Τετάρτη 2 Ιουνίου 2021

Ο Άγιος Έρασμος ο Ιερομάρτυρας και οι συν αυτώ μαρτυρήσαντες

 


Ο  Άγιος Ιερομάρτυς Έρασμος έζησε κατά  τους χρόνους  των  αυτοκρατόρων   Διοκλητιανού   (284 – 305 μ.Χ.)  και    Μαξιμιανού  (285 – 305 μ.Χ.)   και   καταγόταν    από    την    Αντιόχεια  της  Συρίας.

Από   μικρή   ηλικία   αγάπησε  την  άσκηση   και    τη   μοναχική    πολιτεία   και   αργότερα   εξελέγη   Επίσκοπος  της   Εκκλησίας  του Χριστού.   Από   αποστολικό   ζήλο   κινούμενος   περιερχόταν   διάφορα μέρη   και κήρυττε   το  Ευαγγέλιο  του   Χριστού   τελώντας   πλήθος θαυμάτων  και  προσελκύοντας πολλούς   ειδωλολάτρες  στην   αληθινή  πίστη.  Εκήρυξε   στη    Θράκη, τη Μακεδονία και στην πόλη των Λυχνιδών   της   Αχρίδος.   Για την αποστολική δράση αυτού καταγγέλθηκε στον αυτοκράτορα Μαξιμιανό, που  διέτριβε  στην  Ερμούπολη  του  Ιλλυρικού, και αρνηθείς να θυσιάσει στα είδωλα βασανίσθηκε  και  κλείσθηκε  στη  φυλακή.  Όταν   ο   αυτοκράτορας  κάλεσε   και  πάλι   τον  Άγιο   Έρασμο  ενώπιόν   του,   τον   ρώτησε   ποιος   είναι    ο   Θεός   του   και   γιατί    Τον    προσκυνά.    Αλλά   επειδή  ο  Άγιος  σιωπούσε,  ο τύραννος οργίσθηκε  και  διέταξε  να   τον κτυπήσουν.   Ο   Άγιος  ερώτησε  το  βασιλέα,  γιατί  τον  κτυπούν. Ο τύραννος    του    αποκρίθηκε   ότι   τον   κτύπησε,  γιατί    δεν   θυσιάζει στους   θεούς.   Τότε   ο    Άγιος   ζήτησε    να    του    δείξει    ο    βασιλέας  ποιους  θεούς  να    προσκυνήσει.    Εκείνος    τότε  νόμισε   ότι   ο   Άγιος ήθελε να  θυσιάσει   στα   είδωλα   και   τον   οδήγησε    στο   ναό    του    Δία   δείχνοντάς του  το είδωλό   του,  το  οποίο   ήταν    χάλκινο,   δώδεκα μέτρα    ύψος  και  έξι  μέτρα   πλάτος. Τότε   ο    Άγιος   έστρεψε   προς αυτό   βλοσυρό    το   βλέμμα.  Και    το   θαύμα    έγινε! Το   είδωλο   αμέσως   έπεσε   και    έγινε   κομμάτια. Από   το είδωλο,  λέγει   το Συναξάρι,  εξήλθε  ένας  δράκοντας.   Ο    αυτοκράτορας   φοβήθηκε   και  το   πλήθος   προσέπεσε  στα  πόδια του  Μάρτυρος  και πολλοί  πίστεψαν στον   Χριστό.  Ήσαν   δε   οι   βαπτισθέντες  περί   τους   20.000.   Οι  στρατιώτες   συνέλαβαν   και    πάλι   τον   Άγιο   και    τον   οδήγησαν ενώπιον  του  αυτοκράτορος   μαζί   με   τους   πιστούς   που   βαπτίσθηκαν.  Ο    ηγεμόνας   έδωσε   εντολή   οι   20.000    Χριστιανοί    που   πίστεψαν  στον  Χριστό   να    αποκεφαλισθούν   και   ο    Άγιος    να  ενδυθεί  με πυρακτωμένο χαλκό. Όμως η  Χάρη   του   Θεού   μετέβαλε   το πυρακτωμένο   χαλκό   σε ψυχρό  μέταλλο. Μετά  από  αυτά  ο  Άγιος  οδηγήθηκε και  πάλι  στη φυλακή, από   την  οποία   λυτρώθηκε,  όπως    ο  Απόστολος    Πέτρος    από   τη   φυλακή   του   Ηρώδου.   Άγγελος   Κυρίου   τον   ελευθέρωσε   και    τον   οδήγησε   στην   Καμπανία,   στην πόλη   που   ονομαζόταν   Φρυμός,   για   να   κηρύξει    και    εκεί    το  λόγο   του    Ευαγγελίου.   Γι’ αυτό    και  θεωρείται  Επίσκοπος  της πόλεως   Φόρμι   της    Ιταλίας.

Λίγο   πριν   την   κοίμησή   του   ο  Άγιος  Έρασμος   επέστρεψε   στη Χερμελία    της   Αχρίδος.   Προαισθανόμενος    το   τέλος   του, προσκύνησε   τρεις   φορές    κατά    ανατολάς    και   παρεκάλεσε    τον Θεό  να  χαρίζει  άφεση  αμαρτιών και  ζωήν   αιώνια   σε   εκείνους   που θα   επικαλούνταν   το   όνομά   του   και    θα  τελούσαν   τη    μνήμη   του. Ο    Άγιος    Θεός   άκουσε   την   παράκλησή   του   και   αμέσως ακούσθηκε   φωνή  από τον ουρανό που έλεγε:   «Έτσι, όπως προσευχήθηκες,  θα   γίνει».  Μόλις  ο  Άγιος  άκουσε  αυτό,  η   ψυχή του  γέμισε   χαρά.  Κατόπιν  έστρεψε   τα   μάτια   του   στον   ουρανό,    όπου  είδε   υπέρλαμπρο στεφάνι  να κατέρχεται επ’ αυτόν και τάγματα Αγγέλων, χορούς Προφητών και Αποστόλων, πλήθος Μαρτύρων  και  τάξεις   Δικαίων,  που  έρχονταν   να    τον    προϋπαντήσουν.  Από    τα βάθη   της   καρδιάς    του   ανεφώνησε:   «Κύριε,  Ιησού   Χριστέ,   δέξαι  το πνεύμά   μου».  Έτσι   ο   Άγιος   Έρασμος   κοιμήθηκε  με  ειρήνη  το  303 μ.Χ.,  και   κληρονόμησε  τη    Βασιλεία   του    Θεού.    
Ο   Άγιος   Έρασμος   θεωρείται   προστάτης   των   ασθενών  που   πάσχουν   από   στομαχικές   ασθένειες    και    κολικό.

 

Saint Erasmus the Hieromartyr and the other witnesses

 

 

Saint Hieromartyr Erasmus lived during the times of Emperors Diocletian (284-305 AD) and Maximian (285-305 AD) and came from Antioch of Syria.

From an early age he loved exercise and the lonely state and was later elected Bishop of the Church of Christ. An apostolic zealot moved through various places and preached the Gospel of Christ, enduring a multitude of miracles and attracting many idolaters to true faith. He proclaimed in Thrace, Macedonia and in the city of Lights of Ohrid. For his apostolic action he was reported to Emperor Maximianus, who ruled in Hermoupolis of Illyricum, and refused to sacrifice to idols was tortured and imprisoned. When the emperor again called Saint Erasmus before him, he asked him who his God was and why he worshiped him. But because the Saint was silent, the tyrant became angry and ordered him to be beaten. The Saint asked the King why they beat him. His tyrant responded that he had beaten him because he did not sacrifice to the gods. Then the Saint asked the king to show him which gods to worship. He then thought that the saint wanted to sacrifice to idols and led him to his temple of Jupiter by showing him his bronze idol, twelve meters high and six meters wide. Then the Saint turned her gaze towards her. And the miracle was done! The image immediately fell and became pieces. From the idol, says Xunxari, a dragon came out. The emperor was frightened and the crowd came to the feet of the Witness and many believed in Christ. There were about 20,000 baptized. The soldiers again arrested the Saint and led him before the Emperor along with the baptized faithful. The ruler commanded the 20,000 Christians who believed in Christ to be beheaded and the Saint to be clothed in glowing copper. But the Grace of God turned the glowing copper into a cold metal. After this the Saint was again led to the prison, from which he was redeemed, like the Apostle Peter from Herod's prison. An angel of the Lord freed him and led him to Campania, in the city called Freymus, to preach the gospel there. That is why he is considered a Bishop of the city of Formi, Italy.

Shortly before his death, Saint Erasmus returned to Hermelia of Ohrid. Sensing his end, he bowed three times to the east and begged God to grant the remission of sins and eternal life to those who would call upon his name and perform his memory. The Holy God heard his prayer and immediately a voice from heaven said, "As you prayed, it shall be done." As soon as the Saint heard this, his soul was filled with joy. Then he turned his eyes to the sky, where he saw a dim wreath falling down on him and orders of Angels, Dances of the Prophets and Apostles, a multitude of Witnesses, and ranks of Justices coming to preach. From the bottom of his heart he exclaimed, "Lord, Jesus Christ, receive my spirit." Thus Saint Erasmus slept peacefully in 303 AD, and inherited God's Kingdom.

Saint Erasmus is considered a protector of patients suffering from stomach ailments and colic.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου