Τρίτη 27 Απριλίου 2021

Μεγάλη Τετάρτη

 


Κατά τη   Μ. Τετάρτη επιτελούμε ανάμνηση:   (α)   του   γεγονότος   της ελλείψεως του Κυρίου με μύρο από μια πόρνη γυναίκα. Επίσης φέρεται στη μνήμη μας,   (β)   η σύγκλιση του Συνεδρίου των Ιουδαίων, του ανωτάτου δηλαδή Δικαστηρίου τους, προς λήψη καταδικαστικής αποφάσεως του Κυρίου, καθώς και   (γ)   τα   σχέδια του   Ιούδα   για   προδοσία   του   Διδασκάλου   του.

Δύο μέρες πριν το Πάσχα, καθώς ο Κύριος ανέβαινε προς τα Ιεροσόλυμα, κι ενώ  βρισκόταν   στο   σπίτι   στου   λεπρού   Σίμωνα, τον πλησίασε μια πόρνη γυναίκα κι άλειψε το κεφάλι Του με πολύτιμο μύρο. Η τιμή του ήταν γύρω στα τριακόσια δηνάρια, πολύτιμο άρωμα και γι' αυτό οι μαθητές την επέκριναν και περισσότερο απ' όλους ο Ιούδας. Γνώριζαν οι μαθητές καλά πόσο μεγάλο ζήλο έδειχνε πάντοτε ο Χριστός για   την   ελεημοσύνη   προς τους φτωχούς. Ο Χριστός όμως την υπερασπίσθηκε, για να μην αποτραπεί απ' το καλό της σκοπό. Ανέφερε μάλιστα και τον ενταφιασμό Του, προσπαθώντας να αποτρέψει τον Ιούδα από τη προδοσία, αλλά μάταια. Τότε απέδωσε   στη   γυναίκα   την   μεγάλη τιμή να διακηρύσσεται το ενάρετο έργο της σε ολόκληρο την οικουμένη.

Ο Ιερός Χρυσόστομος υποστηρίζει ότι δύο ήταν οι γυναίκες που άλειψαν με μύρο τον   Κύριο. Οι τρεις πρώτοι Ευαγγελιστές αναφέρουν μια   και   την  ίδια   γυναίκα,   που  πήρε   την   ονομασία πόρνη.   Ο   Ευαγγελιστής Ιωάννης όμως κάνει λόγο για άλλη γυναίκα, αξιοθαύμαστη και σεμνή, τη Μαρία την αδελφή του Λαζάρου, που   άλειψε   τα   άχραντα  πόδια   Του   σκουπίζοντας   τα με   τις   τρίχες   των  μαλλιών   της.
Αυτή την ημέρα   ψάλλεται και το περίφημο τροπάριο,   τελευταίο   στην ακολουθία, της ευσεβούς και λογίας ποιήτριας του Βυζαντίου, Κασσιανής.   Η ηρωίδα του ποιήματός της, η γυναίκα που άλειψε με μύρο τον Κύριο ήταν η πόρνη που   αναφέρουν   οι   Ευαγγελιστές   (και όχι   η   ευσεβής   ποιήτρια   Κασσιανή).       


Να   και   το   εξαίσιο   τροπάριο   σε   μετάφραση:  

Κύριε, η γυναίκα, η οποία περιέπεσε σε πολλές αμαρτίες, επειδή κατανόησε, ότι ήσουν Θεός (ενανθρωπήσας), αναλαμβάνει έργο μυροφόρου και θρηνούσα φέρει σε Σε μύρα γα να Σε αλείψει   πριν   ακόμη (αποθάνεις   και)   ενταφιασθείς. Και   λέγει:   Αλίμονο   σε   μένα!   Γιατί   εγώ   ζω μέσα   σε   μια   νύκτα,   η   οποία   είναι   γεμάτη   από   πυκνό   σκοτάδι   και   δεν φωτίζεται   ούτε   από   αμυδρό   φως, όπως είναι το φως   της   σελήνης,   τρέχω προς   τη    σαρκική   ηδονή    ασυγκράτητος,   όπως    τρέχουν   τα   ζώα,   όταν   τα κεντήσει   αλογόμυγα,  ζω   κυριευμένη   από   τον    έρωτα της   αμαρτίας.    Αλλά Συ,   που    υψώνεις   τα   νερά   της   θάλασσας,   μεταβάλλοντάς   τα   σε   νεφέλες, δέξου   των   δακρύων  μου  το   ακατάσχετο    ρεύμα.   Λύγισε   (και   χαμήλωσε   από το   άπειρο   ύψος   Σου)   προς εμένα,   που   Σε   ικετεύω   με   τους   στεναγμούς    της (μετανοούσης) καρδίας μου, Συ ο Οποίος, με την ακατάληπτη και απερίγραπτη ενανθρώπισή Σου, λύγισες    τους  ουρανούς   (και   κατέβηκες στη   γη).   Θα φιλήσω   με   συνεχή   και   ακατάπαυστα φιλιά   τα   αμόλυντα   Σου πόδια   και   πάλι   (βρέχοντας   με   τα   δάκρυά   μου)   θα   τα   σπογγίσω   με   τις πλεξίδες   της   κεφαλής   μου,  αυτά  τα   πόδια   των   οποίων   το   βροντώδη   ήχο (από  τα  βάδισμά  Σου)   όταν   άκουσε  μέσα   στο   Παράδεισο   η   Εύα   εκείνο   το δειλινό   (της   ημέρας   της   παραβάσεως),   φοβήθηκε   και   από   το   φόβο   της κρύφθηκε.   Τα   πλήθη   των   αμαρτιών   μου,   αλλά   και   τα   απύθμενα   βάθη    των κρίσεών Σου και των βουλών Σου (δηλαδή τους μυστηριώδεις και απερινόητους τρόπους που χρησιμοποιείς για τη σωτηρία των ανθρώπων,)   ποίος  θα   μπορέσει   να   εξερευνήσει,   ψυχοσώστα   Σωτήρα   μου; Συ   που   έχεις   άπειρο   την  ευσπλαχνία,   μη   παραβλέψεις   εμένα,   τη   δική   Σου δούλη!



Απολυτίκιον.   Ήχος   πλ. δ’.     
Ιδού   ο    Νυμφίος   έρχεται,   εν   τω  μέσω   της   νυκτός·  και  μακάριος   ο    δούλος, όν   ευρήσει   γρηγορούντα· ανάξιος δε πάλιν, όν ευρήσει   ραθυμούντα.   Βλέπε ούν ψυχή μου, μη τω ύπνω  κατενεχθής,  ίνα  μη    τω   θανάτω   παραδοθής,  και    της    βασιλείας   έξω   κλεισθής·  αλλά    ανάνηψον  κράζουσα·  Άγιος,  Άγιος   εί    ο   Θεός   ημών,    δια   της   Θεοτόκου    ελέησον   ημάς.



Κοντάκιον.   Ήχος    δ’.   Ο    υψωθείς    εν    τω  Σταυρώ.
Υπέρ   την   πόρνην   αγαθέ   ανομήσας,   δακρύων   όμβρους   ουδαμώς   σοι προσήξα,   αλλά    σιγή   δεόμενος   προσπίπτω σοι, πόθω   ασπαζόμενος,   τους αχράντους σου πόδας,  όπως   μοι   την   άφεσιν,   ως   Δεσπότης   παράσχῃς,   των οφλημάτων   κράζοντι   Σωτήρ·  Εκ    του    βορβόρου   των   έργων   μου  ρύσαί   με.

 

Holy Wednesday

 

On Wednesday, we commemorate: (a) the fact of the absence of the Lord with a myrrh by a prostitute. It is also remembered, (b) the convergence of the Jewish Congress, the Supreme Court, for the Lord's condemnation, and (c) the plans of Judas to betray his Master.

Two days before Easter, as the Lord ascended to Jerusalem, and while he was at home to leper Simon, a prostitute approached him and sipped His head with precious myrrh. His honor was about three hundred dollars, a precious scent, and that is why the disciples criticized Judah most of all. The disciples were well aware of how great zeal Christ always showed for charity to the poor. But Christ defended her, not to be prevented from her good purpose. He even mentioned His burial, trying to prevent Judah from betraying, but in vain. Then she gave the woman the great honor of proclaiming her virtuous work to the whole world.

Sacred Chrysostom claims that two were the women who anointed the Lord with myrrh. The first three Evangelists report one and the same woman who was named prostitute. Evangelist John, however, speaks of another woman, admirable and modest, Mary, Lazarus' sister, who anointed His glorious feet by wiping them with her hair hairs.

This day is also chanting the famous trombone, last in the sequence, the poignant poet of Byzantium, Kassiani. The heroine of her poem, the woman who anointed the Lord with myrrh, was the prostitute mentioned by the Evangelists (and not the pious poet Kassiani).

 

 

Yes and the exquisite troparion in translation:

Lord, the woman, who suffered many sins because she understood that you were God (inherently), undertakes the work of a myrrh and mournfully brings to Myrrh to bury You before you (you die and be buried). And he saith, Woe unto me! Why do I live in a night, full of dense darkness and not illuminated by dim light, such as moonlight, I run to the fleshly pleasure or unrest, like running animals when I embroider them, the love of sin. But Sy, you raise the waters of the sea, changing them in clouds, accepting the tear of my tears. Bend (and lower from Your infinite height) to me, to beg You with the sighs of my repentant heart, Whoso, with your unintelligible and indescribable incarnation, bend the skies (and descend to earth). I will kiss the unconfused kisses of your uncontaminated feet again (wetting my tears) with the braids of my head, those legs whose thunderous sound (from your walk) when you hear in Paradise the Eve that Sunday (the day of the offense) was afraid and hid from her fear. The cries of my sins, but also the bottomless depths of Your judgments and Your detestations (ie, the mysterious and unprecedented ways you use to save people), who can explore, my psychological Savior? If you have infinite mercy, do not overlook me, Your own servant!

Apolyticus. Sound flat d '.

Behold, the bridegroom cometh in the midst of the night; and the servant blesseth, lest he go forth, and rejoice again, lest he rejoice. Behold, my soul, I am not sleeping, I am not dead, and the kingdom is shut up; but I am angry with the brute: Holy, holy is our God, for the theotokos we have mercy on you.

 

 

Kontakion. Sound d '. Raised in the Cross.

For the prostitute, I love you, you are tearful, but you are silent, you are touching me, I am asleep, your ungodly feet, as I have left, as the Supreme Lord, of the blessings of the crying Savior.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου