Παρασκευή 1 Απριλίου 2022

Ο Όσιος Ευθύμιος ο Θαυματουργός

 


Ο   Όσιος   Ευθύμιος   ο   Θαυματουργός   γεννήθηκε   το   έτος   1316   στην πόλη   Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ   της   Ρωσίας,   μία   μικρή  πόλη τοποθετημένη στην συμβολή των ποταμών Βόλγα και  Όκα, στο πριγκιπάτο   της   Σουζδαλίας.   Ήταν   τα  χρόνια  του  ταταρικού  ζυγού και   των εσωτερικών  πολέμων  ανάμεσα  στους  Ρώσους   πρίγκιπες.   Η Ρωσία   έπρεπε  να  υποστεί  πολέμους,   πυρκαγιές  και  ολέθρους.  Ενώ   οι  ειδωλολάτρες  λεηλατούσαν   πόλεις  και  μονές  και  σκότωναν  τους φιλήσυχους  κατοίκους  ή  τους  σκλάβωναν,  οι  Χριστιανοί  πρίγκιπες, αντί  να  υπερασπιστούν τους υπηκόους τους από  τους  καταπιεστές, σήκωναν  ο  ένας  εναντίων  του  άλλου  το  αδελφοκτόνο   χέρι,   καλώντας   συχνά  σε  συνδρομή  τους  ειδωλολάτρες,  ώστε  να μπορέσουν με την βοήθεια των Ταταρομογγολικών δυνάμεων να προσθέσουν  στην  κυριαρχία  τους  νέα  εδάφη  που  τα  άρπαζαν  από τους  γειτονικούς  πρίγκιπες. Οι  νέοι ασκητές  στην  δύσκολη  εκείνη περίοδο  συνεισέφεραν με την σοφία και  την ψυχική  τους  δύναμη  και συμπαραστέκονταν  στην  πνευματική  στέρηση  του  Ρωσικού  λαού.

Ο   Όσιος   από  την   παιδική   του   ηλικία   εξεδήλωσε   την  δίψα  του  για τα  γράμματα  και  την   αγάπη   του   προς   τον   μοναχικό   βίο.   Στην παιδική   του   ηλικία,   υπό   την  καθοδήγηση   του   εφημέριου  του χωριού  του,   άρχισε   να  μαθαίνει   να  διαβάζει  και  να  γράφει,   για  να είναι   σε  θέση  να  διαβάζει  τις   θείες   Γραφές  και   τα  έργα  των  Αγίων Πατέρων.   Τα   παιχνίδια   δεν   τον   ενδιέφεραν.

Το   δεύτερο   σχολείο   του   μικρού   Ευθυμίου   ήταν   ο   οίκος   του   Κυρίου,   όπου συχνά   πήγαινε.  Αποσυρόταν  σε  μία  σκοτεινή  πλευρά   της   Εκκλησίας,  για να μην απασχολείται με ανούσιες συζητήσεις  και   συγκεντρωνόταν   στην προσευχή    και  την  ανάγνωση  του  Ψαλτηρίου,  του  Ευαγγελίου  και  των Πράξεων των Αποστόλων. Καταλάβαινε βαθύτατα  τη σκέψη   του Αποστόλου   Παύλου,   ότι   ο  Χριστιανός  πρέπει  να   είναι   παιδί  ως   προς   την αγνότητα  και  άνδρας  ως προς την λογική.  Από  αυτούς που  τον περιέβαλαν  άκουγε  διηγήσεις  για  αγίους  ανθρώπους,   που   μιμούμενοι   την αγγελική ζωή αποσύρονταν από τον κόσμο και τις  πολυτέλειες,  γίνονταν ερημίτες  και  ζούσαν  σε   ησυχία  και  μετάνοια.  Στην  ψυχή  του  νεαρού ωρίμασε η απόφαση να αφιερώσει τελείως την ζωή του στον Θεό. Αναζήτησε,  λοιπόν,  έναν  πνευματικό  καθοδηγητή  που  θα  μπορούσε  να τον   οδηγήσει   στην   οδό   της   τελειώσεως.

Την πνευματική καθοδήγησή του  ανέλαβε       Άγιος  Διονύσιος,  μοναχός στη μονή των Σπηλαίων του Νιζνέγκοροντ και   μετέπειτα   Αρχιεπίσκοπος Σουζδαλίας   († 26   Ιουνίου   και   15   Οκτωβρίου).  Πως  όμως ο Ευθύμιος συνδέθηκε  με   τον   άγιο   γέροντά   του;

Περί το έτος 1330 έφθασε στο Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ  ένας ευσεβής  μοναχός με  το  όνομα  Διονύσιος.  Αυτός  έσκαψε  μία  σπηλιά  σε  μία  απόκρημνη   όχθη του   Βόλγα  και  εγκαταστάθηκε  εκεί,  αφοσιωμένος  στον  ασκητικό   βίο.   Οι φήμες σχετικά με την ασκητική του ζωή σύντομα διαδόθηκαν στα περίχωρα   και   ο   κόσμος   άρχισε  να  απευθύνεται  σε   αυτόν,   ζητώντας  του   να τους συμβουλέψει   και  να   προσευχηθεί   γι’  αυτούς.  Έτσι  δημιουργήθηκε μία ομάδα μαθητών και δίπλα στην αρχική σπηλιά κτίσθηκε ένα μοναστήρι   και   μία   Εκκλησία  αφιερωμένη   στην   Ανάληψη   του   Κυρίου. Αλλά   και   ο   Ευθύμιος  είχε  ακούσει  πολλές  φορές  να   ομιλούν   γι’   αυτὸν    τον ασκητή.   Μία   ημέρα,  λοιπόν,  αποφάσισε  να  επισκεφθεί   το  μοναστήρι  για να τον συναντήσει. Αφού τελικά έφθασε,  έπεσε  στα   πόδια   του  γέροντα ασκητή, βρέχοντάς τα με δάκρυα, αλλά δεν κατόρθωνε να εκφράσει   αυτό που  η  καρδιά  του  επιθυμούσε.   Ο   Στάρετς   του  είπε  να  σηκωθεί  και  τον ρώτησε:   «Γιατί,  παιδί  μου,   ήλθες  σε  εμένα  τον  άθλιο   και   ευτελή;».   Ο  νέος τότε απάντησε:  «Πάτερ, πάρε με στο άγιο και εκλεκτό σου ποίμνιο. Επιθυμώ,   ω  μακάριε   και  άγιε  άνθρωπε,  ο  Θεός,  με   την  μεσολάβησή  σου,  να μου επιτρέψει να ζήσω τη μοναστική ζωή και   να   είμαι   προσανατολισμένος από   σένα   στην   οδό   της   σωτηρίας».

Ο    Άγιος  Διονύσιος  έμεινε  έκπληκτος  από  την  επιθυμία   του  νέου  και  του έδωσε   κουράγιο, δοξάζοντας   τον  Θεό  για   την  απόφασή  του  να  αρνηθεί   τις πολυτέλειες   του  κόσμου  και  να  αναλάβει   στους   ώμους   του   το   θείο    ζυγό.

Αφού άφησε τον νέο να μπει στο κελί του,  είχε  μαζί  του  μία  πνευματική συζήτηση με σκοπό να εξετάσει τις πραγματικές προθέσεις του   και  αφού πείσθηκε για   την   ειλικρίνεια   του   χαρακτήρος   του   νεαρού   Ευθυμίου,   τον έκειρε   λίγο   αργότερα   μοναχό,   δίνοντάς   του   το   όνομα   Ευθύμιος.

Η   καρδιά   του  μοναχού   Ευθυμίου  πλημμύρισε  από  μεγάλη   χαρά  και απηύθυνε  στον  Κύριο  δοξαστική  ικεσία:  «Σε ευλογώ, Κύριε   Ιησού   Χριστέ, Θεέ, για τη σωτηρία μου, επειδή έκρινες εμένα,  τον  αμαρτωλό   και  ευτελή, άξιο  να   λάβει   την   πολυπόθητη   σωτηρία».

Ο    Ευθύμιος  αφιερώθηκε   στην  άσκηση  της  αδιάλειπτης   προσευχής   και   στη νηστεία, θέλοντας  να  δαμάσει  τις  επιθυμίες  του.  Την  ημέρα  εκτελούσε  με υπακοή και ζήλο τα καθήκοντα που του ανέθεταν οι   πατέρες   της  μονής. Τη  νύχτα  αποσυρόταν σε μία  σπηλιά   μόνος   και   προσευχόταν  φλογερὰ προς  τον  Κύριο,  δίχως  σχεδόν  να   κοιμάται   ποτέ.   Αγαπούσε   ιδιαίτερα   την τήρηση   της νηστείας και  ζήτησε  από   τον   Άγιο   Διονύσιο   την    ευλογία   να τρώει κάθε δύο ή  τρεις ημέρες. Ο Στάρετς, περιορίζοντας   τον   υπερβολικό ζήλο  του  νεαρού  μοναχού,  δεν  του  έδωσε   την   ευλογία   και  τον  επιτίμησε να  τρώγει  κάθε   ημέρα  μαζί   με   την   μοναχική   κοινότητα.

Ο   Ευθύμιος  υπάκουσε,  αλλά  έτρωγε  μόνο  για  να   μην  πεθάνει  από  την πείνα.  Καμιά  φορά  έκανε  ότι  έτρωγε,   για  να   μην  προκαλεί   την  προσοχή των   αδελφών  του  με   την   υπερβολική   του  ασιτία.   Έπινε   μόνο   νερό   και μονάχα   όταν   η  δίψα  γινόταν  ανυπόφορη.   Κοιμόταν   στην   γη   και   ο   ύπνος του   διακοπτόταν  από   ολονύκτιες   προσευχές.   Θεωρώντας   τα   όλα  αυτά ακόμα ανεπαρκή, κουβαλούσε πάνω του σιδερένιες  αλυσίδες.  Οι  αδελφοί του  τον    αγαπούσαν   για   την   πραότητα   και   την   ταπείνωσή   του   και   ο ασκητικός του βίος προκαλούσε τον γενικό θαυμασμό. Με την   συναίνεση του   Αγίου  Διονυσίου  εργαζόταν   στην  κουζίνα,  στην  προετοιμασία  του άρτου, κουβαλούσε το νερό και  έκοβε ξύλα.   Αντέχοντας   την   θερμότητα του   πύρινου   φούρνου   ο   Όσιος  έλεγε:   «Άντεξε   αυτή   τη   φωτιά,   Ευθύμιε,  για να  μην  χρειαστεί  να   αντέξεις   τη   φωτιά   της   κολάσεως».

Ο  μεγάλος του ασκητικός  αγώνας   του   χάρισε  από  τον  Θεό   το  μεγάλο δώρο των δακρύων. Έτσι πέρασε πολλά έτη στην εργασία και την  άσκηση, μέχρι  την  στιγμή  που  έφθασε  η  ώρα  να  αλλάξει   τόπο   ασκήσεως.

Οι  πρίγκιπες  της  Σουζδαλίας  εκείνη   την  εποχή  είχαν  μεγάλη  επιρροή  και  δύναμη και η πόλη του  Βλαντιμίρ – έδρα  του μεγάλου πρίγκιπα για   μικρό χρονικό   διάστημα – ήταν  κάτω  από  την  επιρροή  τους.  Σιγά  σιγά   όμως,  οι πρίγκιπες   της  Σουζδαλίας  και  του  Βλαντιμίρ   έπρεπε να   υποταχθούν   στη Μόσχα και από καιρό σε καιρό να θέτουν τις   στρατιωτικές  τους  δυνάμεις στην διάθεση των  Μοσχοβιτών   πριγκίπων.   Παρόλα   αυτά  οι  πρίγκιπες  της Σουζδαλίας δεν παρέδωσαν   την   αυτονομία  τους  δίχως  να  αγωνισθούν.   Ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος Βασίλεβιτς κυριολεκτικά μετέφερε την πρωτεύουσά  του  ακόμα  πιο  μακριά   από   την   Μόσχα,   στο  Νίζνϊυ,   αλλά  στα τέλη του 14ου   αιώνα μ.Χ. ο πρίγκιπας της Μόσχας  Βασίλειος  Ντιμιτρίεβιτς, με την συγκατάθεση  του  χάνη  Τοχτάμυ,  κατέλαβε  την  πόλη,  βάζοντας έτσι   τέλος   στην   ανεξαρτησία   του   πριγκιπάτου   της   Σουζδαλίας   και   του Νίζνϊυ,   που  από  εκείνη   την   στιγμή   υπήχθησαν   στη   Μόσχα.

Ο  τελευταίος πρίγκιπας της Σουζδαλίας, Μπόρις, το έτος  1351  αποφάσισε να   ιδρύσει  στην  γενέτειρά  του  ένα   μοναστήρι   και   για  τον  σκοπό  αυτό επιθυμούσε να λάβει την ευλογία του ηγουμένου της μονής της Αναλήψεως, Αγίου Διονυσίου. Αφού έλαβε την ευλογία, ο πρίγκιπας ζήτησε να του αποστείλουν ένα μοναχό  για  να  επιτηρεί  την   κατασκευὴ και την οργάνωση του μοναστηριού. Ο πρίγκιπας επέστρεψε στη Σουζδαλία,  με   την   ευλογία   και   την   υπόσχεση   του   Αγίου  Διονυσίου  ότι  θα τον  βοηθήσει.

Στο   μεταξύ,   ο   Άγιος   Διονύσιος  επέλεξε   ανάμεσα  από  τους  μαθητές  του όχι μόνο αυτόν που θα έστελνε στη Σουζδαλία, αλλά και άλλους μοναχούς   για  να  τους  στείλει  σε  άλλα   μέρη,  ώστε  να   διακονήσουν   την Εκκλησία   και   τον  λαό  και  να   διαδοθεί   ο   μοναχισμός.  Αφού  κλήθηκε  η αδελφότητα,   ο   Άγιος  Διονύσιος  διάλεξε  δώδεκα  μοναχούς  από  τους  πιο δυνατούς στην πίστη και ζηλωτές και τους απέστειλε σε όλες  τις βορειοανατολικές  περιοχές   της  Ρωσίας.  Ο  Όσιος  Ευθύμιος,  που   ήταν    την εκείνη  την  εποχή  τριάντα  έξι  ετών,  ανέλαβε  την  υποχρέωση  να   πάει  στη Σουζδαλία,  στον  πρίγκιπα  Μπόρις,  αλλά  εξέφρασε  και  την  αμφιβολία   του για   το  άν   είχε   την  δύναμη  να  φέρει  εις  πέρας  ένα  τόσο  μεγάλο  έργο.   Ο Άγιος  Διονύσιος  είπε:  «Μην πέφτεις στην ανυπακοή, αλλά να είσαι υπάκουος  στον  Χριστό.  Πήγαινε  έχοντας   τον  Θεό   στην  οδό  σου,  ζήσε  ήρεμος και μη στενοχωρείσαι. Άν και θα είμαστε χωρισμένοι σωματικά,  θα  είμαστε ενωμένοι   πνευματικά   με   την   προσευχή».

Έτσι   ο   Στάρετς   Διονύσιος   ἔδωσε   κουράγιο   στον   μαθητή   του   και   για  να   τον παρηγορήσει   του  αποκάλυψε   ότι   ο  Θεός  θα   του   χάριζε   το   προνόμιο   της διορατικότητας.  Ο   ίδιος   ο   Άγιος   Διονύσιος   είχε   αυτό   το  χάρισμα  από  τον Θεό και τώρα βλέποντας το τι θα συνέβαινε στην ιστορία του   πριγκιπάτου της  Σουζδαλίας  και   του   Νίζνϊυ – Νοβγκοροντ,   δακρύζοντας   είπε   στον Ευθύμιο:   «Εξαιτίας  των  αμαρτιών   μας   και   της   αυξανόμενης  ανυπακοής   στο νόμο  του  Θεού,  η  πόλη  μας  θα   αφανισθεί,  οι   άγιες   Εκκλησίες   του  Θεού    και τα μοναστήρια θα καταστραφούν από τους ειδωλολάτρες και τους άπιστους».

Η   φοβερή πρόβλεψη έγινε πραγματικότητα και το πριγκιπάτο του   Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ καταστράφηκε από τους Τατάρους το έτος 1375, πυρπολήθηκε  δύο  φορές,  το  1377  και  το  1378,   ενώ   το   1445   η  Σουζδαλία έγινε πεδίο μάχης ανάμεσα στον μεγάλο   πρίγκιπα   Βασίλειο   Βασίλεβιτς και τις Ταταρικές δυνάμεις. Οι Ρώσοι ηττήθηκαν και ο πρίγκιπας φυλακίσθηκε. Οι δε Τάταροι λαφυραγώγησαν την μονή   της   Αναλήψεως.

Την  στιγμή  του  αποχαιρετισμού   ο   Άγιος   Διονύσιος   προειδοποίησε   τον Όσιο   Ευθύμιο  για  μία  συνάντηση  που  θα   είχε   στη   Σουζδαλία:   «Όταν  θα έχεις   φθάσει   στην   Σουζδαλία   και   στη   λαμπρή   Εκκλησία  της  Θεοτόκου,  εκεί θα   συναντήσεις   τον   Άγιο   Επίσκοπο   της   πόλεως».   Έτσι  ανάπαυσε  τον μαθητή  του,  λέγοντάς  του  ότι   θα  τύγχανε  από   τον   πρίγκιπα   και   τον Επίσκοπο   ευνοϊκής   υποδοχής,   προστασίας   και   υποστηρίξεως.

Κατά   την   διάρκεια   του   ταξιδῖου   του   προς   τη  Σουζδαλία   ο   Όσιος   Ευθύμιος βρήκε ένα μέρος, σε απόσταση  5 χιλιομέτρων  από την πόλη Γκοροχόμπεβο,  με  μία  λίμνη  περιβαλλόμενη  από  ένα  πυκνό  δάσος, που του  άρεσε   πολύ.   Ο   Όσιος  αποφάσισε  ότι  έπρεπε  να   χτίσει   εκεί  ένα   ναό αφιερωμένο  στον  Μέγα  Βασίλειο  και  ότι  έπρεπε,   στο   ίδιο   σημείο,   να ιδρύσει  ένα   μοναστήρι.

Φθάνοντας στη Σουζδαλία εισήλθε, όπως του είχε πει   ο   Άγιος   Διονύσιος, στο   ναό  της  Θεοτόκου  και  εκεί  συνάντησε τον Επίσκοπο της πόλεως, Δανιήλ.   Ο Επίσκοπος τον δέχθηκε  εγκάρδια, τον οδήγησε   στην   κατοικία του   και   συζήτησε   πολύ   μαζί   του.   Σύντομα   και   ο   πρίγκιπας   Μπόρις Κωνσταντίνοβιτς θέλησε να τον   συναντήσει.   Έτσι,  λοιπόν,  επισκέφθηκε τον   Όσιο   Ευθύμιο   και  του  εξέθεσε  τα   σχέδιά   του,  προτείνοντάς   τον   στον Επίσκοπο  ως   μελλοντικό   ηγούμενο   του   μοναστηριού.   Ο Επίσκοπος ενέκρινε   το   σχέδιο   του   πρίγκιπα   και  έδωσε   την   ευλογία   του.

Ο   πρίγκιπας     σηκώθηκε,   ευχαρίστησε   τον   Επίσκοπο   και  πρότεινε  να πάνε  αμέσως  και  οι  τρεις  να  επιλέξουν   το  σημείο   για   την   κατασκευή   του μοναστηριού. Όχι μακριά από την πόλη, στις όχθες του ποταμού Καμένκα, εντόπισαν ένα υψίπεδο και  εκεί  αποφάσισαν  να   θεμελιώσουν το ναό και τη μονή. Λίγο καιρό αργότερα τοποθέτησαν με κάθε επισημότητα τον θεμέλιο λίθο του ναού, που αφιερώθηκε στην Μεταμόρφωση του Κυρίου. Ο Όσιος Ευθύμιος αμέσως άρχισε την  εργασία για   να   προετοιμάσει   το  μέρος  της αναπαύσεώς   του.   Έκοψε  με  τα   χέρια του   τρεις   πέτρες   και  κατασκεύασε  από   αυτές  επάνω   στη  βορεινή  θύρα των  τειχών,  ένα   τάφο,  όπου  αργότερα   τοποθετήθηκε   το   ιερό   λείψανό   του.

Η κατασκευή του ναού ολοκληρώθηκε το έτος 1352 και ήταν τόσο περίλαμπρος που προκαλούσε τον θαυμασμό όλων. Ο  πρίγκιπας   Μπόρις διακόσμησε εικονογραφικά το ναό με δικά  του  έξοδα.   Ο  ναός εγκαινιάσθηκε  επίσημα,  αλλά   η   κατασκευή   του   ήταν   μονάχα   η   αρχή  του καθήκοντος που είχε  ανατεθεί   στον   Όσιο   Ευθύμιο.  Πράγματι,  απέμενε  να κατασκευασθούν τα κελιά για τους μοναχούς, η τραπεζαρία, διάφορα άλλα  προσκτίσματα,  καθώς  και  τα   τείχη   που  θα   ξεχώριζαν   τη    μονή  από τον  λοιπό  κόσμο.  Μέχρι  εκείνη   την   στιγμή   ο  Ευθύμιος  ήταν  ένας  απλός μοναχός,  αλλά   τώρα   που  θα   γινόταν   ο  πνευματικός   οδηγός   της  μονής, χειροτονήθηκε  από τον Επίσκοπο πρώτα διάκονος και έπειτα πρεσβύτερος,  για  να   τοποθετηθεί  αργότερα  αρχιμανδρίτης   της   μονής.

Ο   πρίγκιπας  Μπόρις  συνεισέφερε  με   γενναιοδωρία   στην   κατασκευή   της μονής,   δωρίζοντας   χρυσό   και   ασήμι  για  το  επιχρύσωμα   των   τρούλων   του ναού   και   άλλα   υλικά.   Ο   Όσιος   φρόντιζε  για   το   ιερό   αυτό  έργο  με  την εργασία,   την   άσκηση,  τα   δάκρυα   και   την   αδιάλειπτη   προσευχή.

Κατά  την  εορτή της    Μεταμορφώσεως  του  Κυρίου,  στη  Θεία  Λειτουργία, ενώ ο ευσεβής πρίγκιπας Μπόρις προσευχόταν με θέρμη, είδε ἕνα    όραμα. Ανάμεσα στους παριστάμενους είδε ξαφνικά έναν άγνωστο, που εξέπεμπε  ένα   υπέρλαμπρο  φως  και   του   οποίου  τα  άμφια  έλαμπαν εκτυφλωτικά. Ο πρίγκιπας  έκπληκτος, στο τέλος της   Θείας   Λειτουργίας, διηγήθηκε   στον   Όσιο   Ευθύμιο   αυτό  το  παράξενο  όραμα  και  του  ζήτησε κάποια  εξήγηση.   Ο   Όσιος  απάντησε:   «Άν  ο  Κύριος  θέλησε  να σου  τα αποκαλύψει,  σίγουρα  δεν  μπορώ  εγώ  να   σου   το   κρατήσω   κρυφό.   Αυτός   που είδες   ήταν   Άγγελος   του  Θεού  μαζί  με   τον   οποίο,  δίχως  να   είμαι   άξιος  και  με την θεία φιλευσπλαχνία, λειτουργούσα,   όχι  μόνο  σήμερα,  αλλά   πάντοτε. Αλλά  να  μην  διηγηθείς  όσο  ζεις  σε  κανέναν  τίποτα  για   το   όραμά   σου».

Από   ταπείνωση   ο   Όσιος  δεν  ήθελε  να  μάθει  ο  κόσμος  για  τις  αρετές  του. Μία  φορά,  όταν  ρωτήθηκε   ποια  είναι   η  ανώτερη  από  όλες  τις  αρετές, απάντησε:  «Αυτή  που  ασκείται  κρυφά».

Το έργο στο μοναστήρι προχωρούσε ακατάπαυστα. Κτίσθηκε ένας πέτρινος  ναός  αφιερωμένος  στον  Όσιο  Ιωάννη  της  Κλίμακος, στον  οποίο προστέθηκε μία τραπεζαρία και κάτω από αυτήν το αρτοποιείο.  Οι αδελφοί  της  μοναστικής  κοινότητας  πλήθαιναν  συνεχώς   και  στα  μέσα του 14ου  αιώνος, η αδελφότητα αριθμούσε  περί τους τριακόσιους μοναχούς. Υπήρχε άμεση ανάγκη να χτισθούν νέα κελιά. Όλα τακτοποιήθηκαν με την ευλογία του Θεού. Ένας  τρίτος  ναός  αφιερώθηκε στον Ἅγιο Νικόλαο,   Επίσκοπο   Μύρων της  Λυκίας  και  κατασκευάσθηκε αναρρωτήριο  για  τους  μοναχούς   και   τους  προσκυνητές.  Σύμφωνα  με  την παράδοση   ο  ίδιος  ο  Όσιος  Ευθύμιος  έσκαψε  το  πηγάδι  της  μονής,  από   το νερό   του  οποίου  αντλούσε  νερό  ολόκληρη  η  αδελφότητα.  Ως   καλὸς ποιμένας,   ο  Όσιος  επέβλεπε  με  διάκριση,  καθοδηγούσε  με  σοφία  και  με   το δικό του παράδειγμα, καλλιεργούσε στη μονή το   φρόνημα   της   υπακοής και  ενίσχυε  την  εκκλησιαστική  τάξη.

Το  έτος  1364  έπρεπε   να   ιδρύσει  ένα   καινούργιο   μοναστήρι,   πάντα  στην πόλη   της   Σουζδαλίας.   Ο  μεγαλύτερος  αδελφός  του   πρίγκιπα  Μπόρις, Ανδρέας, μεγάλος πρίγκιπας του Νίζνϊυ – Νόβγκοροντ και της Σουζδαλίας, λίγο προτού πεθάνει εξέφρασε την επιθυμία  να  οικοδομήσει ένα  καινούργιο  μοναστήρι,  για  να  πραγματοποιήσει  ένα  τάμα   που   είχε κάνει   στον   Θεό.   Ο   πρίγκιπας   φθάνοντας   στη   Σουζδαλία   ζήτησε την ευλογία   του   Επισκόπου  για  την  ανέγερση   της μονής.   Ο Επίσκοπος επικαλέσθηκε τον Όσιο Ευθύμιο.  Ο πρίγκιπας διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια   στον   Άγιο    πως  με   θαυματουργό   τρόπο   είχε  διασωθεί  από  μία καταιγίδα,   που   τον   είχε   σταματήσει   στο   ποτάμι   και  για  το  τάμα  που  είχε κάνει  για  να   ευχαριστήσει   τον   Θεό.   «Δώσε μου ένα  μέρος  από    την    άλλη πλευρά του  ποταμού, μπροστά από  το  μοναστήρι   σου»,   είπε    ο   πρίγκιπας.  Ο  Όσιος  αμέσως  συμφώνησε  και ευθύς   διάλεξε   μία    τοποθεσία    στην  όχθη  του  ποταμού    Καμέλκα,    μπροστά   από   τη   μονή   του   Σωτήρος,   όπου  με  επισημότητα τοποθετήθηκε  ο  θεμέλιος λίθος της μονής της Προστάτιδος   Θεοτόκου. Όταν ολοκληρώθηκε   το   μοναστήρι,  ο  Επίσκοπος  όρισε  ως    ηγουμένη    μία    ανεψιά    του    Αλεξάνδρου   της   Σουζδαλίας.

Όταν  ο  Όσιος  επισκέφθηκε  το  μοναστήρι, που  μόλις είχε  εγκαινιασθεί,  για να  συζητήσει  με  την  αδελφότητα,   μίλησε   προφητικά  για   τη    μελλοντική   δόξα   της  μονής   της  Προστάτιδος.  Πράγματι,  σε   αυτό θα  κατέληγαν  πολλές   χήρες   μεγάλων   πριγκίπων  και  Μοσχοβιτών  τσάρων,    που    επιθυμούσαν   να   ενδυθούν    το    μοναχικό    ένδυμα.

Όσο  αυστηρός    ήταν  με τον  εαυτό  του, ο  Όσιος,   τόσο   φιλεύσπλαχνος  ήταν   προς  τους   άλλους. Το μοναστήρι του,   τοποθετημένο   στα   περίχωρα μία   μεγάλης   πόλεως,  που  ήταν  σταυροδρόμι  πολλών  οδών,    ήταν  ανοικτό  για   όλους.   Ο ηγούμενος δεν αρνιόταν ποτέ   να   βοηθήσει   όποιον του  το  ζητούσε. Ο ξένος εύρισκε κοντά του καταφύγιο, ο φτωχός ελεημοσύνη,   ο   πεινασμένος  τροφή.  Η  ελεημοσύνη  και  γενναιοδωρία  του  σε  ορισμένους φαινόταν  υπερβολική   και  έτσι  αναγκαζόταν  να  ελεεί  στα  κρυφά, για  να μην  διεγείρει παράπονα  εκ  μέρους  της  αδελφότητας  και   την  οδηγήσει  σε πειρασμούς.   Εξαγόρασε   τα   χρέη αυτών   που  δεν   είχαν   τα   μέσα   να   αποπληρώσουν    τους    οφειλέτες    τους  και  συχνά  χάριζε  τα  χρέη   που    άλλοι   όφειλαν   στη   μονή.   Εξέθετε   τους άδικους και διεφθαρμένους δικαστές, προστατεύοντας    από    καταχρήσεις  όλους  όσοι  είχαν  άδικα  καταδικασθεί και  παρακαλούσε  να  συμπεριφέρονται    στους  αληθινούς  εγκληματίες    με   επιείκεια   και φιλευσπλαχνία.   Κάθε   αμαρτωλός   που  αναζητούσε   την   σωτηρία,  εύρισκε  σε  αυτόν  τον  οδηγό  της  μετάνοιας.    Με   την   προσευχή   του  θεράπευε  ασθενείς   και    δίωκε  τα    δαιμόνια.

Όταν  ο  Όσιος  ένιωσε  ότι  το  τέλος  του  είναι πλέον  κοντά,  κάλεσε  όλους   τους    μοναχούς  και  ευλόγησε  τον   καθένα   ξεχωριστά.   Τους  εμπιστεύθηκε   όλους  στα   χέρια   του   Θεού.   Τους   ασπάσθηκε   πατρικά   και  ζήτησε  συγγνώμη από όλους. Στην συνέχεια   κοινώνησε   των   Αχράντων Μυστηρίων   και   παράδωσε    την    ψυχή    του    στον   Άγιο   Θεό.

Ο  Όσιος  Ευθύμιος  κοιμήθηκε  με ειρήνη  το  έτος  1404,  σε  ηλικία  ογδόντα   οκτώ    ετών.   Οι  μοναχοί  ενταφίασαν το  ιερό   λείψανό    του    κάτω  από  τα  τείχη   του    ναού   της  Μεταμορφώσεως,  στο  μνήμα  που   κατά    την  κατασκευή  του ναού, ο Όσιος είχε κτίσει με τα ίδια του τα χέρια.
Μετά  την   κοίμησή   του, ο Όσιος Ευθύμιος συνέχισε να προστατεύει το μοναστήρι, όπως μαρτυρούν τα πολλά θαύματα που έλαβαν χώρα  πλησίον του   τάφου του.  Στις  4  Ιουλίου  1507, με την ευκαιρία της  ανακατασκευής  του ναού  τα  ιερά  λείψανά  του  βρέθηκαν  άφθαρτα.

 

 

Saint Euthymius the Wonderworker

 

 

 

Osios Efthymios, the Wonderworker, was born in 1316 in the city of Nizhny Novgorod of Russia, a small town located at the confluence of the rivers Volga and Oka, in the prince of Suzdal. It was the years of the Tatar yoke and the internal wars between the Russian princes. Russia had to suffer wars, fires and devastation. While the pagans ravaged cities and monasteries and killed the peaceful inhabitants or slaughtered them, the Christian princes, instead of defending their opponents against the oppressors, raised the fratricidal hand against each other, inviting the idolaters often to help them with the help of the Tatar-Angolan forces to add to their domination new lands that grabbed them by neighboring princes. The young ascetics in that difficult period contributed with their wisdom and their mental strength, and they were committed to the spiritual deprivation of the Russian people.

The Savior, since his childhood, has expressed his thirst for his letters and his love for lonely life. In his childhood, under the guidance of his village's novice, he began to learn to read and write, in order to be able to read the divine Sacraments and works of the Holy Fathers. Games were not interested.

The second school of little Euthymius was the house of the Lord, where he often went. He retired to a dark side of the Church, not to engage in meaningless conversations, and gathered in the prayer and reading of the Psalter, the Gospel and the Acts of the Apostles. He understood deeply the thought of Paul the Apostle that the Christian must be a child in terms of purity and man in logic. Among those who surrounded him, he heard narratives about saints, who imitated the angelic life withdrew from the world and luxuries, became hermits and lived in peace and repentance. The young man's soul matured the decision to dedicate his life to God completely. So he sought a spiritual instructor who could lead him to the path of finishing.

His spiritual guidance was taken by Saint Dionysios, a monk in the Nile Cave of Nijnogorod and later Archbishop of Suzdalia († 26 June and 15 October). But how did Ephithimus associate with his holy elder?

About 1330, a devout monk named Dionysius arrived in Nizhny-Novgorod. He dug a cave on a steep bank of Volga and settled there, devoted to ascetic life. The rumors of his ascetic life soon spread to the outskirts, and the world began to address him, asking him to counsel and pray for them. So a group of students was created and next to the original cave was built a monastery and a Church dedicated to Ascension of the Lord. But Euthymius had often heard the ascetic talking about them. One day, then, he decided to visit the monastery to meet him. When he eventually arrived, he fell on the feet of the old ascetic, drowning with tears, but did not manage to express what his heart desired. Startec told him to stand up and asked, "Why, my child, did you come to me the miserable and vain?" The young man then replied: "Father, take me to your holy and exquisite flock. I wish, oh my God, to allow me to live the monastic life and to be oriented towards you on the path of salvation. "

Saint Dionysios was astonished at the desire of the young and gave him courage by glorifying God for his decision to deny the luxuries of the world and to take on the divine yoke on his shoulders.

After letting the young man enter his cell, he had a spiritual conversation with him in order to examine his true intentions, and after he was convinced of the sincerity of the character of the young Euthymius, the monk called him a little later, giving him the name Efthimios.

The heart of the monk Efthimios was filled with joy and sent to the Lord a glorious supplication: "I bless you, Lord Jesus Christ, God, for my salvation, for you have judged me, the sinner and the vain, worthy to receive the coveted salvation.

Efthimios devoted himself to practicing unceasing prayer and fasting, wanting to master his desires. On the day he performed with obedience and zeal the duties assigned to him by the fathers of the monastery. At night he retired to a cave alone and prayed fiercely to the Lord without ever sleeping. He especially loved keeping fasting and asked Saint Dionysios the blessing to eat every two or three days. Startec, limiting the exuberant zeal of the young monk, did not give him the blessing and urged him to eat every day with the lonely community.

Euthymios obeyed, but ate only to avoid death from hunger. Sometimes he did eat, so as not to draw the attention of his brothers to his excessive starvation. He only drank water and only when the thirst became intolerable. He slept on earth and his sleep was interrupted by overnight prayers. Considering all this, he was carrying iron chains. His brothers loved him for his gentleness and humiliation, and his ascetic life caused general admiration. With the consensus of St. Dionysios he worked in the kitchen, preparing bread, carrying water and cutting wood. Bearing the heat of the fiery furnace, the Ossios said, "Come on this fire, Ehimmi, so that you do not have to endure the fire of hell."

His great ascetic struggle gave God the great gift of tears. So he spent many years working and practicing until the time has come to change his place of practice.

The princes of Suzdalia at that time had great influence and power, and the city of Vladimir - the seat of the great prince for a short time - was under their influence. But slowly, the princes of Suzdal and Vladimir had to subdue to Moscow and from time to time put their military forces at the disposal of the Moscovite princes. However, the princes of Suzdalia did not surrender their autonomy without fighting. Prince Constantine Vasilev literally moved his capital even further from Moscow to Nizhny, but at the end of the 14th century AD. the prince of Moscow, Basil Dimitrievic, with the consent of Khani Tahtami, captured the city, thus putting an end to the independence of the prince of Suzdal and Nizhny, who had since been subjected to Moscow.

The last prince of Suzdalia, Boris, decided in 1351 to establish a monastery in his hometown and he wanted to receive the blessing of the abbot of the Ascension, Agios Dionysios. After receiving the blessing, the prince asked for a monk to send to him to oversee the construction and organization of the monastery. The prince returned to Suzdal, with the blessing and promise of Saint Dionysios to help him.

In the meantime, Saint Dionysius chose among his disciples not only the one who would send to Suzdal, but also other monks to send them to other places in order to consecrate the Church and the people and to spread monasticism. After the brotherhood was called, Saint Dionysius chose twelve monks of the strongest in faith and zealots and sent them to all northeastern regions of Russia. Osios Efthymios, who was at that age of thirty-six years, undertook to go to Suzdal, Prince Boris, but he also expressed his doubts as to whether he had the power to carry out such a great work. St. Dionysios said: "Do not fall into disobedience, but be obedient to Christ. Go with God on your way, live calm and do not worry. Although we will be physically separated, we will be spiritually united with prayer. "

So Stratec Dionysios gave courage to his disciple and to comfort him revealed that God would give him the privilege of insight. Saint Dionysius himself had this charisma from God and now seeing what would happen in the history of the prince of Suzdal and Nizhny-Novgorod, tearing said to Euthymius: "Because of our sins and the increasing disobedience to the law of God, our city will be destroyed, the holy churches of God and the monasteries will be destroyed by idolaters and unbelievers. "

The terrible prediction became reality, and the prince of Nizhny-Novgorod was destroyed by the Tartars in 1375, burnt twice, in 1377 and 1378, and in 1445 Suzdalia became a battlefield between the great Prince Vasilevich and the Tatar forces. The Russians were defeated and the prince was imprisoned. The Tartars defrauded the monastery of Ascension.

At the time of the farewell, Saint Dionysios warned Osio Efthimios for a meeting he would have in Suzdalnia: "When you have reached Suzdal and the blessed Church of the Virgin, there you will meet the Holy Bishop of the city." So he rested his pupil, telling him that he would receive from the Prince and the Bishop favorable reception, protection and support.

During his trip to Suzdal, Osios Efthymios found a place 5 km from the town of Gorokovevo, with a lake surrounded by a dense forest, which he liked very much. The Savior decided that he had to build a temple dedicated to the Great Kingdom and that he had to build a monastery at the same place.

Upon reaching Siddhalia, as Saint Dionysios had told him, he entered the Temple of Theotokos and met there the Bishop of the City, Daniel. The Bishop received him cordially, led him to his residence and talked with him very much. Soon, Prince Boris Konstantinovic also wanted to meet him. So, he visited Osios Efthimios and presented his plans, proposing him to the Bishop as future abbot of the monastery. The Bishop approved the prince's plan and gave his blessing.

The prince stood up, thanked the Bishop and suggested that they immediately go all three to choose the point for the construction of the monastery. Not far from the city, on the banks of the River Kamenka, they found a high ground and there they decided to build the temple and the monastery. Soon afterwards, they placed with all their official stature the foundation stone of the temple dedicated to the Metamorphosis of the Lord. Saint Efthimios immediately began work to prepare for his part of his rest. He cut off three stones with his hands and built them on the northern door of the walls, a tomb where later his holy relic was placed.

The construction of the temple was completed in the year 1352 and was so enveloping that it caused the admiration of all. Prince Boris decorated the church at his own expense. The temple was officially inaugurated, but its construction was only the beginning of the task entrusted to Osios Efthimios. Indeed, the cells for the monks, the dining room, various other additions, and the walls that distinguished the monastery from the rest of the world remained. Until that moment Euthymios was a simple monk, but now that he would become the spiritual guide of the monastery, he was ordained by the Bishop first deacon and then eldest, in order to later place the archimandrite of the monastery.

Prince Boris contributed with generosity to the construction of the monastery, donating gold and silver for the gilding of the church domes and other materials. The Savior took care of this sacred work with labor, exercise, tears and unceasing prayer.

During the Feast of the Lord's Transfiguration, in the Divine Liturgy, while the devout Prince Boris prayed with fervor, he saw a vision. Among the present, he suddenly saw an unknown, emitting a glittering light, whose vestments were blindingly shining. The prince, surprised at the end of the Divine Liturgy, told Osios Efthymius this strange vision and asked for some explanation. The Savior replied: "If the Lord wanted to reveal it to you, I certainly can not keep it hidden. The one you saw was Angel of God with whom, without being worthy and with the divine mercy, I was working not only today but always. But do not tell as long as you live in nothing for your vision. "

From humiliation Osios did not want the world to know about his virtues. Once, when asked who is the superior of all virtues, he replied: "Who is secretly practiced."

The work at the monastery went on unceasingly. A stone church was built dedicated to Osios Ioannis of Klimakos, to which a dining room was added and below this bakery. The brothers of the monastic community were constantly rejoicing and in the middle of the 14th century, the brotherhood numbered about three hundred monks. There was an urgent need to build new cells. They all settled with the blessing of God. A third temple was dedicated to yo Nicholas, Bishop of Myron of Lycia, and a sanctuary for monks and pilgrims was constructed. According to the tradition, the Holy Euthymius himself dug the well of the monastery, from whose water the entire brotherhood was pumped. As a good shepherd, the Osios oversaw with distinction, wisely guided, and with his own example cultivated the obedience of the obedience and strengthened the ecclesiastical order.

In the year 1364 he had to establish a new monastery, always in the city of Suzdal. His elder brother, Prince Boris, Andreas, the great prince of Nizhny-Novgorod and Suzdal, shortly before he died, expressed the desire to build a new monastery to carry out a treasure he had made to God. The Prince, reaching Suzdal, asked for the blessing of the Bishop to build the monastery. The Bishop invoked Osios Efthimios. The prince told the Saint in every detail that he was miraculously saved from a storm that had stopped him in the river and from the vow that he had made to please God. "Give me a place on the other side of the river, in front of your monastery," said the prince. The Osios immediately agreed and immediately chose a site on the banks of the River Kamelka, in front of the monastery of Sotiros, where the foundation stone of the monastery of the Protestant Virgin Mary was placed. When the monastery was completed, the Bishop appointed as a martyr an insult of Alexandros of Suzdalia.

When Osios visited the monastery, which had just been inaugurated to discuss with the brotherhood, he spoke prophetically about the future glory of the protest monastery. Indeed, many widows of great princes and Moscovites of Tsar, who wished to wear lonely clothing, would end up in it.

As strict as he was with himself, the Saint, so merciful to others. His monastery, set in the outskirts of a large city, a crossroads of many streets, was open to everyone. The abbot never refused to help anyone who was asking for it. The stranger found near his shelter, the poor alms, the hungry food. His charity and generosity in some seemed excessive, and he was forced to be secretly obsessed, not to make complaints on behalf of the fraternity and lead her to temptation. He bought the debts of those who did not have the means to repay their debtors, and often redeemed the debts that others owed to the monastery. Explain the unjust and corrupt judges, protecting from abuse all those who were unjustly condemned and begged to behave to the true criminals with grace and charity. Every sinner who sought salvation found in this guide of repentance. With his prayer he healed the sick and persecuted the demons.

When Osios felt that his end was near, he called all the monks and blessed each one separately. He has entrusted them all to God's hands. He paternally took them and apologized to everyone. Then he shared the Achranth Mysteries and delivered his soul to the Holy God.

Sosios Efthymios slept peacefully in the year 1404, at the age of eighteen. The monks buried his holy relic beneath the walls of the Temple of Metamorphosis, in the monument that, during the construction of the temple, Osios had built with his own hands.

After his death, Osios Efthymios continued to protect the monastery, as evidenced by the many miracles that took place near his tomb. On July 4, 1507, on the occasion of the reconstruction of the temple, his holy relics were found indestructible.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου