Είχαν περάσει περίπου δέκα χρόνια
από τότε που ο Σαού λ τελείωσε
τις σπουδές του κι αποχαιρέτησε
τον αγαπημένο του διδάσκαλο
Γαμαλιήλ. Στο διάστημα
αυτό δε γνωρίζουμε, που ακριβώς
βρισκόταν.
Κατά τη διάρκεια της δημόσιας
δράσης του Ιησού Χριστού (το 30-33 μ.Χ ο "νεανίας" Παύλος
(Πράξ. 7,58) βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα,
όπου είχε συνάψει στενές σχέσεις με την ανωτάτη θρησκευτική ηγεσία και μάλιστα με τον ίδιο τον αρχιερέα
του Μεγάλου Ιουδαϊκού Συνεδρίου (Πράξ. 9,1), λαμβάνοντας ενεργό ρόλο στο
διωγμό εναντίον των Ιουδαίων Χριστιανών.
Τόσο η φαρισαϊκή ευσέβειά του όσο και ο ζήλος για την
τήρηση
του Μωσαϊκού Νόμου
διαμόρφωσαν τη συμπεριφορά
και τη στάση του έτσι ώστε να καταστεί
ένας από τους πιο σκληρούς και φανατικούς
διώκτες των οπαδών
του Χριστού. Έλαβε μέρος στο λιθοβολισμό του Στεφάνου, φυλάσσοντας στα πόδια του τα ιμάτια που άφησαν οι λιθοβολήσαντες
Ιουδαίοι.
Ύστερα από αυτή την εμπειρία ο Παύλος
καταδίωκε με μίσος τους
Χριστιανούς με κάθε τρόπο.
Στη διάθεση του είχε όσα
ζητούσε από
τους άρχοντες των Ιουδαίων.
Γι’ αυτό το σκοπό χρησιμοποιούσε πολλά και σκληρά μέτρα προκειμένου
να πετύχει
τον αφανισμό των Χριστιανών.
Ρήμαζε τις εκκλησίες,
έμπαινε με τη
βία
στα σπίτια, έσερνε έξω άνδρες και γυναίκες, τους συλλάμβανε και τους έριχνε στη φυλακή, τους βασάνιζε. Είχε γίνει ο φόβος
και ο τρόμος
των Χριστιανών.
Τον μετά μανίας διωγμό
των Χριστιανών από τον Παύλο ομολογεί ο ίδιος
(Γαλ. 1,13. Α' Κορ.
15,9. Φιλιπ. 3,5), ενώ το επιβεβαιώνει
και ο Λουκάς στις Πράξεις (8,3. 9,1-2. 26,9-11).
Το μίσος του Παύλου εναντίον
των ομοεθνών του χριστιανών πήγαζε, από τον υπέρμετρο φανατισμό και ζήλο
του υπέρ της ιουδαϊκής θρησκείας
(Φιλιπ. 3,5-6. Πράξ. 26,4,
Γαλ. 1,13), αλλά και από
την αγάπη του προς
το ιουδαϊκό έθνος,
το οποίο είχε επιλεγεί
από τον Θεό να επιτελέσει σπουδαίο έργο στην
ιστορία (Ρωμ.
κεφ. 9-11). Επιπλέον, σημαντικό
ρόλο έπαιξε και το γεγονός ότι ο Ιησούς
είχε καταδικασθεί
σε σταυρικό θάνατο ως σφετεριστής
του μεσσιανικού αξιώματος,
ενώ κατέλυσε διάφορες διατάξεις του μωσαϊκού
νόμου και προέβλεψε την καταστροφή
του ναού.
Ο Απόστολος Παύλος γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας μεταξύ του 5 και 15 μ.Χ.
από ευσεβείς Ιουδαίους γονείς. Ο Παύλος καταγόταν από τη φυλή
Βενιαμίν κι άνηκε
στην τάξη των Φαρισαίων
(Ρωμ. 16,1 και Φιλιππ.
3,5). Ο πατέρας του ήταν Ρωμαίος πολίτης και προερχόταν από τα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας
της Κιλικίας.
Από τον πατέρα
του κληρονόμησε ο Παύλος και την
ιδιότητα του Ρωμαίου
πολίτη. Αυτό το
χαρακτηριστικό έδινε σημαντικά προνόμια στον Παύλο.
Το εβραϊκό του όνομα
ήταν
Σαούλ. Κατά τη
γνωστή τότε συνήθεια
των Ιουδαίων της διασποράς
να φέρουν εκτός από το ιουδαϊκό όνομα και
ένα ομόηχο ελληνικό ή ρωμαϊκό λεγόταν
και Σαύλος και αργότερα ονομάστηκε Παύλος.
Εκτός από την Καινή Διαθήκη,
δεν υπάρχουν άλλες αξιόπιστες πηγές για τον βίο του
Παύλου. Μέσα από διάφορα χωρία, είναι δυνατόν να εξάγουμε συμπέρασμα για το περίγραμμα του
βίου του Αποστόλου Παύλου πριν από τη
μεταστροφή του στον Χριστιανισμό.
Στην Ταρσό όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια, οι γονείς του φρόντισαν
να αποκτήσει την καλύτερη και αρτιότερη ελληνική και ιουδαϊκή μόρφωση. Ο Παύλος δεν αρκέσθηκε στην μόρφωση που απέκτησε
στη γενέτειρά του και πήγε
στα
Ιεροσόλυμα, όπου έμενε και η αδερφή του, για να τη συμπληρώσει με την εκπαίδευσή
του στο Μωσαϊκό Νόμο. Έγινε μαθητής του σοφού νομοδιδάσκαλου
Γαμαλιήλ και από αυτόν διδάχθηκε, όσο λίγοι, την ιουδαϊκή νομικο-θεολογική σκέψη του ραβινισμού.
Το ύφος του, η θεολογική του μέθοδος και η χρήση της Γραφής παρουσιάζουν τον Παύλο
ως αυστηρό αλλά και
αγνό,
ραββίνο, γνώστη όλων των επίμαχων ζητημάτων του
ιουδαϊκού Νόμου και ικανό χειριστή της ραββινικής
διαλεκτικής. Ο ίδιος ομολογεί
αργότερα ότι υπήρξε
πολύ επιμελής και μάλιστα υπέρμαχος ζηλωτής των πατρικών παραδόσεων και διέπρεπε
μεταξύ των συνομηλίκων του (Γαλ.
1,14 και Πράξ.
26,4).
Διακρινόταν για το μεγάλο ζήλο στο
έργο του, την
ανησυχία και τη
δυναμικότητά του, την
ευρύτητα του πνεύματος
και την αντικειμενική του κρίση. Η ιουδαϊκή του καταγωγή, η ελληνική παιδεία
και η ιδιότητα
του Ρωμαίου πολίτη τον
καθιστούσαν ως τον πιο κατάλληλο για να μεταφέρει το χριστιανικό μήνυμα στον κόσμο της εποχής του.
Εκτός από τη μόρφωση
που έλαβε,
ο
Σαούλ έμαθε και την τέχνη του σκηνοποιού ώστε να εξασφαλίζει τα προς το ζην με ένα χειρωνακτικό επάγγελμα όπως και οι περισσότεροι ραββίνοι. Θα μπορούσε, δηλαδή, να φτιάχνει σκηνές από μάλλινα υφάσματα ή
δέρματα. Έτσι θα είχε τα αναγκαία για τη ζωή του,
δίχως να επιβαρύνει
κανένα και χωρίς να επιβαρύνει οικονομικά
τις κατά τόπους εκκλησίες.
Ο Παύλος έπασχε
από κάποια
ασθένεια, η οποία
πρέπει να ήταν
μάλλον επώδυνη (Β' Κορ. 12,8), χωρίς ωστόσο να είναι δυνατό να
εξακριβωθεί ακριβώς ποιο ήταν το σωματικό του πρόβλημα
και μόνο υποθέσεις
μπορούν να γίνουν γι’ αυτό.
Για το γεγονός της μεταστροφής του Παύλου προς το Χριστιανισμό, εκτός
από τις αναφορές στις επιστολές (Γαλάτ. 1,13. Α' Κορ. 15,8. Φιλιππ. 3,12. Εφεσ. 3,3), υπάρχουν και τρεις
παράλληλες διηγήσεις στις Πράξεις (9,1-29. 22,3-21. 26,9-21).
Σύμφωνα με τις
παραπάνω μαρτυρίες
που έχουν πηγή τον
ίδιο
τον Παύλο, έγινε χριστιανός από τον
ίδιο τον Ιησού Χριστό ο οποίος τον κάλεσε
στο ευαγγελικό
έργο και στο αποστολικό αξίωμα.
Ο ίδιος ομολογεί (Γαλ. 1,15) ότι, ο
Θεός τον προόριζε
για απόστολο του Ευαγγελίου πριν ακόμη γεννηθεί, και μετέτρεψε το ζήλο του
για
τον Νόμο, σε ζήλο για
τη διάδοση του Ευαγγελίου.
"ότε δε ευδόκησεν
ο Θεός, ο αφορίσας με εκ κοιλίας μητρός μου και καλέσας δια της
χάριτος
αυτού, αποκαλύψαι τον υιόν
αυτού εν έμοί
ίνα εύαγγελίζωμαι αυτόν εν τοις έθνεσιν" (Γαλ. 1,15-16).
Πολλοί Χριστιανοί είχαν απομακρυνθεί από τα Ιεροσόλυμα
εξαιτίας του
διωγμού. Αρκετοί κατέφυγαν στη Δαμασκό, όπου προσέλκυαν και άλλους στη χριστιανική πίστη. Αυτό εξόργισε
τον Παύλο, ο οποίος δεν αρκέσθηκε μόνο στο διωγμό
των Χριστιανών
της Ιουδαίας, αλλά ζήτησε την άδεια
και την βοήθεια του αρχιερέα,
για
να μεταβεί στη Δαμασκό
με σκοπό να συλλάβει και τους
εκεί μεταστραφέντες Ιουδαίους και να
τους οδηγήσει δεμένους στην Ιερουσαλήμ ώστε να
δικασθούν και να τιμωρηθούν (Πράξ.
9,1-2). Για να πετύχει το σκοπό
του, πήρε από τον
αρχιερέα συστατικά γράμματα για τις συναγωγές της Δαμασκού.
Το 36 μ.Χ. περίπου,
καθώς πήγαινε προς τη
Δαμασκό επικεφαλής μιας καλά οπλισμένης ομάδας, ξαφνικά
λίγο προτού να φτάσει στην πόλη, τον περιέβαλε ένα παράδοξο
κι εκτυφλωτικό φως, το οποίο τον
έριξε
από το άλογο
και τον τύφλωσε.
Τότε άκουσε από τον
ουρανό
μια φωνή να τον αποκαλεί με το εβραϊκό
του όνομα και του
είπε: «Σαούλ, Σαούλ
γιατί με καταδιώκεις;». Ο Παύλος
έπεσε κάτω από
τον φόβο του
και
ρώτησε «Ποιος
είσαι Κύριε;» Και ο Κύριος
απάντησε: «Εγώ είμαι ο Ιησούς,
αυτός τον όποιο εσύ καταδιώκεις. Αλλά σήκω επάνω, πήγαινε στην πόλη κι εκεί θα σου φανερωθεί, τι πρέπει να κάνεις»
(Πράξεις 9,1-18).
Όλα όσα έκανε ο Παύλος εναντίον των Χριστιανών, στρέφονταν εναντίον του Χριστού!
Όσα συμβαίνουν στους πιστούς,
θα πει αργότερα και ο
Μέγας Βασίλειος, ο Κύριος τα δέχεται
ότι
συμβαίνουν στον ίδιο τον
εαυτό Του.
Ο Παύλος μετάνιωσε
ειλικρινά για όλα αυτά. Προσπάθησε
να
σηκωθεί ζητώντας να τον βοηθήσουν,
γιατί είχε χάσει
το φως του.
Οι
συνοδοί του έκπληκτοι τον οδήγησαν στη Δαμασκό και
τον άφησαν στο σπίτι κάποιου Ιούδα, στην Ευθεία
οδό. Τρεις ημέρες έμεινε
ο Παύλος χωρίς να φάει
και να πιεί κάτι. Βυθισμένος στο σκοτάδι, γιατί
δεν έβλεπε ακόμη, προσευχόταν στον Κύριο και ζητούσε συγγνώμη για την προηγούμενη
διαγωγή του. Ο Θεός
της
αγάπης τον είχε
πια
συγχωρήσει.
Στη Δαμασκό ζούσε ένας ευλαβής
Χριστιανός, ο Ανανίας. Γι’ αυτόν λέει η
αρχαία παράδοση, πώς ήταν
ένας
από τους εβδομήκοντα μαθητές του Κυρίου και πως είχε καταφύγει στη Δαμασκό,
όταν άρχισε ο
διωγμός από τον Παύλο.
Σ' αυτόν λοιπόν
παρουσιάστηκε ο Κύριος
μέσα σε όραμα και
του είπε: «Ανανία
πήγαινε στο σπίτι
του
Ιούδα στην Ευθεία οδό, να βρεις το Σαύλο
από την
Ταρσό πού προσεύχεται».
Κι αυτός, που δεν ήξερε όσα είχαν γίνει,
απάντησε με σεβασμό: «Κύριε γι’ αυτόν τον άνθρωπο
έχω ακούσει
όσα φοβερά έκαμε εναντίον
των αγίων οπαδών
Σου στην Ιερουσαλήμ».
Αλλά ο Κύριος τον καθησύχασε
και του είπε: «Πήγαινε χωρίς φόβο,
γιατί αυτός πια είναι ο εκλεκτός μου. Αυτός θα κηρύξει
τ' όνομά μου σ' όλο
τον κόσμο».
Ο Ανανίας με θάρρος πια πήγε και βρήκε τον
Παύλο να προσεύχεται.
Με καλοσύνη κι αγάπη έβαλε τα χέρια του πάνω στο
κεφάλι του Παύλου και του είπε: «Σαούλ, αδελφέ μου, ο Κύριος που σου παρουσιάστηκε στο δρόμο,
με έστειλε για ν’
αποκτήσεις το φως σου και να γεμίσεις με Άγιο Πνεύμα».
Τότε με άλλο θαύμα έπεσαν
από τα μάτια
του
Παύλου κάτι σαν λέπια και
ήρθε το
φως του.
Αφού σηκώθηκε δέχτηκε το Άγιο Βάπτισμα
και έφαγε κάτι για να
βρει τις σωματικές του δυνάμεις.
Μα πιο πολύ απόκτησε
το φωτισμό του Θεού και τη Χάρη
του Αγίου Πνεύματος, για ν'
αναδειχτεί αργότερα ο μεγάλος
Απόστολος της Οικουμένης. Ο Παύλος από τρομερός διώκτης του Χριστιανισμού έγινε
τώρα ο θερμότερος
και ο μεγαλύτερος κήρυκας του Ευαγγελίου,
θυσιάζοντας μάλιστα και την ζωή του γι’
αυτό.
Μετά τη μεταστροφή του, τη βάπτιση
και την κατήχησή
του από τον
Ανανία στη Δαμασκό, ο Παύλος πήγαινε στις συναγωγές
και κήρυττε πλέον φανερά ότι ο Ιησούς είναι ο Υϊός του Θεού (Πράξ. 9,20). Αυτό βέβαια προκάλεσε την έντονη
αντίδραση των Ιουδαίων της Δαμασκού,
οι οποίοι αποφάσισαν να τον
θανατώσουν.
Οι Χριστιανοί όμως φυγάδευσαν τον Παύλο
στην έρημο της
Αραβίας, στο
βασίλειο των Ναβαταίων, νότια της
Δαμασκού, πιθανώς δια λόγους ασφαλείας (Γαλ. 1,17). Όπως ο Κύριος
που έμεινε
σαράντα μέρες στην έρημο, έτσι και ο Παύλος έμεινε μόνος του, όπου
είχε
αρκετό καιρό για να συγκεντρωθεί και να προσευχηθεί. Αργότερα επέστρεψε στη Δαμασκό, όπου
άσκησε το αποστολικό του έργο για
τρία χρόνια.
Η μεταστροφή του προκάλεσε
μεγάλη
έκπληξη μεταξύ
των Ιουδαίων και των Χριστιανών. Σύμφωνα με τις Πράξεις, η εχθρότητα των Ιουδαίων τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την πόλη (Πράξ.
9,23-25), αν και στην περίπτωση αυτή, στη δίωξή
του έλαβε ενεργά μέρος και ο εθνάρχης Αρέτας (ή Αρέθας), βασιλιάς των Ναβαταίων (Β' Κόρ. 11,32-33).
Γι’ αυτό οι πιστοί
φυγάδεψαν τον Παύλο.
Μια νύχτα τον κατέβασαν από τα τείχη μέσα σ'
ένα μεγάλο καλάθι.
Κατόπιν πήγε στα Ιεροσόλυμα.
Παρ’ ότι προσπαθούσε να έρθει σε επαφή με τους άλλους αποστόλους, εκείνοι, όπως και οι
άλλοι Χριστιανοί, ήταν ακόμη
επιφυλακτικοί απέναντι του. Οι Πράξεις μας πληροφορούν ότι ο
Βαρνάβας τον παρουσίασε στους Αποστόλους και στους άλλους
Χριστιανούς, ο οποίος τους έκανε
γνωστή
τη μεταστροφή του και έτσι έγινε δεκτός από τους χριστιανικούς
κύκλους της Ιερουσαλήμ. Όλοι τους
χάρηκαν για τη θαυμαστή αυτή αλλαγή του Παύλου
και δόξασαν τον Κύριο.
Στην Ιερουσαλήμ
ο
Παύλος ήρθε σε επαφή με τον Πέτρο (Γαλ.
1,18). Εκεί συνάντησε και τον Ιάκωβο τον
αδελφό του Κυρίου.
Ο νέος Απόστολος
με θάρρος και δύναμη άρχισε να κηρύττει το Ευαγγέλιο
στην Ιερουσαλήμ.
Το κήρυγμα του Παύλου στα Ιεροσόλυμα εξαγρίωσε πολλούς φανατικούς Εβραίους, που αποφάσισαν
να τον θανατώσουν. Αλλά οι Χριστιανοί των
Ιεροσολύμων, χωρίς να πάρουν είδηση οι εχθροί του Παύλου, τον φυγάδεψαν μέσω της Καισάρειας στην πατρίδα
του την Ταρσό. Έτσι
ο Παύλος βρέθηκε ξανά στην Ταρσό,
όπου πέρασε μερικά ήσυχα χρόνια (Πράξ. 9,26-30). Στο διάστημα
αυτό προσευχόταν
με θέρμη στον Κύριο και κατάστρωνε τα Ιεραποστολικά του σχέδια.
Περίμενε όμως να τον καλέσει ο Κύριος, για να μεταφέρει
το
Ευαγγελικό μήνυμα σ' έναν κόσμο, πού δεν είχε
ακόμη γνωρίσει το Χριστό.
Ύστερα από την Ιερουσαλήμ,
η Αντιόχεια
ήταν η άλλη μεγάλη πόλη,
όπου διαδόθηκε το Ευαγγέλιο. Η Αντιόχεια είχε πλατιούς δρόμους και στολιζόταν
με ωραίους κήπους κι άλλα έργα πολιτισμού. Εκεί Χριστιανοί
από την Κύπρο και την Κυρήνη της Τυνησίας κήρυξαν αρχικά το Χριστιανισμό. Με τη δύναμη του Θεού πολλοί
πίστευαν στον Κύριο,
ιδίως ελληνιστές Ιουδαίοι. Έτσι
λέγονταν όσοι Ιουδαίοι μιλούσαν την ελληνική γλώσσα.
Τα ευχάριστα αυτά νέα έκαμαν τους Αποστόλους,
να
στείλουν εκεί από τα Ιεροσόλυμα
το Βαρνάβα, για να ενισχύσει
τους νέους πιστούς.
Ο Βαρνάβας, ως αγαθός άνθρωπος που ήταν, προσέλκυε πολλούς στον Κύριο.
Με το φωτισμό του Θεού μάλιστα
αποφάσισε να καλέσει
κοντά του και τον Παύλο, σαν τον πιο κατάλληλο γι’
αυτή τη δουλειά. Χωρίς καθυστέρηση λοιπόν πήγε στην Ταρσό, όπου οι δύο παλιοί
φίλοι συναντήθηκαν και πάλι. Ο Παύλος με ξεχωριστή χαρά δέχτηκε την πρόσκληση
του Βαρνάβα, να έρθει στην
Αντιόχεια. Εκεί για ένα χρόνο δίδαξαν
μαζί το Ευαγγέλιο με θαυμαστά
αποτελέσματα (Πράξ.
11,19-26).
Οι Πράξεις (Πράξ. 11,30 και
12,25) μνημονεύουν
ένα ταξίδι
του Παύλου και του Βαρνάβα στα Ιεροσόλυμα
προκειμένου να φέρουν
βοήθεια από την
Εκκλησία της Αντιόχειας
προς
τους Χριστιανούς
της Ιουδαίας, κατά την περίοδο του λιμού που είχε
γίνει τα χρόνια του αυτοκράτορα Κλαυδίου.
Στην Αντιόχεια η νεαρή Εκκλησία
προόδευε συνεχώς. Οι πιστοί
μέχρι τότε λέγονταν
μεταξύ τους αδερφοί, μαθητές, άγιοι κ.λπ. Από
τους
άλλους όμως ονομάζονταν Ναζωραίοι.
Εκεί στην Αντιόχεια ονομάστηκαν για
πρώτη φορά «Χριστιανοί», στην αρχή από
τον
απλό λαό και ύστερα από τις επίσημες Αρχές της πόλεως.
Πράγματι δεν υπήρχε πιο χαρακτηριστικό όνομα για τους
πιστούς. Τ' όνομα τούτο μοιάζει
με την επιγραφή που έβαλε ο Πιλάτος πάνω στο
Σταυρό γραμμένη στα Εβραϊκά, Ελληνικά και Ρωμαϊκά. Έτσι και τ'
όνομα «Χριστιανός» ενώ είναι Εβραϊκό,
έχει Ελληνική ρίζα και Ρωμαϊκή κατάληξη. Μ’ αυτόν τον τρόπο φανερωνόταν η
παγκόσμια έκταση, που θα έπαιρνε
ο Χριστιανισμός.
Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Κανόνας
πίστεως.
Εθνών
σε κήρυκα και φωστήρα
τρισμέγιστον, Αθηναίων
διδάσκαλον, Οικουμένης αγλάϊσμα, ευφροσύνως γεραίρομεν· τους αγώνας τιμώμεν
και τας βασάνους
δια Χριστόν,
το σεπτόν
σου μαρτύριον.
Άγιε Παύλε Απόστολε, πρέσβευε Χριστώ τω
Θεώ σωθήναι τας
ψυχάς ημών.
Έτερον Απολυτίκιον.
Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Εκλογής
Χριστού σκεύος
και Απόστολος
μέγιστος, και σαγηνευτής
εθνών θείος, εν
τω λόγω της
χάριτος, εδείχθης ως πλήρης
ως φωτός, Απόστολε Παύλε αληθώς· τον γαρ άγνωστον
κηρύττεις ημίν Θεόν, τοις
πόθω ανακράζουσι· δόξα τω δεδωκότι σοι
ισχύν, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω
χορηγούντι δια σου, πάσι τα κρείττονα.
Έτερον μετά του Αποστόλου
Πέτρου. Ήχος δ’.
Οι των Αποστόλων πρωτόθρονοι, και της
οικουμένης διδάσκαλοι, τω Δεσπότη των όλων
πρεσβεύσατε, ειρήνην τη οικουμένη
δωρήσασθαι, και
ταις ψυχαίς
ημών το μέγα έλεος.
Έτερον
μετά του Αποστόλου Πέτρου. Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείοι κήρυκες, της ευσεβείας, κρήνη
δίκρουνος, θεογνωσίας, και δογμάτων ουρανίων εκφάντορες, Πέτρε και Παύλε
σαφώς ανεδείχθητε, ως Αποστόλων
των θείων Πρωτόθρονοι. Αλλ’ αιτήσασθε,
σωτήριον ημίν έλλαμψιν, και λύτρωσιν παθών και μέγα έλεος.
Κοντάκιον.
Ήχος γ’. Η Παρθένος σήμερον.
Αποστόλων
πρόκριτος, και κορυφαίος
εδείχθης, προσκληθείς Απόστολε,
παρά Χριστού ουρανόθεν· ένθεν δη, την οικουμένην πάσαν διήλθες, άπαντας, καταφωτίζων
προς θείαν
πίστιν· δια τούτό σοι βοώμεν·
χαίροις ω Παύλε,
Εκκλησιών ο φωστήρ.
Έτερον μετά του Αποστόλου
Πέτρου. Ήχος β’. Αυτόμελον.
Τους
ασφαλείς, και θεοφθόγγους κήρυκας,
την κορυφήν, των
Αποστόλων Κύριε, προσελάβου
εις απόλαυσιν, των
αγαθών σου και ανάπαυσιν·
τους πόνους γαρ εκείνων και τον θάνατον,
εδέξω υπέρ πάσαν ολοκάρπωσιν,
ο
μόνος γινώσκων τα εγκάρδια.
Έτερον μετά του
Αποστόλου Πέτρου. Ήχος γ’. Η Παρθένος σήμερον.
Αποστόλων πρόκριτοι, και κορυφαίοι
οφθέντες, ουρανοί ως έμψυχοι, δόξαν Θεού
διηγούνται, Πέτρος μεν,
ο της αγάπης του Λόγου
πλήρης, Παύλος
δε, ως εκλογής Χριστού σκεύος θείον,
και αμφότεροι αιτούνται, πάσι δοθήναι
πταισμάτων άφεσιν.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Αποστόλων η καλλονή, και
εθνών ο κήρυξ, και διδάσκαλος και φωστήρ·
χαίροις Εκκλησίας, υφηγητής
απάσης, και μέγας λαμπαδούχος,
Παύλε Απόστολε.
Μεγαλυνάριον
μετά
του Αποστόλου Πέτρου.
Πέτρε θείον άρμα Χερουβικόν, ουράνιε Παύλε, όχημά τε Σεραφικόν, η πύρινος γλώσσα, του Θεανθρώπου Λόγου, πυρός
με της γεέννης, απολυτρώσασθε.
Saint Paul the Apostle
It has been about ten
years since Saul finished his studies and bid farewell to his beloved teacher
Gamaliel. At this time we do not know where exactly it was.
During the public action
of Jesus Christ (30-33 AD "youth" Paul (Acts 7.58) was in Jerusalem,
where he had close relations with the supreme religious leadership and even
with the high priest himself of the Great Judean Congress (Act 9.1), taking an
active part in the persecution of the Judean Christians.
Both his Pharisee's piety
and his zeal for observing the Mosaic Law shaped his behavior and attitude to
become one of the cruelest and most fanatical persecutors of Christ's
followers. He participated in Stephen's stoning, keeping at his feet the
garments left by the stoning Jews.
After this experience Paul
persecuted Christians in every way possible. He had at his disposal what he
asked of the Jewish lords. For this purpose he used many and harsh measures to
achieve the annihilation of Christians. He ravaged the churches, forced into
homes, dragged out men and women, arrested them and threw them into prison,
torturing them. The fear and terror of the Christians had become.
Paul himself confesses the
persecution of Christians by Paul (Gal. 1:13; 1 Cor. 15: 9; Philippians 3: 5),
and Luke confirms this in Acts (8.3. 9.1 26.9-11).
Paul's hatred of his
fellow Christians stemmed not only from his over-fanaticism and zeal for the
Jewish religion (Philippians 3,5-6; Acts 26,4, Gal. 1:13), but also from his
love to the Jewish nation, which had been chosen by God to do great work in
history (Rom. 9-11). In addition, Jesus was condemned to crucifixion as a
usurper of the Messianic office, and overturned various provisions of the
Mosaic Law and foresaw the destruction of the temple.
Apostle Paul was born in
Tarsus of Cilicia between 5 and 15 AD. from pious Jewish parents. Paul was
originally from the tribe of Benjamin and belonged to the Pharisees (Rom. 16: 1
and Philippians 3: 5). His father was a Roman citizen and came from the upper
classes of Cilicia. Paul inherited from his father the status of Roman citizen.
This feature gave Paul considerable privileges.
His Jewish name was Saul.
According to the well-known custom of the Jews of the Diaspora at that time,
besides the Jewish name, a Greek or Roman homonym was also called Saul, and
later named Paul.
Apart from the New
Testament, there are no other credible sources for Paul's life. Through various
passages, it is possible to draw a conclusion about the outline of the life of
the Apostle Paul before his conversion to Christianity.
In Tarsus, where he spent
his childhood, his parents made sure that he received the best and most
complete Greek and Jewish education. Paul did not suffice in the education he
received at his birthplace and went to Jerusalem, where his sister resided, to
supplement him with his education in the Mosaic Law. He became a disciple of
the wise law teacher Gamaliel and learned from him, as little as possible, the
Jewish legal-theological thought of rabbinicism.
His style, his theological
method, and his use of Scripture present Paul as rigorous but also pure,
rabbinic, knowledgeable of all the controversial issues of Judaic law and a
capable operator of rabbinic dialectics. He later confesses that he was a very
diligent and even zealous patriot of the patriarchal traditions and was
prominent among his peers (Gal. 1:14 and Acts 26: 4).
He was distinguished for
his great zeal in his work, his concern and capacity, the breadth of his
spirit, and his objective judgment. His Judaic origin, Greek education, and
Roman citizenship made him the most suitable to carry the Christian message to
the world of his day.
In addition to the
training he received, Saul also learned the art of directing to make a living
with a manual occupation like most rabbis. That is, he could make tents of
woolen fabric or leather. This way he would have the necessities for his life,
without burdening anyone and without burdening the local churches financially.
Paul was suffering from a
disease that must have been rather painful (2 Cor. 12: 8), but it was not
possible to ascertain exactly what his physical problem was, and only
hypotheses could be made about it.
On the fact of Paul's
conversion to Christianity, in addition to the references in the letters
(Galatians 1:13; 1 Cor. 15,8; Philippians 3:12; Ephesians 3,3), there are three
parallel narratives in Acts (9.1-29. 22.3-21. 26.9-21).
According to the above
testimonies, which is Paul's own source, he became a Christian by Jesus Christ
himself who called him to the evangelical work and apostolic office.
He confesses (Gal. 1:15)
that God intended him to be an apostle of the Gospel before he was even born,
and turned his zeal for the Law into zeal for the spread of the Gospel.
"Whenever God, my
beloved mother and believer, through his grace, has been pleased with me, I
have revealed his son in the midst of the fiber, I proclaim him in
exhortation" (Gal. 1: 15-16).
Many Christians had been
removed from Jerusalem because of the persecution. Many fled to Damascus, where
others were attracted to the Christian faith. This angered Paul, who did not
suffice only to persecute the Christians of Judea, but sought the permission
and assistance of the high priest to travel to Damascus in order to arrest the
converted Jews there and to lead them bound to Jerusalem. to be tried and
punished (Acts 9.1-2). To accomplish his purpose, he received letters from the
high priest about the synagogues of Damascus.
In 36 AD about as he was
heading for Damascus at the head of a well-armed squad, shortly before he
reached the city, he was surrounded by a paradoxical and blinding light, which
threw him off the horse and blinded him.
Then he heard a voice from
heaven call him by his Hebrew name and say to him, "Saul, Saul, why are
you persecuting me?" Paul fell under his fear and asked, "Who are you
Lord?" And the Lord replied, "I am Jesus, whomever you persecute. But
get up, go to the city and there you will be told what to do ”(Acts 9: 1-18).
Everything Paul did
against the Christians turned against Christ! Whatever happens to the faithful,
the Great Basil will say later, the Lord acknowledges that it is happening to
Himself.
Paul sincerely regretted
all this. He tried to get up and ask for his help because he had lost his
light. His surprised companions drove him to Damascus and left him in the house
of a Judas on the Straight Road. Paul stayed three days without eating and
drinking. Immersed in the darkness, for he had not yet seen it, he prayed to
the Lord and apologized for his earlier conduct. The God of
love had forgiven him.
In Damascus lived a devout
Christian, Ananias. He tells him of ancient tradition, how he was one of the
Lord's seventy disciples, and how he had fled to Damascus when the persecution
of Paul began.
So the Lord appeared to
him in a vision and told him, "Ananias went to Judah's house on the
Straight Road, to find Saul of Tarsus praying."
And he, who did not know
what had been done, responded with respect: "Sir, for this man I have
heard what we have done terribly against Your holy followers in
Jerusalem."
But the Lord reassured him
and said to him, "Go without fear, for he is my chosen one now. He will
proclaim my name to the whole world. "
Ananias courageously went
and found Paul praying. He kindly put his hands on Paul's head and said to him,
"Saul, my brother, the Lord who appeared to you in the way, sent me to
receive your light and fill you with the Holy Spirit."
Then by another miracle
Paul's eyes fell something like scales and his light came. After getting up he
accepted the Holy Baptism and ate something to find his physical strength. But
he gained more the illumination of God and the grace of the Holy Spirit, so
that later the great Apostle of the Eucharist would emerge. Paul, a formidable
persecutor of Christianity, has now become the hottest and greatest preacher of
the Gospel, even sacrificing his life for it.
After his conversion,
baptism, and ascension from Ananias to Damascus, Paul went to the synagogues
and declared now that Jesus is the Son of God (Acts 9:20). This, of course,
caused a strong reaction from the Damascus Jews, who decided to kill him.
The Christians, however,
fled Paul into the Arabian desert in the kingdom of the Nabataeans south of
Damascus, probably for security reasons (Gal. 1,17). Like the Lord who stayed
in the wilderness forty days, so did Paul alone, where he had enough time to
gather and pray. He later returned to Damascus, where he practiced his
apostolic work for three years.
His conversion caused
great surprise among the Jews and the Christians. According to the Acts, the hostility
of the Jews compelled him to flee the city (Acts 9: 23-25), though in this case
the nationalist Arethas (or Arethas), king of the Nabataeans, took an active
part in his persecution. Second Cor 11:32-33).
That is why the faithful
escaped Paul. One night they lowered him from the walls into a large basket.
Then he went to Jerusalem. Despite trying to get in touch with the other
apostles, they, like other Christians, were still cautious about him. The Acts
inform us that Barnabas introduced him to the Apostles and other Christians,
who made them aware of his conversion and was thus accepted by the Christian
circles of Jerusalem. All of them were pleased about this miraculous change of
Paul and glorified the Lord.
n Jerusalem Paul came into
contact with Peter (Gal. 1:18). There he also met the brother of the Lord,
James. The young Apostle with courage and power began to preach the Gospel in
Jerusalem.
Paul's preaching in
Jerusalem outraged many fanatical Jews who decided to kill him. But the
Christians in Jerusalem, without Paul's enemies, informed him through Caesarea
in his hometown of Tarsus. So Paul was again in Tarsus, where he spent some
quiet years (Acts 9: 26-30). During this time he prayed fervently to the Lord
and devised his Missionary plans. But he waited for the Lord to invite him to
carry the gospel message to a world that had not yet known Christ.
After Jerusalem, Antioch
was the other big city where the Gospel was spread. Antioch had wide streets
and was adorned with beautiful gardens and other cultural works. There,
Christians from Cyprus and Tunisia first proclaimed Christianity. By the power
of God many believed in the Lord, especially Hellenistic Jews. This is how the
Jews spoke the Greek language.
These glad tidings made
the Apostles send Barnabas from Jerusalem to strengthen the new faithful.
Barnabas, as a good man he was, attracted many to the Lord. With the
enlightenment of God he even decided to invite Paul, as the most suitable for
this job, to come to him. So without delay he went to Tarsus, where the two old
friends met again. Paul gladly accepted Barnabas' invitation to come to
Antioch. There they taught the Gospel together for a year with miraculous
results (Acts 11: 19-26).
Acts (Acts 11,30 and
12,25) mentions a trip by Paul and Barnabas to Jerusalem to bring help from the
Church of Antioch to the Judean Christians during the famine that had been made
during the Emperor's years Claudius.
In Antioch the young
Church continued to progress. Faithful until then were called brothers,
disciples, saints, etc. But the others were called Nazarene. There in Antioch
they were first called "Christians", first by the common people and
then by the city's Official Principles. Indeed there was no more characteristic
name for the faithful. This name resembles the inscription Pilate put on the
Cross written in Hebrew, Greek, and Roman. Thus, the name
"Christian", while Jewish, has Greek roots and Roman origin. In this
way the world wide, which Christianity would take.
Absolutely. Sound d. Rule
of Faith.
Nations in the preaching
and enlightenment of Trimaxon, the Athenian teacher, the Presumptuous Haggard,
being magnanimously elevated; the honored struggles and torments for Christ,
your sept martyr. Saint Paul the Apostle, Christ Jesus, God save our souls.
Other Apolitical. Sound a
'. Desert Citizen.
Christ's elect vessel and
Apostle the Most High, and captain of the nations uncle, by reason of grace,
shown to be as full of light, Apostle Paul indeed; thank you for your donation,
all the keys.
Next to the Apostle Peter.
Sound d.
The apostles of the
Apostles, and the professors of the Apostle, the Despot of you all, made peace
of the universally gifted, and in our soul the great mercy.
Next to the Apostle Peter.
Sound c. Divine faith.
Divine preachers of piety,
fork fountain, theology, and heavenly doctrines, Peter and Paul clearly emerged
as Apostles of the Divine Protestants. But you requested, a lifeguard, and a
deliverance of passion and great mercy.
It's close. Sound c. Virgo
today.
Apostles of exalted, and
supreme, invited Apostle, besides Christ from heaven; it was here that they
were made to pass by, all of them, oppressors of divine faith; thereby they
mourned; gladly Paul, Churches the Illuminator.
Next to the Apostle Peter.
B sound. At home.
Safe, and theologians,
preacher, Lord of the Apostles, take pleasure in your goods and rest; the pains
of those wounds and death are, in my favor, the only gnosis in all my heart.
Next to the Apostle Peter.
Sound c. Virgo today.
The apostles of the
apostles, and the supreme apostles, the skies as animators, glorify God, Peter,
the love of the Word is complete, and Paul, as the elect of Christ, a divine
vessel, and both of them apply, let me give some remorse.
Magnificent.
Grace of the Apostles the
beauty, and of the nations the preacher, and lecturer and chaplain; Grace of
the Church, the apostle of apostasy, and great chaplain, Paul Apostle.
Majestic
after Apostle Peter.
Peter the divine chariot
of Cherubicon, heavenly Paul, vehicle of Seraphicon, the fiery language of the
Theosophical Word, fire with its birth, is redeemed.