   κάποια   μεγάλη   αλήθεια;

 

Τότε   έφτασαν   οι   άνθρωποι   του   Κορνήλιου    και   φανέρωσαν   στον  Πέτρο  το σκοπό   του   ταξιδιού   τους.   Το   Άγιο   Πνεύμα   τον   φώτισε   να   καταλάβει  τι σήμαινε   το   όραμα   και   να   τους   ακολουθήσει. Έτσι  την  άλλη   ημέρα    έφυγαν για   την   Καισάρεια.   Εκεί    περίμεναν   τον   Πέτρο   ο   ευσεβής   Κορνήλιος   με  τους συγγενείς του και τους στενότερους φίλους του.    Ο   Κορνήλιος   υποδέχτηκε τον   Πέτρο   με   μεγάλο   σεβασμό    και   του    φανέρωσε   όσα   είχε   ακούσει   από   τον Άγγελο.   Κατόπιν   ο   Πέτρος   τους  είπε  ότι,   άν   και   ήταν   Ιουδαίος,   ερχόταν   σ' αυτούς   τους    ειδωλολάτρες   γιατί   ήταν   θέλημα   Θεού.  Στη  συνέχεια  με καλοσύνη και αγάπη τους μίλησε για τον Κύριο και για τον τρόπο της σωτηρίας. Το σπουδαίο αυτό κατηχητικό μάθημα του Πέτρου είχε εκπληκτικά αποτελέσματα. Ενώ μιλούσε ο Πέτρος το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε σε όλους αυτούς που άκουγαν το λόγο του Θεού.   Έκαμε   μάλιστα κι    αυτούς   ικανούς   να   μιλούν   ξένες   γλώσσες    και   να   δοξολογούν   το  Θεό. Όλοι    έμειναν   έκπληκτοι.   Είδαν   καθαρά   πια   ότι   ο   Θεός   καλούσε   και   τους ειδωλολάτρες   στη    λύτρωση   και   στη   σωτηρία.   Στη   συνέχεια   ο   Πέτρος   τους βάπτισε    στο   όνομα   του   Κυρίου.   Ήταν   από   τους   πρώτους   εθνικούς   πού δέχονταν   το   άγιο   Βάπτισμα   του    (Πράξ. 10,1-48).

Όλοι   τους, και ιδιαίτερα ο Κορνήλιος,   με   χαρά   παρακάλεσαν   τον   Πέτρο   και έμεινε κοντά τους λίγες ημέρες ακόμη. Ύστερα    έφυγε  για   τα   Ιεροσόλυμα, όπου   φανέρωσε   στους   εκεί   «εξ   Ιουδαίων  Χριστιανούς» ότι   ήταν  θέλημα Θεού  η   νέα  πίστη  να   διαθοθεί  και στα έθνη. Όλοι τους χάρηκαν  και δόξασαν   το   Θεό   (Πράξ. 11,1-17).

Βασιλιάς των Ιουδαίων από το 41 ως το 44 μ.Χ. ήταν ο Ηρώδης   ο   Αγρίππας, εγγονός   του   Ηρώδη   πού   έσφαξε   τα   νήπια   κατά   τη   Γέννηση   του   Κυρίου. Αυτός   λοιπόν   για   να   μετριάσει   την   αντιπάθεια   των   Ιουδαίων   απέναντι   του, επειδή τους κυβερνούσε τυραννικά, έκαμε διωγμό εναντίον των  χριστιανών. Με διαταγή του μάλιστα το 44 μ.Χ. αποκεφαλίστηκε  ο  Απόστολος   Ιάκωβος, ο αδερφός του Ιωάννη.   Πρώτος   αυτός   από   τους   Αποστόλους   πρόσφερε   τη ζωή   του   για   την   πίστη   του   Χριστού.   Ο   Ηρώδης   είδε   πως   η   πράξη   του  αυτή ικανοποίησε αρκετούς Ιουδαίους και αποφάσισε να συνεχίσει τις   θανατικές εκτελέσεις. Έτσι λοιπόν, κατά τις ημέρες του Πάσχα, συνέλαβε  τον απόστολο   Πέτρο   και   τον  έκλεισε   στη   φυλακή   με   αυστηρά   δεσμά.   Ημέρα    και νύχτα    δεκαέξι    στρατιώτες   τον   φρουρούσαν   «ανά   τέσσερις».  Ήθελε   να   τον εκτελέσει   ύστερα   από   το   Πάσχα.   Ο   Πέτρος   εμπιστεύτηκε    τον   εαυτό   του στην    προστασία   του   Θεού.   Αλλά    και   οι   Χριστιανοί   προσεύχονταν   θερμά στον   Κύριο,    για   να   τον   σώσει.   Ώσπου   έφτασε   το   τελευταίο   βράδυ,   πριν   από την   εκτέλεση   του   Αποστόλου  (Πράξ. 12,1-5).

Πολλοί   Χριστιανοί   εκείνη   την   κρίσιμη   νύχτα    συγκεντρώθηκαν   στο   σπίτι    της Μαρίας, μητέρας του Ευαγγελιστή   Μάρκου.   Έκαναν  ολονύχτια   προσευχή για   τη   σωτηρία   του   Πέτρου.   Και   να   η   απάντηση   στις  θερμές προσευχές   τους. Ένας Άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στο δεσμωτήριο, ξύπνησε   τον   Πέτρο και   του   είπε   να  ετοιμαστεί. Συγχρόνως   με   θαυματουργικό   τρόπο   έπεσαν   οι αλυσίδες   από   τα    χέρια   του   Πέτρου.   Άνοιξαν   οι   πόρτες   της   φυλακής   και πέρασαν,   ο   Άγγελος   μαζί   με   τον   Πέτρο,   μπροστά   από   τους   φρουρούς,    χωρίς εκείνοι να πάρουν είδηση. Αφού απομακρύνθηκαν από τη φυλακή, ο Άγγελος  εξαφανίστηκε. Δεν υπήρχε πια κίνδυνος. Τότε   συνήρθε   ο   Πέτρος από   την   έκπληξή   του   και    κατάλαβε,   πώς   είχε   σωθεί   (Πράξ. 12,6-11).

Γρήγορα   ήρθε   στο   σπίτι,   που   προσεύχονταν   οι  πιστοί   (Πράξ. 12,1-17).   Σαν τον  είδαν,   όλοι   τους   χάρηκαν   και   ευχαρίστησαν   το   Θεό.   Διδάχτηκαν   έτσι, για  μια   φορά   ακόμη,   ότι   ο   Θεός   εισακούει   τις   προσευχές  των   πιστών  και τους   χαρίζει   την    προστασία   του.   Ο   Πέτρος    αμέσως   έφυγε   για   άλλο  τόπο,   για να   αποφύγει   τη   φονική   μανία   του   Ηρώδη,   αλλά   και   να   κηρύξει  κι   αλλού   το Ευαγγέλιο  (Πράξ. 12,17).

Ο Πέτρος ύστερα από το θάνατο του Ηρώδη   ξαναγύρισε   στα   Ιεροσόλυμα.   Το 49 μ.Χ. ο Πέτρος λαμβάνει μέρος στην Αποστολική Σύνοδο, όπου διαδραματίζει   σπουδαίο ρόλο   μαζί με  τον   Παύλο,   τον   αδελφόθεο   Ιάκωβο   και το Βαρνάβα  (Πράξ. 15,14-21.  Γαλ. 2,7-8). Τάχτηκε με σθένος υπέρ της ελευθερίας των εθνικοχριστιανών σε σχέση με την περιτομή και τις διατάξεις του Μωσαϊκού Νόμου, υποστηρίζοντας ότι δεν ήταν υποχρεωμένοι  οι εξ Εθνικών Χριστιανοί να συμμορφώνονται με αυτές   γιατί και   οι   εθνικοί,   όπως   και   οι Ιουδαίοι, σώζονται μόνο με την πίστη   στο   Χριστό (Πράξ. 15,1-29).

Αργότερα συναντήθηκε με τον Παύλο στην Αντιόχεια, ο οποίος τον παρατήρησε   γιατί   έκανε   παραχωρήσεις   στους   ιουδαΐζοντες   σε   βάρος   των   εξ εθνών   Χριστιανών  (Γαλ. 2,11-21).

Ο  Απόστολος   Πέτρος   έγραψε   δύο  Καθολικές   Επιστολές,   οι   οποίες   δεν   είναι μεγάλες σε  έκταση,   είναι   όμως   πλούσιες   σε   θεολογικές   και   φιλοσοφικές ιδέες.   Ονομάστηκαν Καθολικές γιατί απευθύνονται σ' όλους τους Χριστιανούς.

Η   Α'   επιστολή  Πέτρου (64   μ.Χ.)  αναφέρεται   κυρίως   στον   εξαγνισμό   και   την υπακοή.   Στην   επιστολή   τονίζεται   πως   δεν   είναι   η   αρχή   της   πίστεως   ή   η πίστη   γενικά   που   φέρνει   ως   αποτέλεσμα   τη   σωτηρία,   αλλά   το  «τέλος  της πίστεως» που επιτυγχάνει τη σωτηρία. Ακόμη γίνεται λόγος για τον   πόλεμο που   διεξάγεται   ανάμεσα    στον   άνθρωπο   και   στις   σαρκικές   επιθυμίες  του.

H   Β'   επιστολή   Πέτρου  (67  μ.Χ.)   χαρακτηρίζεται   και   ως   «αντιαιρετική»,  γιατί δίνει   μία   κατοχυρωμένη   απάντηση   στους   αμφισβητίες   της   ορθής  πίστης. Συνάμα   έχει   και   «απολογητική»   διάθεση,  αφού  αναπτύσσει   την  πίστη   της χριστιανικής κοινότητας χρησιμοποιώντας επιχειρήματα που απαντούν τόσο   στην   ιουδαϊκή   και   την   ευρύτερη   χριστιανική   παράδοση   όσο  και  στη θύραθεν  γραμματεία.

Κεντρικό θέμα της B' επιστολής αποτελεί η εσχατολογία, η οποία αναπτύσσεται στην επιστολή εξαιτίας της εμφάνισης στην κοινότητα Χριστιανών  που   αμφισβητούσαν   τον   ερχομό   του   Κυρίου,   την   πρόνοια   του Θεού   για   τον   κόσμο   και   την   εξάρτηση   του   κόσμου  από   τον   δημιουργό   Θεό.

Ακόμη   τονίζεται   ότι   η   διαφθορά    μέσα   στον   κόσμο   υπάρχει   λόγω   των   κακών επιθυμιών.   Οι   άνθρωποι   όμως   μπορούν   να   αποφύγουν   τη   διαφθορά   αλλά και να γίνουν μέτοχοι ή κοινωνοί της Θείας φύσεως, μια ιδέα  που αναπτύσσεται   στην   Αρχαία   Εκκλησία   και   στην  Ανατολική   Ορθόδοξη σκέψη,    θέτοντας    έτσι   το   θεμέλιο   για   το   δόγμα   της    θεώσεως.

Το  κήρυγμα  του  Πέτρου  περιορίστηκε  κυρίως  στους   Ιουδαίους   και  μάλιστα στην  Παλαιστίνη.   Κήρυξε στην Αντιόχεια της Συρίας (Γαλ. 2,11-21), και στους Ιουδαίους της διασποράς (Α' Πέτρου 1,1). Ο Ευσέβιος Καισαρείας (Εκκλ. Ιστορία, 3,1. 4,2) αναφέρει ότι ο  Πέτρος  έκανε   περιοδείες   και   κήρυξε το   Ευαγγέλιο   στον   Πόντο,   τη   Γαλατία,   τη   Βιθυνία,    την   Καππαδοκία   και  την Ασία.

Αρχαία όμως παράδοση της Εκκλησίας μας λέει ότι η Ρώμη ήταν  ο τελευταίος τόπος της ιεραποστολικής δράσεως του   κορυφαίου    Αποστόλου. Εκεί κατά το διωγμό του Νέρωνα συνέλαβαν τον Πέτρο και  τον   θανάτωσαν με   μαρτυρικό  τρόπο   στις  13   Οκτωβρίου   64   μ.Χ.  στο   Ιπποδρόμιο   της   Ρώμης.   Ο Ωριγένης  λέει ότι ο  Πέτρος θεωρώντας ανάξιο τον εαυτό του   να   σταυρωθεί κατά τον ίδιο τρόπο που σταυρώθηκε ο Διδάσκαλός του, ζήτησε να σταυρωθεί ανάποδα, δηλαδή με το κεφάλι προς τα κάτω. Έτσι   με   σταυρικό θάνατο τέλειωσε η αποστολική ζωή του Πέτρου, μια ζωή που τη χαρακτήριζε   ολόθερμη   αγάπη   και    αφοσίωση   στον   Κύριο.

Η   Εκκλησία  μας  τιμάει και τους δυο   μαζί   κορυφαίους   αποστόλους,   Πέτρο και   Παύλο,   στις   29   Ιουνίου.

Έρευνες   που   έχουν   γίνει   στις   κατακόμβες   της   Ρώμης   πιστεύεται   ότι   έχουν ανακαλύψει   τον   τάφο   του   Αποστόλου,   ο   οποίος   βρίσκεται   στις  κρύπτες κάτω   από   τη  Βασιλική   του   Αγίου   Πέτρου   στη   Ρώμη,    άν   και   υπάρχουν   και αντίθετες   απόψεις.   Επίσης   πιστεύεται   ότι   έχουν   ανακαλυφθεί   και   οι αλυσίδες   με   τις   οποίες    ήταν   δεμένος   στη   φυλακή   του   Μαμερτίνου   στη βασιλική   Σαν   Πιέτροιν   Βίνκολι.

Ο   Πέτρος   συχνά   εικονίζεται   σε   Καθολικές   και   Ορθόδοξες   εικόνες   και   έργα τέχνης να κρατάει κλειδιά. Αυτό είναι αναφορά στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου,   το   περίφημο   "Εσύ   είσαι   Πέτρος   και   πάνω   σ' αυτήν   την   Πέτρα   θα οικοδομήσω    την   Εκκλησία    μου...".

Οι   Ρωμαιοκαθολικοί   πιστεύουν    ότι   ο   Πέτρος   υπήρξε   ο  πρώτος   Πάπας,   δηλ.   Επίσκοπος   Ρώμης, υποστηρίζοντας το "Πρωτείο του Πάπα" στο υποτιθέμενο   πρωτείο   του   Πέτρου   έναντι   των   άλλων   Αποστόλων.   Αυτό   το θεμελιώνουν   από  τα   λόγια   του    Ιησού   στο   Ευαγγέλιο   του  Ματθαίου,  "Εσύ είσαι Πέτρος και πάνω σ' αυτήν την Πέτρα   θα   οικοδομήσω   την   Εκκλησία μου...".

Η   άποψη   ότι   ο   Απόστολος   Πέτρος   είναι   ο   ιδρυτής   της  Εκκλησίας   της   Ρώμης στηρίζεται κυρίως στις λεγόμενες   Ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις,   μια   συλλογή κειμένων   αγνώστου   συγγραφέα,   που  έγινε  στη  Γαλλία   κατά   τον  9ο  αιώνα  μ. Χ.. Πρόκειται για νόθα κείμενα που αποβλέπουν στην ενίσχυση της παπικής εξουσίας. Στην Καινή Διαθήκη δε   βρίσκουμε   ιστορικές   μαρτυρίες για επίσκεψη του Πέτρου  στη   Ρώμη.   Κάτι   τέτοιο   είναι   πολύ   σημαντικό   διότι ο Πέτρος  δε   φαίνεται   να   είχε   επισκεφτεί   τη   Ρώμη   μέχρι   τουλάχιστον   το   55, τη στιγμή   που  οι  ψευδοϊσιδώρειες  διατάξεις   τον   αναφέρουν   ως   επίσκοπο   για 25   περίπου   έτη   και   μέχρι   το   θάνατό   του,   δηλαδή   αρκετά   πριν  από  το  50,   ενώ και οι επιστολές του δε φαίνεται   να   απευθύνονται   προς   τους   Ρωμαίους.

Η   ιστορική   έρευνα   σήμερα    καταλήγει   πως   ο   Πέτρος   δεν   είναι   ιδρυτής   της Εκκλησίας της Ρώμης, όπου ο Χριστιανισμός δεν κηρύχτηκε από τους Αποστόλους, γιατί   κανένας δεν φαίνεται να πήγε στη Ρώμη για   να   κηρύξει το Ευαγγέλιο. Στη Ρώμη ο Χριστιανισμός κηρύχτηκε από άγνωστους Χριστιανούς, οι   οποίοι   προφανώς   άκουσαν   τον   Πέτρο   στα   Ιεροσόλυμα   την ημέρα της Πεντηκοστής και κάποιους ακόμα που είχαν διδαχθεί  το Χριστιανισμό   από   τον   Παύλο   στις   διάφορες   πόλεις,   όπου   κήρυξε.   Επίσης,   ο Απόστολος Πέτρος δεν υπήρξε ο πρώτος Πάπας της Ρώμης, αφού   σύμφωνα με   τους   διασωθέντες   επισκοπικούς   καταλόγους,   αλλά   και   τις   ιστορικές μαρτυρίες εκκλησιαστικών συγγραφέων, ως πρώτος Επίσκοπος   της   Ρώμης ουδέποτε αναφέρεται ο Πέτρος, αλλά ο Λίνος, άλλοτε δε, αν και εσφαλμένως   υπό   του   Τερτυλλιανού,   ο  Κλήμεντας  Ρώμης.

 

Saint Peter the Apostle

 

 

 

 

Peter was the son of Jonah (Barony) and brother of the Apostle Andrew (John 1,43: 21,15-17). He himself is referred to as Simon (Matt. 10: 2; Mark 3:16), Symeon (Acts 15:14). But when Jesus called him, he named him Cephas (Cephas in Aramaic and Peter in Greek) meaning Peter, meaning to emphasize the stability of his character (John 1,43).

He was a Jew and came from Bethsaida of Galilee (John 1:45). Together with his brother they practiced as a fisherman at Lake Gennesaret (Matt. 4:18).

Peter was married (Matt. 8:14; Mark 1.30; Luke 4:38). He lived in Capernaum, where his wife was from, and settled there after his marriage (Matt. 5:14; Mark 1:21). His wife does not mention anything in the New Testament, and it is known that Peter was married because Christ healed his mother-in-law (Matt. 8: 14-15; Luke 4: 38-39). His wife followed him on his tours and supported him in his work (1 Cor. 9: 5).

Peter spoke Greek as he came from the "Galileans of the nations" and Aramaic, which was his native language with heavy accent (Matt. 26.73; Mark 14.70). He was a faithful observer of religious customs (Acts 10:14), though he was not well versed in the Law (Acts 4:13).

Peter was one of the first to follow the Lord and emerged as the most emblematic figure of the twelve disciples. His call to the apostolic office was gradually made. Peter's brother Andrew first introduced Jesus to Jesus. Jesus assured him that he would be called "Cephas", meaning "Peter" and that he would be the stone upon which to build His church (John 1: 35-43). As the Gospels tell us, shortly after Jesus arrived at the lake of Gennesaret he met the two brothers Peter and Andrew who were throwing their nets. Immediately after their call, they left the nets and their families and followed him (Mark 1.16-20).

From the first moment Peter occupied a leading position in the apostolic circle. He is always mentioned first among the disciples in the New Testament catalogs, and was, together with his brothers James and John, the closest circle of disciples to whom Christ showed particular preference.

He was dynamic and impulsive (Matt. 14:28, 16.16). He was enthusiastic, energetic and confident, constantly taking initiatives. He was distinguished for his honesty and spontaneity. His love and devotion to the Lord was exemplary. He often spoke as a spokesman for the twelve disciples (Matt. 15:15 and 18.21; Mark 8.29 and 11.21; Luke 5.5 and 12.41). He stood out for his courage and courage. We learn about his life near Jesus from the four Gospels, and his apostolic activity from the Acts of the Apostles.

He was apparently present at Cana's wedding and soon afterwards settled with Jesus and other disciples at Capernaum (John 2-11-12).

At Capernaum Jesus told his listeners that in order to have eternal life, they must eat His Body and drink His Blood. They did not understand His message, and they were offended. Asked by the Lord about His twelve disciples if they too want to leave, Peter immediately replied, "Lord, to whom shall we go? You have words of eternal life, and we believed and knew that you are the Christ, the Son of the living God."

At Jesus' exhortation, Peter walked into the sea (Matt. 14: 28-32). Also at Jesus' exhortation, he caught a fish with a coin on his belly to pay taxes to the Romans (Matt. 17: 24-27).

In Caesarea Philippi, shortly before passion, Christ asked His disciples what people thought of Him. Peter replied that he is the Messiah, the Son of the true God (Matt. 16: 13-16). Then Jesus called Peter blessed because he received the revelation not from man, but from God Himself. He told him how in this stone, that is, in the confession that Christ is the Son of God, He will build His Church.

He then asked His disciples to keep secret that this is the Messiah, and revealed to them that he would go to Jerusalem, where he would be crucified and resurrected on the third day. Peter took Jesus in particular and tried to prevent him from moving to Passion. But Jesus strictly praised him (Matt. 16:23).

Peter, along with John and James, were present at the Transfiguration of the Lord on Mount Tabor (Matt. 17: 1-8; Mark 9.2-8; Luke 9.28-36).

Shortly before Passion, John was sent with Jesus to prepare the Easter table (Luke 22: 8). On the evening of the Last Supper, when Jesus washed His disciples' feet, Peter vehemently denied (John 13:11). The same night he was in great agony to find out who Jesus' traitor was (John 13:24), and he complained that Jesus told him that wherever he went, he could not follow him. Peter promised the Lord that he was ready to sacrifice his life for Him (John 13: 36-37; Matthew 26.33; Mark 14.29). But the Lord prophetically foretold him to deny him three times.

When Jesus was praying in the garden of Gethsemane, Peter fell asleep with the other disciples (Matthew 26: 37-46; Mark 14.37), and at Jesus' arrest, Peter cut off the ear of one of his slaves. high priest. The Lord honored him by healing the servant's ear (Matthew 26.51; Mark 14.47; Luke 22.50; John 18: 10-11). Then Peter followed him to the courtyard of the high priest. Then, before dawn and before the rooster crowed three times, Peter denied him three times with an oath. Then he remembered the word of the Lord that had foretold him this fall, and in repentance he wept bitterly (Matt. 26.58 and 26.69-75. Mark 14.54; Luke 22.54-62. John 18, 15-16).

The Lord forgave Peter, and in order to restore him even to the eyes of the other disciples, he commanded the wicked women to announce separately to Peter his Resurrection. In the morning he ran with John to the tomb (John 20: 1-10).

In the same way at Lake Gennesaret, the Lord, in front of the other disciples, commanded him to preach the divine word, thus restoring it to the apostolic office.

There is not much information on the history of Peter after the Resurrection and we cannot have a diagram of his course and no fixed point for a proper date. On the day of Pentecost, Peter again took the lead in the first administrative act of the Apostles, when he suggested at a joint meeting of believers to elect Judas Iscariot's successor (Acts 1.13-26). Immediately after the graduation of the Holy Spirit, Peter rose again with the other eleven Apostles and spoke to the gathered crowd to believe and be baptized 3,000 (Acts 2: 14-41).

A few days after the graduation of the Holy Spirit, Peter and John went to the Temple to pray. It was three o'clock in the afternoon. At the door of the temple courtyard, there was someone who was born lame, that is lame, asking for alms. So when he saw the Apostles begging for help, he asked for some help. Then Peter, realizing that he was a good man, said to him, "I have no money to give you. But what I have, I give it to you. In the name of Jesus Christ of Nazareth, I stand up and walk. " It also helped him get up. The miracle was done. The loser walked without any difficulty. Full of joy and gratitude entered with them into the courtyard of the Temple and glorified God (Acts 3: 1-11).

The treatment of the village surprised the crowd that had gathered. They were all going to learn how the miracle happened. Then Peter began to explain that it was done with the power of Jesus Christ and invited them to believe in the Lord (Acts 2: 12-26).

During the Apostles' speech, the priests and the officer in charge of keeping order with the soldiers rushed against them. So did the Sadducees, who were furious when they heard the Apostles speak of the resurrection of the dead. All of them, without any order, arrested the Apostles and imprisoned them for trial the next day.

The unjust arrest of the Apostles, their preaching and even the healing of the village greatly impressed the crowd. The result was that many believed that the number of believers would reach about five thousand, except for women and children.

The next day, the members of the Grand Congress gathered. This had judicial and religious authority. In this the Apostles were presented with courage and steadfast faith in the Lord. They had decided to declare the Lord's will before the great Congress. Where the Lord himself was condemned. The Apostles were given the opportunity when they were asked about the healing of the village. Then Peter responded boldly and with the illumination of the Holy Spirit. "Lords of the people and elders of Israel, all learn that the healing of the village was done by Jesus Christ, whom you crucified. This God raised him from the dead ... "(Acts 4: 1-12).

The judges were amazed at the courage and wisdom of the Apostles. Of course they wanted to condemn them, but they did not dare because they feared the people. So they confined themselves to ordering them not to preach any more about Jesus Christ. But the Apostles responded that it is better to obey God than people. We cannot, they said, preach what we have seen and heard (Acts 4:20). Then, after finding no excuse to punish them, and after threatening the Apostles, they released them. Peter and John met with the other Apostles and told them what had happened. Together, in a warm prayer, they thanked God for his protection.

Events such as the miraculous punishment of Ananias and his wife Sapphira (Acts 5: 1-11) and the miracles he did in the Temple greatly enhanced Peter's reputation. Many were bringing the patients and laying them on beds in stretchers so that even Peter's shadow would fall on them. They were still gathering from the surrounding towns in the temple bringing sick and demonized and healed (Acts 5,15-16).

The Apostles continued their preaching and miracles, resulting in their arrest by the Sadducees and their subsequent imprisonment. At night an angel of the Lord released the Apostles, who continued to teach in the Temple (Acts 5, 17-42).

The next day their guard again drove them to the Conference. The high priest made a strict observation of their continued teaching in the Temple. Peter boldly proclaimed the Resurrection of Christ and emphasized that it is better to obey God than men (Acts 5: 29-32).

When the members of the Court heard this, they became furious and would kill the Apostles, unless one law teacher, Gamaliel, intervened, saying to the Apostles, "If what they think or what they do comes from human power, it will be dissolved by itself. But if it comes from God, you will not be able to dissolve it, not to say that you may eventually find yourself in a fight (Acts 5: 38-39). "

After these words, the Apostles, after being whipped and threatened, were released.

Peter's preaching was mainly confined to Palestine. Peter's courage and zeal moved others to do God's work. The persecution of the Christians, following Stephen's stoning, had ceased. Undaunted Christians were now progressing in piety and constantly populating. Together with John they were later sent by the Apostles to Samaria (Acts 8:14), where Christians pre-existed and preached the word of God in many of its villages (Acts 8:25).

In Samaria Peter meets with the magician Simon (Acts 8: 14-24). Peter praised Simon for wanting to give money to the Apostles so that he too could impart the grace of the Holy Spirit. Simon regretted his energy.

Centering on Jerusalem, he often went on tours and visited nearby churches (cf. 9:32), so he and his brother James and John were considered the "pillars" of the Church (Gal. 2: 9).

Peter also went on a tour of the nearby town of Lydda, where he strengthened his faithful to the divine will. There by the power of God he healed a man named Aeneas who was eight years paralyzed. By this miracle those who lived in Lydda and Sharon believed in the Lord (Acts 9: 32-35).

In the beautiful seaside town of Joppa, today's Jaffa, there were many believers. Among them, like a fruit-bearing tree full of fruit, the devout daughter Tavitha (or Dorcada) was distinguished for her good works. One day, Tabitha became seriously ill and, despite the care of the faithful, died. Then all hope turned to Peter, who was in the neighboring town of Lydda.

So, without delay, two men were sent to Lydda, who begged him and came to Joppa. Peter was very moved when he saw the orphans and widows begging him for Tavitha. They even showed the dresses that she had prepared for them. Then Peter, in order to avoid any demonstration, demanded that everyone go out of the dead room. And after kneeling, he prayed fervently to the Lord. At one point he stopped his prayer and chanted "Tabitha go up" (Acts 9: 36-41). The miracle that all of them were waiting for was done. Their joy was indescribable. The miracle spread like lightning and many Jews and nationals believed in the Lord.

In Joppa, Peter stayed for several days (Acts 9:43) and then by divine command marched to the coastal city of Caesarea. There was the seat of the Roman governor of Palestine. That is why he camped there with great military force. Among them was the centurion Cornelius for his piety and good works. Although he was national, he believed in the true God, heeded the poor and begged God to enlighten him. The good example of Cornelius had brought his whole family to the true God.

One day, about three in the afternoon, while Cornelius was praying, he saw an angel of the Lord say to him: "Cornelius your prayers and your alms have reached the throne of God, and God has not forgotten you. So he sent men to Joppa and called Simon here, named Peter. He is housed in the house of Simon, a leather worker who lives near the sea. " Then the angel disappeared. He had done his work.

Cornelius, now full of joy and gratitude to the Lord for the honor we gave him, immediately applied the divine command. He sent two of his servants to Joppa with a pious soldier, and invited Peter to come to Caesarea.

While Peter was staying at Simon's house, he saw a vision. It was noon and he was at the top of the house praying. Suddenly he saw it coming down from the sky, something like a sheet. It hung from the four edges and contained within it all the animals of the earth, beasts, reptiles and birds. Many of the Jews did not eat it as unclean. They symbolized the idolaters they should have avoided in order to avoid being led astray by sin. At the same time Peter heard a voice say to him, "Get out of them, Peter, slaughter and eat." But Peter answered. "Never, Lord, will I eat an unclean animal, as I have not eaten so far." But again the same voice insisted: "What God has purified, do not think it contaminated." After repeating three times, the animal bedding disappeared into the sky. Peter was amazed at what this strange vision meant. Did God want to teach him some great truth with this?

 

Then the people of Cornelius arrived and showed Peter the purpose of their journey. The Holy Spirit enlightened him to understand what the vision meant and to follow them. So the next day they left for Caesarea. Peter the Worshipful Cornelius was there waiting for Peter with his relatives and closest friends. Cornelius received Peter with great respect and revealed to him what he had heard from the Angel. Then Peter told them that although he was a Jew, he would come to these idolaters because it was God's will. Then he spoke kindly and lovingly to them about the Lord and the way of salvation. This great lesson of Peter's work had amazing results. While Peter was speaking the Holy Spirit descended upon all who heard the word of God. We even made them able to speak foreign languages ​​and glorify God. Everyone was amazed. They now clearly saw that God also called the idolaters to redemption and salvation. Then Peter baptized them in the name of the Lord. He was one of the first nationals to receive his holy Baptism (Acts 10: 1-48).

All of them, especially Cornelius, gladly welcomed Peter and stayed with them for a few more days. He then left for Jerusalem, where he revealed to the "Judean Christians" there that it was God's will for the new faith to be extended to the nations. All of them were pleased and glorified God (Acts 11: 1-17).

King of the Jews from 41 to 44 AD it was Herod the Agrippa, grandson of Herod who slaughtered the infants at the Lord's Birth. So in order to alleviate the Jews' dislike for him because he ruled them tyrannically, we persecuted the Christians. He even ordered it in 44 AD. James the Apostle, John's brother, was beheaded. He first offered his life for the faith of Christ by the Apostles. Herod saw that this act pleased many Jews and decided to continue the executions. So in the days of Easter, he arrested Peter the apostle and locked him in prison with strict bonds. Day and night sixteen soldiers guarded him "every four". He wanted to execute him after Easter. Peter trusted himself in the protection of God. But Christians also prayed fervently to the Lord to save him. By the time he arrived on the last night before the execution of the Apostle (Acts 12: 1-5).

Many Christians on that critical night gathered at the home of Mary, the mother of Evangelist Mark. They prayed overnight for Peter's salvation. And here's the answer to their warm prayers. An angel of the Lord appeared at the scroll, woke Peter up and told him to get ready. At the same time miraculously the chains fell from Peter's hands. The prison doors opened and the angel passed with Peter, in front of the guards, without them being informed. After being removed from prison, Angel disappeared. There was no danger anymore. Then Peter recovered from his surprise and realized how he had been saved (Acts 12: 6-11).

He quickly came home, praying for the faithful (Acts 12: 1-17). As they saw him, all of them were pleased and thanked God. They were thus taught, once again, that God hears the prayers of the believers and gives them his protection. Peter immediately left for another place, to avoid Herod's murderous fury, but also to preach the Gospel elsewhere (Acts 12:17).

After Herod's death, Peter returned to Jerusalem. In 49 AD Peter participates in the Apostolic Synod, where he plays an important role along with Paul, brother James and Barnabas (Acts 15: 14-21; Gal. 2,7-8). He strongly advocated the freedom of national Christians in relation to circumcision and the Mosaic Law, arguing that non-Christian Christians were not obliged to comply with them because the nationals, like the Jews, were saved only by faith in Christ. (Acts 15.1-29).

He later met with Paul in Antioch, who observed him because he made concessions to the Judaizers at the expense of Native Christians (Gal. 2: 11-21).

The Apostle Peter wrote two Catholic Letters that are not large in scope but are rich in theological and philosophical ideas. They were named Catholics because they appeal to all Christians.

Peter's first letter (64 AD) mainly refers to purification and obedience. The letter emphasizes that it is not the beginning of faith or faith in general that results in salvation, but the "end of faith" that attains salvation. There is also talk of the war waged between man and his fleshly desires.

The second letter of Peter (67 AD) is also described as "counterintuitive" because it gives a well-established answer to the challengers of good faith. It also has an "apologetic" disposition, since it develops the faith of the Christian community by using arguments that respond both to the Jewish and wider Christian tradition and to the secretariat.

The central theme of the second letter is eschatology, which is developed in the letter because of the appearance in the community of Christians who questioned the coming of the Lord, the providence of God for the world, and the dependence of the world on the creator God.

It is also emphasized that corruption within the world exists because of bad desires. But people can avoid corruption but also become shareholders or associates of the divine nature, an idea that is being developed in the Ancient Church and Eastern Orthodox thinking, thus laying the foundation for the doctrine of the deity.

Peter's preaching was confined mainly to the Jews and, indeed, to Palestine. He preached in Antioch of Syria (Gal. 2: 11-21), and in the Jews of the Diaspora (1 Peter 1: 1). Eusebius of Caesarea (Ecclesiastes 3,1, 4,2) reports that Peter toured and preached the Gospel in Pontus, Galatia, Bithynia, Cappadocia and Asia.

However, ancient Church tradition tells us that Rome was the last place of apostolic action. There, during the persecution of Nero, Peter was arrested and martyred on October 13, 64 AD. at the Rome Carousel. Origen says that Peter, considering himself worthy to be crucified in the same way as his Teacher, was asked to be crucified upside down, with his head down. Thus ended with the crucifixion death of Peter's apostolic life, a life characterized by his wholehearted love and devotion to the Lord.

Our Church honors both of the leading apostles together, Peter and Paul, on June 29th.

Investigations into the catacombs of Rome are believed to have discovered the tomb of the Apostle, who sits in the crypts beneath the Basilica of St. Peter in Rome, though there are conflicting views. It is also believed that the chains with which he was tied to Mamertino's prison in the Basilica of San Pietro Vincolci have also been discovered.

Peter is often depicted in Catholic and Orthodox icons and artwork holding keys. This is a reference to the Gospel of Matthew, the famous "You are Peter, and on this Stone I will build my Church ...".

Roman Catholics believe that Peter was the first Pope, that is, Bishop of Rome, supporting the "Pope's Priory" at Peter's supposed primacy over the other Apostles. They base this on Jesus' words in the Gospel of Matthew, "You are Peter, and on this Peter I will build my Church ...".

The view that the Apostle Peter is the founder of the Church of Rome is mainly based on the so-called pseudo-Jesuit provisions, a collection of texts by an unknown author, made in France during the 9th century AD. . In the New Testament we find no historical evidence of Peter's visit to Rome. This is very important because Peter does not appear to have visited Rome until at least 55, when the pseudoscience provisions refer to him as a bishop for about 25 years and until his death, that is, well before 50, and His letters do not appear to be directed to the Romans.

Historical research today concludes that Peter is not the founder of the Church of Rome, where Christianity was not preached by the Apostles, because no one seems to have gone to Rome to preach the Gospel. In Rome Christianity was preached by unknown Christians, who apparently heard Peter in Jerusalem on Pentecost, and others still who had been taught Christianity by Paul in the various cities where he preached. Also, the Apostle Peter was not the first Pope of Rome, since according to the saved bishops' lists as well as the historical testimonies of ecclesiastical writers, Peter is never mentioned as the first Bishop of Rome, but Linus, sometimes under you, though of Tertullian, Clement of Rome.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου