Ο Άγιος Ιωάννης (Μαξίμοβιτς) γεννήθηκε στην πόλη Νεζχίνο της Ρωσίας, το 1651, από τον Μάξιμο Βασίλεβιτς και την Ευφροσύνη. Η οικογένειά του είχε επτά υιούς και ο Ιωάννης ήταν ο μεγαλύτερος. Μετά την ολοκλήρωση των εγκύκλιων σπουδών του φοίτησε στην Εκκλησιαστική Ακαδημία του Κιέβου, από την οποία αποφοίτησε ως διδάσκαλος της λατινικής γλώσσας. Το 1680, εκάρη μοναχός στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου και αφοσιώθηκε στην άσκηση και την προσευχή.
Στο νέο μοναχό δόθηκε, με τη συγκατάθεση των αδελφών της μονής, που έβλεπαν το πνευματικό πρόσωπο του Ιωάννου, το διακόνημα του κηρύγματος. Από εκείνη τη στιγμή ο Ιωάννης προικίσθηκε με το χάρισμα της ευγλωττίας. Το κύριο θέμα των ομιλιών του ήταν πως μπορεί ο άνθρωπος με πνευματική ανδρεία να εφαρμόσει το θέλημα του Θεού και τις εντολές του Χριστού στη ζωή του, για να κερδίσει τη Βασιλεία των Ουρανών. Η πνευματική του μελέτη, υπό τον τίτλο «Ηλιοτρόπιον», απαντά σε σωτηριολογικά θέματα που απασχολούν τον πιστό.
Το 1658, αποστέλλεται για ιεραποστολική εργασία στη Μόσχα. Εκεί, διορίσθηκε από τον Πατριάρχη Ιωακείμ (1674 – 1690) ως εφημέριος της μονής Μπριάνσκ – Σβένσκ, που ήταν κάτω από τη μονή των Σπηλαίων της Λαύρας του Κιέβου. Το 1695, ο Άγιος Θεοδόσιος († 5 Φεβρουαρίου), Αρχιεπίσκοπος Τσέρνιγκωφ, διόρισε τον ιερομόναχο Ιωάννη, ως αρχιμανδρίτη της μονής Ελέτσκ. Εδώ, ο Ιωάννης, που αγαπούσε και σεβόταν πολύ τον Άγιο Θεοδόσιο, θεραπεύθηκε από σοβαρή ασθένεια δια της προσευχής του Αγίου. Μόλις ασθένησε το ανέφερε στον Άγιο Επίσκοπο Θεοδόσιο, ο οποίος του έδωσε αμέσως εντολή να συνεχίσει το διακόνημά του και να έχει πίστη στον Θεό. Ο Ιωάννης αμέσως υπάκουσε στην εντολή του Αγίου Θεοδοσίου, διότι εμπιστευόταν τη δύναμη της πίστεώς του προς τον Θεό. Την επομένη, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, ο Ιωάννης ήταν τελείως καλά.
Στις 10 Ιανουαρίου 1697, ο Πατριάρχης Μόσχας Αδριανός (1690 – 1700) εξέλεξε τον Ιωάννη Επίσκοπο Τσέρνιγκωφ και η χειροτονία έγινε στον καθεδρικό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Κρεμλίνου. Ο Ιωάννης ανέλαβε με φόβο Θεού τα καθήκοντά του και έριξε ιδιαίτερο βάρος στην πνευματική ανύψωση και καλή οργάνωση των εκκλησιαστικών σχολείων. Θαυμαστή ήταν επί των ημερών του η Εκκλησιαστική Σχολή του Τσέρνιγκωφ και η δραστηριότητα του εκκλησιαστικού τυπογραφείου που οργάνωσε.
Ο Ιωάννης επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για τους μοναχούς της πολιτείας του Αγίου Όρους, και ιδιαίτερα για τους αδελφούς της μονής Παντελεήμονος, προς την οποία απέστειλε σημαντική βοήθεια.
Το 1711, Μητροπολίτης πλέον Τομπόλσκ και πάσης Σιβηρίας, εργαζόταν με φόβο Θεού για την πνευματική ανύψωση του λαού του Θεού. Αναδιοργάνωσε το περίφημο ιεραποστολικό σεμινάριο, που είχε ιδρύσει το 1727 ο μακαριστός προκάτοχός του Μητροπολίτης Φιλόθεος († 1727), και συνέχισε την αποστολική διάδοση του λόγου του Θεού μεταξύ των ειδωλολατρών της Σιβηρίας. Το 1714, ανέθεσε στον αρχιμανδρίτη Ιλαρίωνα (Λεζχάϊσκυ) ιεραποστολική εργασία στο μακρινό Πεκίνο, ενώ στην πόλη του Τομπόλσκ ανέπτυξε τη συγγραφική και εκδοτική δραστηριότητα.
Ο Άγιος Ιωάννης, ως ποιμένας, ήταν ήρεμος και ατάραχος, ειλικρινής και διακριτικός, φιλάνθρωπος και φιλεύσπαγχνος. Βοηθούσε πολύ τους πτωχούς μοιράζοντάς τους κρυφά, ενδεδυμένος ως απλός μοναχός, γενναιόδωρες ελεημοσύνες με την παράκληση να δεχθούν αυτό που τους έδινε στο Όνομα του Ιησού Χριστού. Το επισκοπικό οίκημα ήταν πάντοτε ανοικτό γι’ αυτούς που το χρειάζονταν, όπως και η καρδιά του. Ακόμη και την ημέρα της κοιμήσεώς του, το 1715, μετά τη Θεία Λειτουργία, είχε παραθέσει τράπεζα προς τιμήν των κληρικών του. Αφού τους διακόνησε ταπεινά ο ίδιος, πήραν την ευχή του και ο Άγιος Ιωάννης αποσύρθηκε στο κελί του. Όταν χτύπησε η καμπάνα για τον Εσπερινό, ο Άγιος Ιωάννης προσευχόταν γονατιστός. Έτσι παρέδωσε το πνεύμά του στὸν Θεό και ενταφιάσθηκε με κάθε ευλάβεια και τιμή στο παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου του Καθεδρικού ναού του Τομπόλσκ.
St. John, Metropolitan of Tobolsk and all of Siberia
Saint John (Maximovich) was born in the city of Nezhino, Russia, in 1651, to Maximos Vasilevich and Euphrosyne. His family had seven sons and John was the eldest. After completing his circular studies he studied at the Ecclesiastical Academy in Kiev, from which he graduated as a teacher of Latin. In 1680, he became a monk in the Kiev Cave Lavra and devoted himself to practice and prayer.
The new monk was given, with the consent of the brothers of the monastery, who saw the spiritual face of John, the ministry of the sermon. From that moment on, John was endowed with the gift of eloquence. The main theme of his speeches was that man with spiritual courage can apply the will of God and the commands of Christ in his life, to win the Kingdom of Heaven. His spiritual study, entitled "Sunflower", answers salvific issues that concern the believer.
In 1658, he was sent on a mission to Moscow. There, he was appointed by Patriarch Joachim (1674 - 1690) as pastor of the Bryansk-Svensk Monastery, which was under the Kiev Cave Lavra Monastery. In 1695, Saint Theodosius († February 5), Archbishop of Chernigov, appointed the monk John as archimandrite of the Eletsk monastery. Here, John, who loved and respected Saint Theodosius very much, was cured of a serious illness through the Saint's prayer. As soon as he became ill, he reported it to Saint Bishop Theodosius, who immediately ordered him to continue his ministry and have faith in God. John immediately obeyed the command of St. Theodosius, because he trusted the power of his faith in God. The next day, after the Divine Liturgy, John was completely well.
On January 10, 1697, the Patriarch of Moscow Hadrian (1690 - 1700) elected John Bishop of Chernigov and was ordained in the Cathedral of the Assumption of the Blessed Virgin in the Kremlin. John, in the fear of God, undertook his duties and placed special emphasis on the spiritual upliftment and good organization of the ecclesiastical schools. The Chernigov Ecclesiastical School and the activity of the ecclesiastical printing house he organized were admirable in his day.
John showed special interest for the monks of the state of Mount Athos, and especially for the brothers of the monastery of Panteleimon, to whom he sent important help.
In 1711, now Metropolitan of Tobolsk and all of Siberia, he worked in the fear of God for the spiritual upliftment of God's people. He reorganized the famous missionary seminary, founded in 1727 by his blessed predecessor Metropolitan Philotheos († 1727), and continued the apostolic spread of the word of God among the pagans of Siberia. In 1714, he commissioned Archimandrite Hilarion (Lezhaisky) to carry out missionary work in faraway Beijing, while in the city of Tobolsk he developed his writing and publishing activities.
Saint John, as a shepherd, was calm and restless, sincere and discreet, philanthropic and compassionate. He helped the poor a lot by secretly distributing them, dressed as a simple monk, generous alms asking them to accept what he gave them in the Name of Jesus Christ. The episcopal house was always open to those who needed it, as was his heart. Even on the day of his sleep, in 1715, after the Divine Liturgy, he had set up a bank in honor of his clergy. After he humbly served them, they received his wish and Saint John withdrew to his cell. When the bell rang for Vespers, Saint John was praying on his knees. So he surrendered his spirit to God and was buried with all reverence and honor in the chapel of St. John Chrysostom of the Tobolsk Cathedral.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου