Ως γενέτειρα
πόλη του Μεγάλου
Κωνσταντίνου αναφέρεται
τόσο η
Ταρσός της Κιλικίας
όσο και το
Δρέπανο
της Βιθυνίας. Ωστόσο η άποψη
που επικρατεί
φέρει τον Μέγα Κωνσταντίνο
να έχει γεννηθεί
στη Ναϊσό της Άνω Μοισίας. Το ακριβές έτος της
γεννήσεώς του δεν είναι
γνωστό,
θεωρείται όμως ότι γεννήθηκε
μεταξύ των ετών 274 – 288 μ.Χ.
Πατέρας
του ήταν ο Κωνστάντιος, που λόγω της χλωμότητος
του προσώπου του ονομάσθηκε Χλωρός, και
ήταν συγγενής του αυτοκράτορος
Κλαυδίου. Μητέρα
του ήταν η Αγία
Ελένη, θυγατέρα ενός πανδοχέως
από το Δρέπανο
της Βιθυνίας.
Το
305 μ.Χ.
ο Κωνσταντίνος
ευρίσκεται στην αυλή του
αυτοκράτορος Διοκλητιανού στη Νικομήδεια
με το αξίωμα
του χιλίαρχου. Το
ίδιο έτος οι δύο Αύγουστοι, Διοκλητιανός και Μαξιμιανός,
παραιτούνται από τα αξιώματά τους και αποσύρονται.
Στο ύπατο αξίωμα του Αυγούστου προάγονται ο Κωνστάντιος ο Χλωρός
στη Δύση και ο Γαλέριος
στην Ανατολή.
Ο Κωνστάντιος
ο Χλωρός πέθανε στις 25 Ιουλίου 306
μ.Χ. και ο στρατός ανακήρυξε Αύγουστο τον Μέγα Κωνσταντίνο,
κάτι όμως που
δεν αποδέχθηκε
ο
Γαλέριος. Μετά από μια σειρά διαφόρων
ιστορικών γεγονότων
ο Μέγας Κωνσταντίνος συγκρούεται με τον
Μαξέντιο, υιό του Μαξιμιανού, ο οποίος πλεονεκτούσε στρατηγικά, επειδή
διέθετε τετραπλάσιο
στράτευμα και ο στρατός του Κωνσταντίνου
ήταν ήδη καταπονημένος.
Από
την
πλευρά του ο
Μέγας Κωνσταντίνος είχε κάθε λόγο
να αισθάνεται
συγκρατημένος. Δεν
είχε καμία άλλη επιλογή εκτός
από την επίκληση
της δυνάμεως του Θεού. Ήθελε να προσευχηθεί, να ζητήσει βοήθεια,
αλλά καθώς διηγείται ο ιστορικός
Ευσέβιος, δεν ήξερε σε
ποιον
Θεό να απευθυνθεί. Τότε έφερε νοερά στη σκέψη του όλους
αυτούς που μαζί τους συνδιοικούσε την αυτοκρατορία.
Όλοι τους, εκτός από τον
πατέρα του, πίστευαν σε πολλούς
θεούς και όλοι τους είχαν τραγικό
τέλος. Άρχισε,
λοιπόν, να προσεύχεται
στον
Θεό, υψώνοντας το δεξί του χέρι και
ικετεύοντάς Τον να του αποκαλυφθεί. Ενώ προσευχόταν, διαγράφεται
στον ουρανό μία πρωτόγνωρη θεοσημία. Περί τις μεσημβρινές
ώρες του ηλίου,
κατά το δειλινό δηλαδή, είδε στον ουρανό το
τρόπαιο του Σταυρού, που έγραφε «τούτω νίκα». Και ενώ
προσπαθούσε να κατανοήσει τη σημασία
αυτού του μυστηριακού
θεάματος, τον κατέλαβε η νύχτα.
Τότε εμφανίζεται
ο Κύριος
στον ύπνο του μαζί
με το σύμβολο
του Σταυρού
και τον προέτρεψε
να κατασκευάσει απομίμηση
αυτού
και να το
χρησιμοποιεί ως φυλακτήριο στους πολέμους.
Έχοντας
ως
σημαία του το Χριστιανικό
λάβαρο, αρχίζει
να προελαύνει προς την Ρώμη εκμηδενίζοντας κάθε αντίσταση.
Όταν
φθάνει
στη Ρώμη ενδιαφέρεται για τους
Χριστιανούς της πόλεως. Όμως το ενδιαφέρον
του
δεν περιορίζεται μόνο σε
αυτούς. Πολύ σύντομα πληροφορείται
για την πενιχρή
κατάσταση της Εκκλησίας
της Αφρικής και ενισχύει
από το δημόσιο
ταμείο τα έργα διακονίας αυτής.
Το Φεβρουάριο του 313
μ.Χ., στα Μεδιόλανα,
όπου γίνεται
ο γάμος
του Λικινίου με την Κωνσταντία, αδελφή
του Μεγάλου Κωνσταντίνου, επέρχεται μια ιστορική συμφωνία μεταξύ των δύο ανδρών που καθιερώνει
την αρχή της ανεξιθρησκείας.
Τα προβλήματα
που είχε να αντιμετωπίσει ο
Μέγας Κωνσταντίνος ήσαν πολλά. Η
αιρετική διδασκαλία του Αρείου, πρεσβυτέρου της
Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ήλθε να ταράξει την ενότητα της Εκκλησίας. Η διδασκαλία αυτή, που ονομάσθηκε
αρειανισμός, κατέλυε ουσιαστικά το δόγμα
της
Τριαδικότητας του Θεού.
Μόλις
ο Μέγας Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε τα όσα θλιβερά συνέβαιναν στην Αλεξάνδρεια, απέστειλε με τον
πνευματικό του σύμβουλο Όσιο, Επίσκοπο Κορδούης της Ισπανίας, επιστολή
στον
Επίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο (313 – 328 μ.Χ.) και τον Άρειο.
Η προσπάθεια επιλύσεως του
θέματος δεν ευδοκίμησε. Έτσι αποφασίσθηκε
η σύγκλιση της Α’ Οικουμενικής Συνόδου
στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ.
Η περιγραφή της εναρκτήριας
τελετής από τον ιστορικό Ευσέβιο
είναι ομολογουμένως ενδιαφέρουσα.
Στο μεσαίο οίκο των ανακτόρων
είχαν προσέλθει
όλοι οι σύνεδροι. Επικρατούσε απόλυτη σιγή και όλοι περίμεναν την είσοδο του αυτοκράτορος,
τον οποίο οι
περισσότεροι θα έβλεπαν για πρώτη φορά. Ο Κωνσταντίνος εισήλθε
ταπεινά, με σεμνότητα
και πραότητα. Στην ομιλία του προς τη Σύνοδο χαρακτηρίζει
τις ενδοεκκλησιαστικές συγκρούσεις ως το μεγαλύτερο
δεινό και από τους πολέμους. Ο λόγος του υπήρξε
ευθύς και σαφής.
Δεν ήθελε να
ασχοληθεί παρά μονάχα
με θέματα που
αφορούσαν στην ορθοτόμηση
της πίστεως. Η κρίσιμη φράση του, «περί της πίστεως
σπουδάσωμεν», διασώζεται σχεδόν από όλους
τους ιστορικούς συγγραφείς.
Μετά
το πέρας των εργασιών της Συνόδου ο αυτοκράτορας ανέλαβε πρωτοβουλίες
για την εδραίωση
των αποφάσεών της. Απέστειλε εγκύκλιο επιστολή προς την Εκκλησία
της Αιγύπτου, Λιβύης, Πενταπόλεως, Αλεξανδρείας, στην οποία
γνωστοποιεί τις
αποφάσεις της Συνόδου.
Ο ίδιος γνωστοποιεί προς όλη
την
επικράτεια της αυτοκρατορίας
την καταδίκη του Αρείου και απαγορεύει την απόκτηση
και την απόκρυψη των συγγραμμάτων
του.
Η
πιο εντυπωσιακή
του όμως ενέργεια είναι η επιστολή του προς τον Άρειο. Επιτιμά τον αιρεσιάρχη
και τον καταδικάζει
με αυστηρότητα
για τις κακοδοξίες του.
Όμως περί
τα τέλη του
327 μ.Χ. ο Μέγας Κωνσταντίνος καλεί τον
Άρειο στα ανάκτορα. Ο αιρεσιάρχης
φυσικά δεν χάνει την
ευκαιρία και υποβάλλει
μία ομολογία γεμάτη από έντεχνες
θεολογικές ανακρίβειες, πείθοντας μάλιστα τον Μέγα Κωνσταντίνο
ότι αυτή δεν διαφέρει
ουσιαστικά από όσα είχε
αποφασίσει η Α’ Οικουμενική
Σύνοδος. Τελικά ο αυτοκράτορας συγκαλεί νέα Σύνοδο,
το Νοέμβριο
του 327 μ.Χ., η οποία ανακαλεί τον
Άρειο από την εξορία και αποκαθιστά τους εξόριστους
Επισκόπους Νικομηδείας
Ευσέβιο και Νικαίας
Θεόγνιο. Η ανάκληση του Αρείου
και η αποκατάσταση των
περί αυτών
πυροδότησε νέες έριδες στους
κόλπους της Εκκλησίας.
Ο Επίσκοπος Αλεξανδρείας Αλέξανδρος
και στην συνέχεια ο διάδοχός του Μέγας Αθανάσιος
αρνούνται να δεχθούν
τον Άρειο στην Αλεξάνδρεια. Ο Μέγας
Κωνσταντίνος απειλεί
με καθαίρεση
τον Μέγα Αθανάσιο, ενώ σε
Σύνοδο που συνήλθε στην Αντιόχεια
το 330 μ.Χ. καθαιρείται και
εξορίζεται από τους αιρετικούς
ο Άγιος Ευστάθιος, Επίσκοπος Αντιοχείας († 21 Φεβρουαρίου).
Η Σύνοδος της Τύρου της Συρίας, που συνήλθε το 335 μ.Χ.,
καταδικάζει ερήμην
με την ποινή της καθαιρέσεως
τον Μέγα Αθανάσιο,
ο οποίος φεύγει,
για να συναντήσει τον Μέγα Κωνσταντίνο.
Είναι
γεγονός
πως ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν έδειξε
να αποδέχεται το αίτημα του Μεγάλου
Αθανασίου για ακρόαση. Πείσθηκε όμως να τον ακούσει, όταν ο Μέγας
Αθανάσιος του
απηύθυνε την ρήση: «Δικάσει Κύριος ανά μέσον εμού και σου». Ο
Μέγας Κωνσταντίνος κατενόησε
την κατάφωρη
αδικία και τις
άθλιες μεθοδεύσεις σε βάρος
του Μεγάλου Αθανασίου και έκανε
δεκτό το αίτημά του να προσκληθούν
όλοι οι συνοδικοί
της Τύρου και η διαδικασία να λάβει χώρα ενώπιόν
του.
Ο Ευσέβιος
Νικομηδείας αγνόησε την αυτοκρατορική εντολή.
Πήρε μόνο ελάχιστους από τους
συνοδικούς και εμφανίσθηκε στον
αυτοκράτορα. Ξέχασε όλες τις υπόλοιπες
κατηγορίες και για πρώτη
φορά έθεσε το θέμα της
δήθεν παρακωλύσεως της αποστολής
σιταριού προς την
Βασιλεύουσα. Ο αυτοκράτορας εξοργίζεται
και εξορίζει τον Μέγα Αθανάσιο στα Τρέβιρα
της Γαλλίας. Παρά
ταύτα δεν
επικυρώνει την απόφαση
της Συνόδου της Τύρου για καθαίρεση και ούτε διατάσσει
την
αναπλήρωση του επισκοπικού θρόνου της Αλεξάνδρειας.
Η τελευταία
περίοδος της ζωής του Μεγάλου
Κωνσταντίνου είναι αυτή
που τον καταξιώνει
στην εκκλησιαστική
συνείδηση και τον οδηγεί στο απόγειο
της πνευματικής του πορείας. Ο
Άγιος, κατά τον Απρίλιο του 337 μ.Χ., αισθάνεται τα πρώτα σοβαρά συμπτώματα κάποιας
ασθένειας. Οι πηγές μας πληροφορούν πως ο Μέγας Κωνσταντίνος κατέφυγε
σε ιαματικά λουτρά. Βλέποντας όμως την υγεία του να
επιδεινώνεται θεώρησε σκόπιμο
να μεταβεί στην πόλη Ελενόπολη
της Βιθυνίας, που είχε ονομασθεί
έτσι λόγῳ της Αγίας μητέρας του.
Εκεί παρέμεινε
στο ναό των Μαρτύρων,
όπου ανέπεμπε
ικετήριες ευχές και λιτανείες προς τον
Θεό. Ο Μέγας Κωνσταντίνος αντιλαμβάνεται πως η
επίγεια ζωή του πλησιάζει στο τέλος
της. Η
μνήμη του θανάτου
καλλιεργείται στην καρδιά του και τον οδηγεί στο μυστήριο της μετάνοιας
και του βαπτίσματος.
Μετά από αυτά καταφεύγει σε κάποιο προάστιο της Νικομήδειας, συγκαλεί τους Επισκόπους και
τους απευθύνει τον
εξής λόγο: «Αυτός ήταν
ο καιρός που προσδοκούσα από παλαιά και
διψούσα και ευχόμουν
νακαταξιωθώ της εν Θεώ
σωτηρίας. Ήλθε η ώρα να απολαύσουμε και
εμείς την αθανατοποιό σφραγίδα, ήλθε η ώρα να
συμμετάσχουμε στο σωτήριο
σφράγισμα, πράγμα που κάποτε
επιθυμούσα να κάνω
στα ρείθρα του
Ιορδάνου, στα οποία, όπως παραδίδεται, ο Σωτήρας
μας έλαβε το βάπτισμα εις ημέτερον
τύπον. Ο Θεός όμως, που γνωρίζει το συμφέρον, μας αξιώνει
να λάβουμε το
βάπτισμα εδώ. Άς μην υπάρχει
λοιπόν καμία
αμφιβολία. Γιατί και εάν ακόμη
είναι θέλημα του Κυρίου
της ζωής
και του θανάτου
να συνεχισθεί η
επίγεια ζωή μας και να συνυπάρχω
με το λαό
του Θεού, θα πλαισιώσω
τη ζωή μου
με όλους εκείνους τους κανόνες που αρμόζουν
στον Θεὸ».
Μετά
το βάπτισμα ο Άγιος Κωνσταντίνος δεν ξαναφόρεσε τον αυτοκρατορικό χιτώνα,
αλλά παρέμεινε
ενδεδυμένος με το λευκό ένδυμα
του βαπτίσματος, μέχρι την
ημέρα της κοιμήσεώς
του το 337 μ.Χ.
Ήταν η ημέρα εορτασμού
της Πεντηκοστής,
γράφει ο ιστορικός
Ευσέβιος.
Είναι χαρακτηριστικός ο
τρόπος με τον
οποίο περιγράφει ο Ευσέβιος
τα γεγονότα,
τα οποία ακολούθησαν
την κοίμηση του Αγίου.
Όλοι οι σωματοφύλακες του αυτοκράτορα,
αφού
έσχισαν τα ρούχα τους και
έπεσαν στο έδαφος,
έκλαιγαν και φώναζαν δυνατά,
σαν να μην έχαναν το βασιλέα τους, αλλά τον
πατέρα
τους. Οι ταξίαρχοι και οι λοχαγοί
έκλαιγαν τον ευεργέτη τους. Οι δήμοι ήσαν λυπημένοι
και
κάθε κάτοικος της Κωνσταντινουπόλεως πενθούσε,
σαν
να έχανε το κοινό αγαθό.
Αφού
οι στρατιωτικοί τοποθέτησαν το σκήνωμα
του
Αγίου σε χρυσή
λάρνακα, το μετέφεραν
στην Κωνσταντινούπολη και το εναπέθεσαν σε
βάθρο στον βασιλικό
οίκο. Το ιερό λείψανό
του
ενταφιάσθηκε στο
ναό των Αγίων
Αποστόλων.
Δίκαια
η ιστορία τον ονόμασε Μέγα και η Εκκλησία Ισαπόστολο.
Η Αγία
Ελένη γεννήθηκε στο Δρέπανο
της Βιθυνίας της Μικράς Ασίας περί το 247 μ.Χ. Φαίνεται ότι ήταν
ταπεινής καταγωγής. Στην ιστοριογραφία υπάρχει σχετική διχογνωμία
ως προς το
άν η μητέρα
του Αγίου Κωνσταντίνου
υπήρξε σύζυγος
ή νόμιμη
παλλακίδα του Κωνσταντίου του Χλωρού.
Μεταξύ των ετών 274 –
288 μ.Χ. γέννησε
στη Ναϊσό της Μοισίας
τον Κωνσταντίνο. Όταν,
πέντε έτη αργότερα, ο
Κωνσταντίνος Χλωρός
έγινε Καίσαρας από τον Διοκλητιανό, αναγκάσθηκε
να την απομακρύνει, για να συζευχθεί
τη Θεοδώρα, θετή κόρη του
αυτοκράτορος Μαξιμιανού, και να έχει έτσι το συγγενικό
εκείνο δεσμό,
ο οποίος θα εξασφάλιζε
τη
στερεότητα του διοκλητιανού τετραρχικού συστήματος. Παρά το γεγονός
αυτό ο Μέγας Κωνσταντίνος
τιμούσε ιδιαίτερα
τη μητέρα
του. Της απένειμε τον τίτλο της αυγούστης,
έθεσε τη μορφή της επί νομισμάτων και έδωσε το όνομά της σε μία πόλη της Βιθυνίας.
Η Αγία έδειξε
την ευσέβειά
της
με πολλές ευεργεσίες
και την ανοικοδόμηση
νέων Εκκλησιών στη Ρώμη (Τιμίου Σταυρού), στην Κωνσταντινούπολη (Αγίων Αποστόλων), στη Βηθλεέμ (βασιλική της Γεννήσεως)
και επί του
Όρους των Ελαιών
(βασιλική της
Γεθσημανή). Η Αγία Ελένη
πήγε το 326 μ.Χ. στην Ιερουσαλήμ,
όπου «με
μέγαν κόπον και πολλήν έξοδον και φοβερίσματα
ηύρεν τον τίμιον
σταυρόν και τους
άλλους δύο σταυρούς των
ληστών, όπως γράφει
ο Κύπριος Χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς.
Επιστρέφοντας στην
Κωνσταντινούπολη, ένα χρόνο
μετά την εύρεση του Τιμίου Σταυρού
του Κυρίου, η Αγία Ελένη πέρασε
και από την Κύπρο.
Η Αγία Ελένη κοιμήθηκε
με ειρήνη
μάλλον το 327
μ.Χ. σε ηλικία
ογδόντα ετών. Ο ιστορικός
Ευσέβιος γράφει ότι η
Αγία προαισθάνθηκε το θάνατό της και με
διαθήκη άφησε την περιουσία
της στον υιό της και τους εγγονούς της.
Όπως ήταν φυσικό
ο υιός της μετέφερε το τίμιο λείψανό της στην Κωνσταντινούπολη και την ενταφίασε
στο ναό των
Αγίων Αποστόλων.
Η Σύναξη
αυτών ετελείτο
στη Μεγάλη
Εκκλησία, στο ναό
των Αγίων Αποστόλων και στον
ιερό
ναό αυτών στην κινστέρνα
του
Βώνου.
Οι Βυζαντινοί τιμούσαν ιδιαίτερα
τον Μέγα Κωνσταντίνο και την Αγία
Ελένη. Απόδειξη τούτου
αποτελεί το γεγονός ότι κατά το Μεσαίωνα ήταν πολύ δημοφιλής
στους
Βυζαντινούς η απεικόνιση του πρώτου
Χριστιανού βασιλέως με τη μητέρα του, που κρατούσαν
στο μέσον Σταυρό.
Η παράδοση αυτή διατηρείται μέχρι
και σήμερα με τα κωνσταντινάτα.
Απολυτίκιον.
Ήχος πλ. δ’.
Του Σταυρού
σου τον τύπον
εν ουρανώ θεασάμενος, και
ως ο Παύλος την κλήσιν
ουκ
εξ ανθρώπων δεξάμενος,
ο εν Βασιλεύσιν Απόστολός σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τη χειρί
σου
παρέθετο· ήν περισώζε
δια παντός εν ειρήνη,
πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.
Έτερον Απολυτίκιον. Ήχος γ’.
Θείας πίστεως.
Πρώτος πέφηνας, εν Βασιλεύσι,
θείον έδρασμα, της ευσεβείας, απ’
ουρανού δεδεγμένος το
χάρισμα· όθεν Χριστού
τον Σταυρόν εφανέρωσας,
και την Ορθόδοξον πίστιν
εφήπλωσας. Κωνσταντίνε Ισαπόστολε, συν Μητρί Ελένῃ
τη θεόφρονι,
πρεσβεύσατε υπέρ των ψυχών ημών.
Κοντάκιον.
Ήχος
γ’. Η Παρθένος
σήμερον.
Κωνσταντίνος σήμερον, συν
τη μητρί τη
Ελένη, τον Σταυρόν
εκφαίνουσι, το πανσεβάσμιον ξύλον, πάντων μεν, των Ιουδαίων αισχύνην
όντα, όπλον δε, πιστών
ανάκτων κατ’
εναντίων· δι’
ημάς γαρ ανεδείχθη, σημείον μέγα, και εν πολέμοις
φρικτόν.
Μεγαλυνάριον.
Τους
της ευσεβείας θείους πυρσούς,
και των Αποστόλων, θιασώτας και μιμητάς,
συν τω Κωνσταντίνω,
Ελένην την Αγίαν, ως Βασιλέων δόξαν, ανευφημήσωμεν.
Saints Constantine and Helen
the Apostles
Both Tarsus of Cilicia and
Drepano of Bithynia are mentioned as the birthplace of Constantine the Great.
However, the prevailing view holds that Constantine the Great was born in
Naisos of Upper Moissia. The exact year of his birth is not known, but he is
believed to have been born between 274 - 288 AD.
His father was
Constantius, who due to his pale face was named Chlorus, and was a relative of
Emperor Claudius. His mother was Agia Eleni, daughter of an inn from Drepano,
Bithynia.
In 305 AD Constantine is
in the court of Emperor Diocletian in Nicomedia with the rank of commander. In
the same year the two Augustians, Diocletian and Maximian, resigned from their
posts and retired. Augustus is promoted to high office by Constantius Chlorus
in the West and Galerius in the East. Constantius Chlorus died on July 25, 306
AD and the army proclaimed Augustus Constantine the Great, but Galerius
refused. After a series of historical events, Constantine the Great clashes
with Maxentius, Maximian's son, who was strategically advantageous because he
had four times more troops and Constantine's army was already tired.
For his part, Constantine
the Great had every reason to feel restrained. He had no choice but to invoke
God's power. He wanted to pray, to seek help, but as the historical Eusebius
tells, he did not know to whom God would turn. Then he mentally brought to mind
all those who had joined the empire with them. All of them, except his father,
believed in many gods and all had a tragic end. So he began to pray to God,
raising his right hand and begging Him to be revealed to him. While praying, an
unseen divinity is erased in heaven. Around noon, at dawn, he saw the trophy of
the Cross in the sky, which read "Tutu Nika". And while he was trying
to understand the significance of this mysterious show, the night caught him.
Then the Lord appears in his sleep with the symbol of the Cross and urges him
to imitate it and use it as a watchtower in wars.
With the banner of the
Christian banner on it, it begins to march on Rome annihilating any resistance.
When he arrives in Rome he
is interested in the Christians of the city. But his interest is not limited to
them. He is soon informed of the poor condition of the Church of Africa and the
public treasury is supporting its ministry.
In February 313 AD, a
historic agreement between the two men establishes the principle of freedom of
religion in Mediolana, where the marriage of Licinius with Constantine, sister
of Constantine the Great, takes place.
The problems that
Constantine the Great had to face were many. The heretical teaching of the
Areios, the senior of the Alexandrian Church, came to disturb the unity of the
Church. This teaching, called arianism, essentially overthrew the doctrine of
the Triune God.
As soon as Constantine the
Great was informed of what was happening in Alexandria, he sent with his
spiritual advisor, Bishop Cordois of Spain, a letter to Bishop Alexander of
Alexandria (313-328 AD) and Alexander the Great. Attempts to resolve the matter
did not succeed. Thus it was decided to convene the First Ecumenical Council in
Nice, Bithynia in 325 AD.
The description of the
opening ceremony by historian Eusebius is admittedly interesting. In the middle
house of the palaces all the delegates had come. There was total silence and
everyone was waiting for the emperor's entrance, which most would see for the
first time. Constantine came in humbly, with modesty and humility. In his
address to the Synod, he characterizes intra-ecclesiastical conflicts as the
worst of the wars. His reason was straightforward and clear. He only wanted to
deal with matters of rationality. His critical phrase, "On the study of
faith" is rescued by almost all historical writers.
At the conclusion of the
proceedings of the Synod the emperor took initiatives to consolidate her
decisions. He sent a circular letter to the Church of Egypt, Libya, Pentapolis,
Alexandria announcing the decisions of the Synod. He announces to the whole of
the empire the condemnation of the Areios and forbids the acquisition and
concealment of his writings. But his most striking energy is his letter to the
Areios. He honors the priest and strongly condemns him for his evil deeds.
But around the end of 327
AD Constantine the Great invites the Areios to the palaces. The cleric, of
course, does not miss the opportunity and presents a confession full of
artistic theological inaccuracies, even convincing Constantine the Great that
it is not fundamentally different from what the First Ecumenical Council had
decided. Finally, the emperor convenes a new Synod, in November 327 AD, which
invokes Areios from exile and restores the banished bishops of Eusebius and
Nicosia of Nicomedia. The revocation of the Areios and the restoration of these
around them sparked new disputes within the Church. The Bishop of Alexandria
Alexander and then his successor Athanasius the Great refuse to accept the
Arius in Alexandria. Constantine the Great threatens to overthrow Athanasius
the Great, while at a Synod in Antioch in 330 AD. Saint Eustathius, Bishop of
Antioch, was deposed and banished by heretics († 21 February). The Synod of
Tire in Syria, convened in 335 AD, condemns in absentia the death sentence of
Athanasius the Great, who departs, to meet Constantine the Great.
The fact is that
Constantine the Great did not show acceptance of Athanasius the Great's request
for a hearing. But he was convinced to hear it, when Athanasius the Great
addressed him: "Judge the Lord through me and you." Constantine the
Great understood the blatant injustice and the shameful practices at the
expense of Athanasius the Great and accepted his request to invite all of
Tyrus's companions and the process to take place before him.
Eusebius of Nicomedia
ignored the imperial command. He took only a few of the companions and appeared
to the emperor. He forgot all the other accusations and for the first time
raised the issue of allegedly obstructing the shipment of wheat to the King.
The emperor is enraged and banished to Athanasius the Great in Trevira, France.
It does not, however, endorse the decision of the Tire Council to abolish or
order the replacement of the bishopric of Alexandria.
It is the last period of
Constantine the Great's life that endures him to ecclesiastical consciousness
and leads him to the height of his spiritual journey. The Saint, in April 337
AD, feels the first serious symptoms of an illness. Sources tell us that
Constantine the Great resorted to healing baths. But seeing his health
deteriorate, he thought it appropriate to move to the town of Elenopolis,
Bithynia, which was so named after his mother. There he remained in the temple
of the Witnesses, where he was greeted with prayer and prayers to God.
Constantine the Great realizes that his earthly life is nearing its end. The memory
of death is cultivated in his heart and leads him to the mystery of repentance
and baptism. After that he flees to a suburb of Nicomedia, summoning the
Bishops and addressing them the following: "This was the time I had been
expecting from old and thirsty, wishing that I might be saved by God. The time
has come for us to enjoy the immortal seal, and it is time for us to join the
salvation seal, something I once wished to do in the Jordanian kennels, to
which the Savior received our baptism in a day's time. But God, knowing the
interest, demands that we receive baptism here. So let there be no doubt. For
even if it is still the will of the Lord of life and death to continue our
earthly life and coexist with the people of God, I will frame my life with all
those rules that are appropriate to God. "
After the baptism, Saint
Constantine did not wear the imperial robe again, but remained dressed in the
white baptismal garment until the day of his sleep in 337 AD. It was Pentecost
celebration day, writes historian Eusebius.
It is typical of the way
Eusebius describes the events that followed the Assumption. All the emperor's
bodyguards, after tearing their clothes and falling to the ground, wept and
cried loudly, as if they were not losing their king, but their father. The
brigades and the captains cried their benefactor. The municipalities were sad
and every resident of Constantinople mourned as if they had lost their common
good.
After the soldiers placed
the saint's tomb in a golden shrine, they transferred it to Constantinople and
placed it on a pedestal in the royal house. His holy relic was buried in the
church of the Holy Apostles.
History has rightly named
him Mega and the Church of Isapostolos.
Saint Helen was born in
Drepano, Bithynia, Asia Minor around 247 AD. It seems to be of humble origin.
There is some controversy in historiography as to whether Saint Constantine's
mother was a wife or a legal concubine of Constantine of Chlorus.
Between the years 274 -
288 AD He gave birth to Constantine in Naisos, Moisia. When, five years later,
Constantine Chloros became Caesar by Diocletian, he was forced to remove her,
in order to marry Theodora, the adoptive daughter of Emperor Maximian, and thus
have that kinship bond which would secure his kingdom. systemic. Despite this,
Constantine the Great honored his mother in particular. We awarded her the
title of Augustus, made her coinage and gave her name to a city of Bithynia.
The Saint showed her piety
with many benefits and rebuilding of new Churches in Rome (Holy Cross),
Constantinople (Holy Apostles), Bethlehem (Basilica of Nativity) and Mount of
Olives (Basilica of Gethsemane). Saint Helen went in 326 AD in Jerusalem, where
"with great exertion and a great deal of exhaustion and exasperation they
honored the honorable cross and the other two crosses of robbers," writes
the Cypriot Chronographer Leontios Machairas. Returning to Constantinople, a
year after finding the Holy Cross of the Lord, St. Helen also passed through
Cyprus.
St. Helen probably slept
in peace in 327 AD. at the age of eighty. The historian Eusebius writes that
the Saint agonized over her death and ceded her estate to her son and
grandchildren.
Naturally her son carried
her honorable remains to Constantinople and buried her in the Church of the Holy
Apostles.
Their synagogue was in the
Great Church, in the church of the Holy Apostles and in their holy temple in
the cistern of Bion.
The Byzantines
particularly honored Constantine the Great and St. Helen. Evidence of this is
the fact that in the Middle Ages it was very popular for the Byzantines to
depict the first Christian king with his mother, who were held in the middle of
the Cross.
This tradition is
maintained to this day by the Constantinople.
Absolutely. Sound d.
Thy type of heavenly sighted
man, and as Paul the summoning of men, Thy King's Apostle in the Lord, Thy hand
reigned over the city;
Other Apolitical. Sound c.
Divine faith.
First king, in the
kingdom, a divine throne, of piety, received from heaven by charisma;
Constantine Isapostole, plus Mister Helen the Godfather, you have been an
advocate for our souls.
It's close. Sound c. Virgo
today.
Constantine today, along
with his mother Helen, Stavron Euphonious, the all-important wood of all Jewish
sentient beings, and of faithful rebels against each other;
Magnificent.
To the devout
torchbearers, and to the Apostles, devoting and imitating, together with
Constantine, Helen the Holy One, as King of glory, we blasphemed.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου