Τετάρτη 26 Μαΐου 2021

Μεσοπεντηκοστή

 


Την  Τετάρτη  μετά  την  Κυριακή   του   Παραλύτου  πανηγυρίζει   η  Εκκλησία μας  μία μεγάλη  δεσποτική εορτή, την εορτή της  Μεσοπεντηκοστής.   Τα βυζαντινά χρόνια,  η  εορτή  της  Μεσοπεντηκοστής   ήταν    η    μεγάλη   εορτή   της    Μεγάλης    Εκκλησίας   της    Κωνσταντινουπόλεως    και   συνέτρεχαν  κατ’  αυτή στον    μεγάλο   ναό    πλήθη    λαού.    Δεν   έχει   κανείς   παρά   να ανοίξει    την  Έκθεση της  Βασιλείου  Τάξεως  (Κεφ. 26)  του  Κωνσταντίνου   Πορφυρογέννητου   για   να   δει   το   επίσημο    τυπικό του   εορτασμού,    όπως   ετελείτο    μέχρι   την   Μεσοπεντηκοστή   του έτους  903   μ.Χ.   στον  ναό   του   Αγίου   Μωκίου  στην Κωνσταντινούπολη,    μέχρι    δηλαδή    την    ημέρα   που   έγινε    η  απόπειρα    κατά   της    ζωής    του    αυτοκράτορος    Λέοντος   ΣΤ’   του  Σοφού   (11   Μαΐου   903   μ.Χ.).    Εκεί    υπάρχει  μία   λεπτομερής περιγραφή   του   λαμπρού    πανηγυρισμού,  που καταλαμβάνει ολόκληρες   σελίδες   και    καθορίζει  με  την  γνωστή  παράξενη βυζαντινή   ορολογία,  πως    ο    αυτοκράτωρ   το   πρωί    της    εορτής    με  τα  επίσημα   βασιλικά    του    ενδύματα    και   την   συνοδεία    του  ξεκινούσε  από  το  ιερό    παλάτι    για    να   μεταβεί    στον   ναό   του  αγίου   Μωκίου,   όπου   θα   ετελείτο   η    θεία   λειτουργία.    Σε    λίγο  έφθανε   η   λιτανεία    με    επικεφαλής    τον   πατριάρχη.   Και   βασιλεύς και  πατριάρχης  εισήρχοντο   επισήμως   στον   ναό.   Η   θεία   λειτουργία ετελείτο    με   την   συνήθη στις μεγάλες εορτές βυζαντινή μεγαλοπρέπεια.    Μετά    από  αυτήν  ο  αυτοκράτωρ  παρέθετε  πρόγευμα,  στο οποίο έπαιρνε  μέρος   και   ο   πατριάρχης.   Και    πάλι   ο βασιλεύς   υπό   τις   επευφημίες   του   πλήθους   «Εις   πολλούς   και  αγαθούς   χρόνους    ο    Θεός  αγάγει   την    βασιλείαν   υμών»  και  με  πολλούς    ενδιαμέσους     σταθμούς    επέστρεφε    στο   ιερό   παλάτι.

 

Αλλά   και   στα    σημερινά   μας    λειτουργικά βιβλία, στο   Πεντηκοστάριο,   βλέπει    κανείς  τα  ίχνη  της  παλαιάς της  λαμπρότητας.   Παρουσιάζεται    σαν   μία   μεγάλη   δεσποτική   εορτή,   με  τα   εκλεκτά   της   τροπάρια    και    τους   διπλούς   της    κανόνες,   έργα  των  μεγάλων  υμνογράφων,  του  Θεοφάνους  και  του  Ανδρέου  Κρήτης,    με   τα   αναγνώσματά   της   και    την    επίδρασή    της    στις  προ   και   μετά  από  αυτήν  Κυριακές  και  με  την  παράταση  του  εορτασμού   της    επί   οκτώ    ημέρες     κατά    τον   τύπο   των   μεγάλων εορτών    του    εκκλησιαστικού    έτους.

 

Ποιο  όμως   είναι   το   θέμα   της   ιδιορρύθμου    αυτής   εορτής;   Όχι πάντως   κανένα    γεγονός   της   ευαγγελικής   ιστορίας.   Το    θέμα   της είναι καθαρά εορτολογικό  και  θεωρητικό.  Η   Τετάρτη  της  Μεσοπεντηκοστής  είναι  η 25η   από  του  Πάσχα  και  η  25η   προ   της  Πεντηκοστής   ημέρα.   Σημειώνει  το   μέσον   της   περιόδου   των   50 μετά  το   Πάσχα   εορτάσιμων   ημερών.   Είναι   δηλαδή    ένας    σταθμός, μία   τομή.    Ωραία    το   τοποθετεί  το  πρώτο    τροπάριο   του    εσπερινού    της    εορτής:

 

«Πάρεστιν   η    μεσότης   ημερών,
των    εκ    σωτηρίου    αρχομένων    εγέρσεως
Πεντηκοστή   δε   τη   θεία   σφραγιζομένων,
και   λάμπει   τας   λαμπρότητας
αμφοτέρωθεν  έχουσα
και    ενούσα    τας   δύο
και    παρείναι    την    δόξαν   προφαίνουσα
της    δεσποτικής    αναλήψεως    σεμνύνεται».

 

 

Χωρίς   δηλαδή   να   έχει   δικό   της   θέμα   η    ημέρα    αυτή   συνδυάζει   τα θέματα,    του   Πάσχα   αφ’ ενός   και   της   επιφοιτήσεως   του   Αγίου Πνεύματος  αφ’ ετέρου,   και   «προφαίνει»   την   δόξα    της   αναλήψεως του   Κυρίου,   που    θα    εορτασθεί     μετὰ από  15    ημέρες.   Ακριβώς   δε   αυτό το  μέσον   των   δύο   μεγάλων   εορτών   έφερνε   στο   νου   και  ένα  εβραϊκό  επίθετο   του   Κυρίου,   το   «Μεσσίας».   Μεσσίας   στα    ελληνικά    μεταφράζεται    Χριστός.   Αλλά   ηχητικά   θυμίζει    το    μέσον.  Έτσι και  στα    τροπάρια  και  στο   συναξάρι   της    ημέρας    η παρετυμολογία    αυτή   γίνεται   αφορμή  να  παρουσιασθεί  ο   Χριστός  σαν  Μεσσίας – μεσίτης  Θεού   και   ανθρώπων,   «μεσίτης   και   διαλλάκτης  ημών   και   του   αιωνίου   αυτού   Πατρός».   «Δια   ταύτην   την αιτίαν    την παρούσαν   εορτήν  εορτάζοντες και Μεσοπεντηκοστήν   ονομάζοντες   τον Μεσσίαν τε ανυμνούμεν   Χριστόν»,   σημειώνει  ο  Νικηφόρος  Ξανθόπουλος  στο    συναξάρι.  Σ’  αυτό  βοήθησε  και   η  ευαγγελική  περικοπή,   που    εξελέγη    για    την    ημέρα    αυτή (Ιω. 7, 14 – 30).  Μεσούσης    της   εορτής  του  Ιουδαϊκού  Πάσχα  ο  Χριστός  ανεβαίνει  στο  ιερό  και  διδάσκει.  Η   διδασκαλία  Του   προκαλεί   τον  θαυμασμό,   αλλά   και   ζωηρά    αντιδικία   μεταξύ   αυτού   και    του  λαού   και   των    διδασκάλων.  Είναι   Μεσσίας   ο    Ιησούς    ή    δεν   είναι;    Είναι    η    διδασκαλία  του  Ιησού  εκ  Θεού   ή    δεν    είναι;    Νέο λοιπόν    θέμα    προστίθεται:   ο   Χριστός   είναι    διδάσκαλος.   Αυτός  που   ενώ    δεν   έμαθε   γράμματα    κατέχει   το    πλήρωμα    της    σοφίας,  γιατί  είναι  η   Σοφία  του   Θεού   η    κατασκευάσασα    τον κόσμο.  Ακριβώς   από   αυτόν   τον   διάλογο   εμπνέεται   μεγάλο   μέρος της    υμνογραφίας    της   εορτής.   Εκείνος   που   διδάσκει   στον    ναό, στο   μέσον     των   διδασκάλων   του    Ιουδαϊκού    λαού,   στο   μέσον    της   εορτής,    είναι    ο    Μεσσίας,   ο     Χριστός,   ο   Λόγος   του    Θεού.  Αυτός   που   αποδοκιμάζεται    από    τους    δήθεν    σοφούς   του    λαού  Του  είναι  η  του  Θεού Σοφία.  Εκλέγομε ένα από  τα  πιο  χαρακτηριστικά    τροπάρια,  το δοξαστικό των  αποστίχων  του  εσπερινού   του   πλ. δ’    ήχου:

 

«Μεσούσης   της    εορτής
διδάσκοντός   σου,
   Σωτήρ,
έλεγον    οι    Ιουδαίοι·
Πως    ούτος    οίδε   γράμματα, 
 μη    μεμαθηκώς;
αγνοούντες    ότι    συ    εί    η    Σοφία
η   κατασκευάσασα     τον    κόσμον.
Δόξα   σοι».

 

 

Λίγες    σειρές   πιο   κάτω   στο   Ευαγγέλιο    του    Ιωάννου,    αμέσως  μετά   την   περικοπή   που   περιλαμβάνει   τον    διάλογο    του    Κυρίου με  τους Ιουδαίους  «Της  εορτής   μεσούσης»,   έρχεται   ένας  παρόμοιος   διάλογος,   που  έλαβε  χώρα  μεταξύ   Χριστού   και   των  Ιουδαίων   «τη εσχάτη    ημέρα  τη  μεγάλη  της  εορτής»,  δηλαδή   κατά  την    Πεντηκοστή.  Αυτός  αρχίζει  με  μία  μεγαλήγορο  φράση  του Κυρίου.    «Εάν   τις  διψά,  ερχέσθω   προς  με  και  πινέτω.   Ο   πιστεύων   εις   εμέ, καθώς   είπεν    η    γραφή,   ποταμοί  εκ  της κοιλίας  αυτού  ρεύσουσιν  ύδατος   ζώντος»  (Ιω. 7, 37 – 38).  Και    σχολιάζει ο  Ευαγγελιστής.   «Τούτο   δε  είπε  περί   του    Πνεύματος,    ού  έμελλον   λαμβάνειν    οι    πιστεύοντες   εις  αυτόν»  (Ιω. 7, 39).   Δεν  έχει  σημασία  ότι  οι  λόγοι  αυτοί  του  Κυρίου  δεν  ελέχθησαν  κατά  την Μεσοπεντηκοστή,  αλλά  λίγες  ημέρες   αργότερα.    Ποιητική    αδεία    μπήκαν   στο   στόμα   του Κυρίου    στην   ομιλία   Του   κατά   την   Μεσοπεντηκοστή.   Ταίριαζαν  εξ’   άλλου  τόσο  πολύ  με  το θέμα  της  εορτής.  Δεν  μπορούσε  να βρεθεί πιο παραστατική εικόνα για να δειχθεί ο χαρακτήρας του  διδακτικού   έργου   του   Χριστού.   Στο    διψασμένο    ανθρώπινο   γένος   η   διδασκαλία    του   Κυρίου   ήλθε   σαν   ύδωρ   ζων,   σαν   ποταμός   χάριτος   που  δρόσισε  το  πρόσωπο   της   γης.    Ο    Χριστός   είναι  η  πηγή   της    χάριτος,   του    ύδατος    του    αλλομένου    εις    ζωήν  αιώνιον,  που  ξεδιψά  και  αρδεύει  τις συνεχόμενες  από  βασανιστική δίψα ψυχές των ανθρώπων. Που μεταβάλλει τους πίνοντας σε πηγές.  «Ποταμοί  εκ  της   κοιλίας  αυτού  ρεύσουσι  ύδατος  ζώντος»  (Ιω. 7, 38).  «Και   γενήσεται   αυτώ    πηγή    ύδατος    αλλομένου    εις    ζωήν    αιώνιον,  είπε   στην   Σαμαρείτιδα» (Ιω. 4, 14).   Που  μετέτρεψε   την   έρημο   του κόσμου   σε   θεοφύτευτο   παράδεισο   αειθαλών   δένδρων   φυτεμένων παρά    τας    διεξόδους   των   υδάτων   του   αγίου   Πνεύματος.   Το γόνιμο   αυτό   θέμα    έδωσε   νέες   αφορμές   στην   εκκλησιαστική ποίηση  και  στόλισε  την   εορτή   της    Μεσοπεντηκοστής   με   εξαίρετους   ύμνους.   Διαλέγομε   τρεις,   τους   πιο   χαρακτηριστικούς:  Το   κάθισμα  του  πλ. δ’  ήχου  προς   το   «Την    Σοφίαν    και    Λόγον»,  που    ψάλλεται    μετά   την   γ’   ωδή    του     κανόνος    στην    ακολουθία    του     όρθρου:

 

«Της   σοφίας   το   ύδωρ    και    της    ζωής
αναβρύζων   τω    κόσμω,
   πάντας,   Σωτήρ,
καλείς    του   αρύσασθαι
σωτηρίας   τα   νάματα·
τον    γαρ    θείον   νόμον   σου
δεχόμενος    άνθρωπος,
εν  αυτώ    σβεννύει
της   πλάνης    τους    άνθρακας.
Όθεν    εις    αιώνας
ου   διψήσει,   ου   λήξει
του    κόρου  σου   δέσποτα,    βασιλεύ   επουράνιε.
Δια    τούτο   δοξάζομεν
το   κράτος   σου,   Χριστέ  ο    Θεός,
των    πταισμάτων    άφεσιν    αιτούμενοι
καταπέμψαι    πλουσίως
τοις   δούλοις   σου».

 

 

Το   απολυτίκιο   και    το    κοντάκιο    της   εορτής,   το    πρώτο    του   πλ. δ’   και    το   δεύτερο    του    δ’   ήχου:

 

«Μεσούσης    της    εορτής
διψώσάν    μου    την    ψυχήν
ευσεβείας   πότισον   νάματα·
ότι    πάσι, 
 Σωτήρ    εβόησας·
Ο    διψών    ερχέσθω    προς    με    και   πινέτω.
Η    πηγή    της    ζωής, 
 Χριστέ    ο    Θεός,   δόξα  σοι».

«Της    εορτής    της    νομικής   μεσαζούσης
ο    των    απάντων    ποιητής    και   δεσπότης
προς   τους    παρόντας    έλεγες,
    Χριστέ    ο    Θεός·
Δεύτε    και    αρύσασθαι    ύδωρ    αθανασίας.
Όθεν     σοι    προσπίπτομεν     και    πιστώς    εκβοώμεν·
Τους    οικτιρμούς    σου     δώρησαι    ημίν,
συ    γαρ    υπάρχεις    πηγή    της    ζωής    ημών».

 

 

Και    τέλος    το    απαράμιλλο    εξαποστειλάριο    της    εορτής:

 

«Ο   τον    κρατήρα   έχων
των   ακενώτων   δωρεών,
δος   μοι   αρύσασθαι    ύδωρ
εις   άφεσιν   αμαρτιών·
ότι    συνέχομαι   δίψη,
εύσπλαγχνε   μόνε   οικτίρμον».

 

Αυτή    με   λίγα    λόγια  είναι  η  εορτή  της   Μεσοπεντηκοστής.   Η  έλλειψη   ιστορικού   υποβάθρου   της   στέρησε   τον    απαραίτητο    εκείνο  λαϊκό   χαρακτήρα,  που  θα  την  έκανε  προσφιλή   στον  πολύ  κόσμο.   Και  το  εντελώς   θεωρητικό   της  θέμα  δεν  βοήθησε  τους  χριστιανούς,    που  δεν  είχαν  τις απαραίτητες  θεολογικές  προϋποθέσεις,   να    ξεπεράσουν   την    επιφάνεια    και   να    εισδύσουν  στην  πανηγυριζόμενη  δόξα  του   διδασκάλου  Χριστού,  της   Σοφίας  και   Λόγου  του    Θεού,    της    πηγής    του    ακενώτου    ύδατος.   Συνέβη     με αυτή    κάτι   ανάλογο  με  εκείνο   που    συνέβη    με    τους    περίφημους  ναούς    της    του    Θεού    Σοφίας,    που    αντί    να    τιμώνται    στο  όνομα  του  Χριστού  ως   Σοφίας   του    Θεού,  προς    τιμήν   του    οποίου  ανεγέρθησαν,    κατήντησαν,    για    τους  ιδίους λόγους,  να  πανηγυρίζουν   στην    εορτή    της   Πεντηκοστής    ή    του  αγίου Πνεύματος   ή    της    αγίας  Τριάδος  ή   των    Εισοδίων    ή   της  Κοιμήσεως  της    Θεοτόκου    ή    και    αυτής    της     μάρτυρος    Σοφίας  και    των    τριών   θυγατέρων   της   Πίστεως,    Ελπίδος    και    Αγάπης.



Απολυτίκιον.  Ήχος   πλ. δ’.      
Μεσούσης της εορτής   διψώσάν μου την ψυχήν   ευσεβείας πότισον   νάματα·   ότι  πάσι,   Σωτήρ    εβόησας·   Ο    διψών   ερχέσθω   προς   με  και   πινέτω.   Η    πηγή    της    ζωής,   Χριστέ   ο   Θεός,   δόξα   σοι.



Κοντάκιον.  Ήχος   δ’.   Ο   υψωθείς    εν   τω    Σταυρώ.  
Της εορτής της νομικής μεσαζούσης, ο των απάντων Ποιητής και Δεσπότης, προς  τους  παρόντας  έλεγες   Χριστέ  ο   Θεός·  Δεύτε  και  αρύσασθε,  ύδωρ αθανασίας. Όθεν σοι προσπίπτομεν, και πιστώς   εκβοώμεν·   Τους   οικτιρμους  σου  δώρησαι  ημίν·  συ  γαρ  υπάρχεις,  πηγή   της    ζωής    ημών.

 

 

 

Mid-fifty

 

 

On Wednesday after Paralitto Sunday our Church celebrates a great Divine Feast, the feast of the Intercession. In Byzantine times, the feast of the Pentecost was the great feast of the Great Church of Constantinople and was followed by large crowds in the great temple. There is no one except to open the Exhibition of the Royal Order (Chapter 26) by Constantine Porphyrogenitus to see the official formal celebration, as it was until the mid-fifties of the year 903 AD. in the church of St. Mokios in Constantinople, until the day the attempt was made on the life of Emperor Leo VI of Sophos (May 11, 903 AD). There is a detailed description of the brilliant feasting, which occupies entire pages and specifies, by the well-known strange Byzantine terminology, that the emperor in the morning of the feast with his royal clothes and his entourage departed from his holy palace to visit his holy palace. St. Mokios, where the Divine Liturgy would be performed. Soon the liturgy led by the patriarch arrived. Both kings and patriarchs officially entered the temple. The Divine Liturgy was performed with the usual Byzantine grandeur of the great feasts. After that the emperor had a breakfast, which was also attended by the patriarch. Again the king, under the acclaim of the multitude, "In many and good times, God loves your kingdom," and with many intermediaries returned to the holy palace.

 

But even in our current operating books, at Pentecost, one can see the traces of its old splendor. It is presented as a grand celebratory celebration, with its exquisite troparias and its double rules, the works of the great hymnographers, Theophanes and Andrew of Crete, with its readings and impact on the days before and after it, and with its extension. celebrate it for eight days in the form of the big celebrations of the ecclesiastical year.

 

But what is the theme of this unique celebration? Not any fact of evangelical history, however. Its subject is purely aesthetic and theoretical. Wednesday is the 25th day of Easter and the 25th day before Pentecost. It marks the middle of the 50th season after Easter. That is, a station, a intersection. Nicely puts it on the first tropical evening feast:

 

"Mostly the middle of the day,

of the salutary principles of arousal

Fifty-five of the divine seals,

and shines the brilliance

both of which I have

and I was driving them both

and take it gloriously obvious

of despotic ascension is receding. "

That is, without having a theme of its own, this day combines the themes of Easter on the one hand and the Holy Spirit's graduation on the other, and "manifests" the glory of the Lord's ascension, which will be celebrated in 15 days. It was precisely this medium of the two great feasts that brought to mind a Jewish surname of the Lord, the Messiah. Messiah is translated into Greek by Christ. But the sound is reminiscent of the medium. So in the tropics and synaxis of the day this mockery becomes the occasion for Christ to be presented as the Messiah - the mediator of God and of men, "our mediator and transgressor of this eternal Father." "For this reason this feast day is celebrated and the Pentecostals call the Messiah a commemorative Christ," Nikiforos Xanthopoulos notes in the symposium. This was also helped by the evangelical passage chosen for this day (John 7: 14-30). On the eve of the Jewish Passover, Christ ascends to the sanctuary and teaches. His teaching provokes both admiration and vivid rivalry between him and the people and the teachers. Is Jesus the Messiah or isn't he? Is Jesus teaching God or is it not? So a new theme is added: Christ is a teacher. He who, while not learning the letters, possesses the crew of wisdom, for it is the Wisdom of God that I have made the world. It is precisely from this dialogue that much of the hymnography of the festival is inspired. The one who teaches in the temple, in the midst of the teachers of the Jewish people, in the middle of the feast, is the Messiah, the Christ, the Word of God. He who is condemned by the supposedly wise of His people is the Wisdom of God. We choose one of the most characteristic tropics, the glorious of the apples of its viper. Audio:

 

"Messiah of the feast

Teacher, Savior,

the Jews are in control;

How did he write letters, not mathematically?

ignorant that Sofia is involved

I made the world.

Thank you. "

 

 

A few lines below in the Gospel of John, shortly after the passage that includes the Lord's dialogue with the Jews "On the feast of the Messiah", comes a similar dialogue, which took place between Christ and the Jews "on the last day of the great feast". that is, at Pentecost. This begins with a long phrase of the Lord. "If I'm thirsty, come to me and push. Believers in me, as the scripture said, rivers flowed out of this womb into the stream of living water ”(John 7: 37-38). And the Evangelist comments. "This he said not of the Spirit, which the believers in the future receive in him" (John 7:39). It does not matter that these words of the Lord were not heard during the Pentecost, but a few days later. Poetic permission entered the Lord's mouth in His speech at the Pentecost. They also matched so much with the theme of the holiday. No more illustrative picture could be found to show the character of the doctrinal work of Christ. In the thirsty human race, the Lord's teaching came as a living water, like a river of grace that cooled the face of the earth. Christ is the source of grace, the water of eternal life in eternal life, which thirsts and irrigates the continuing souls of tormented thirst. That changes them by drinking to sources. "Rivers out of this belly flowing with living water" (John 7:38). "And this fountain of water is springing up into everlasting life, saith the Samaritan" (John 4:14). It has transformed the desert of the world into a planted paradise of evergreen trees planted despite the exits of the waters of the Holy Spirit. This fertile subject gave new impetus to ecclesiastical poetry and adorned the feast of the Pentecost with excellent hymns. We choose three, the most characteristic: The seat of the pl. sound to "The Wise and the Wise," which is chanted after the rule of the canon in the sequence of the rectum:

 

"The wisdom of water and life

I swear to the world, always, Savior,

you call him sick

the salvation of the yarns;

your lawn guardian

accepting man,

in this he extinguishes

of their carbon error.

Forever in a century

do not thirst, do not expire

your daughter's master, heaven forbid.

We are glorified for this

your state, Christ God,

of wrongdoing let alone applicants

I fell richly

your slaves. "

 

 

The apolitical and polytical of the feast, its first c. second and second audio:

 

"Messiah of the feast

thirst for my soul

hygiene watering can;

that you, Savior, helped me;

Thirsty come to me and push.

The source of life, Christ God, glory to you. "

 

"On the feast of legal intermediation

the most respected poet and despot

for the present you were saying, Christ God;

I don't even care for immortal water.

All of us, incidentally and faithfully,

You give half your gratitude,

you are the source of our lives. "

 

 

And finally the unparalleled heirloom of the holiday:

 

"His crater

of endless donations,

look at the water

for the remission of sins;

that I continue to thirst,

it just kind of tempered. "

 

That is, in short, the feast of the Mid-Century. The lack of a historical background deprived her of the necessary folk character that would make her popular with many people. And its wholly theoretical theme did not help Christians, who did not have the necessary theological conditions, to surpass the surface and to enter into the celebrated glory of Christ the Wisdom and Word of God, the source of the unseen water. Something like this happened to the famous temples of God of Wisdom, which instead of being honored in the name of Christ as Wisdom of God, in honor of which they were erected, were ordained for their own sake to celebrate Pentecost. or the Holy Spirit or the Holy Trinity or the Eododians or the Dormition of the Theotokos or even this Witness Sophia and the three daughters of Faith, Hope, and Love.

 

 

Absolutely. Sound d.

In the middle of the feast I thirst for my spirit of piety watered down; what ever, savior I helped; The thirsty come to me and push. The source of life, Christ God, glory to you.

 

 

It's close. Sound d. The Highest in the Cross.

On the feast of legal intercession, the all-consuming Poet and Despot, for the present you were saying Christ to God; He did not even die, water of immortality. You are all fallen, and faithfully banished; Thy compassions are given half-heartedly;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου