Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

ομιλία στην Αποκαθήλωση του Χριστού


 

Ο Άγιος Ιάκωβος ο Απόστολος

 


Ο   Απόστολος   Ιάκωβος   ήταν   υιός   του   Ζεβεδαίου   και   της   Σαλώμης   και   πρεσβύτερος  αδελφός  του  Ευαγγελιστού  Ιωάννου. Καταγόταν  και    αυτός   από   την   Βησθαϊδά   της   Γαλιλαίας.  Ασχολούνταν  με    την    αλιεία    στην    λίμνη    της    Γεννησαρέτ    μαζί  με  τον    Ιωάννη,   έχοντας   και    οι    δύο   μαζί   τους   και   τον    πατέρα τους,   καθώς    και  πολλούς εργάτες. Είχαν  δικό   τους   πλοίο   και συνεργάτης   τους   ήταν   και   ο   Απόστολος   Πέτρος.   Παρόλα   αυτά όταν  άκουσαν  το  κήρυγμα  του  Ιησού    «αφέντες  τον πατέρα  αυτών  Ζεβεδαίον   εν   τω    πλοίω   μετά   των    μισθωτών  απήλθον  οπίσω  αυτού».

Ο    Ιάκωβος  μαζί  με  τον   Πέτρο    και   τον    Ιωάννη    επέδειξαν    μεγάλο  ζήλο  ως Μαθητές του Κυρίου. Γι’ αυτό   και   κλήθηκαν   υιοί βροντής   και    έγιναν    μάρτυρες   πολλών   μεγάλων   γεγονότων,   που δεν   τα   βίωσαν   οι   άλλοι  Απόστολοι.   Έγιναν   αποκλειστικοί μάρτυρες   της   Μεταμορφώσεως   του   Κυρίου.   Είδαν   τη   θαυμαστή Ανάσταση   της    θυγατέρας    του    αρχισυναγώγου  Ιάειρου   και    είχαν  την    ευλογία    να    προσκληθούν   από    τον     Ιησού    κοντά  Του κατά  τις   ώρες   της   προσευχής  και  της   αγωνίας  Του   στον   κήπο   της Γεθσημανή.   Η    οικειότητα   αυτή   οδήγησε  προφανώς   τον    Ιάκωβο   με    τον   αδελφό    του    Ιωάννη  να    ζητήσουν    μέσω   της   μητέρας  τους  από  τον  Κύριο, πρωτοκαθεδρία    στην   εγκόσμια    βασιλεία    Του,  παρανοώντας   την    αποστολή   του    Μεσσία.   Οι    δυο   Μαθητές ζήτησαν   από   τον    Χριστό,  δόξα  με  ανθρώπινα     κριτήρια,  έχοντας  κατά  νου  ότι  η  Βασιλεία  Του  είναι  αισθητή.  Ο  Χριστός   όμως, διορθώνοντας    την εσφαλμένη δοξασία τους, υποδεικνύει την πραγματική  και  αιώνια δόξα,  η  οποία  διέρχεται  μέσα  από  το   «ποτήριον»,  που είναι τα   Πάθη και ο Σταυρός. Γι’ αυτό τους λέγει:   «Ουκ   οίδατε    τι    αιτείσθε.  Δύνασθε πιείν  το   ποτήριον  ό   εγώ   πίνω,   και   το βάπτισμα   ό   εγώ   βαπτίζομαι;». 
Μετά  την    Πεντηκοστή    ο    Απόστολος     Ιάκωβος  κήρυξε  το  Ευαγγέλιο  στην   ευρύτερη   περιοχή  της   Παλαιστίνης.   Μεγάλο   πλήθος   ανθρώπων  μεταστρεφόταν  στη    νέα    πίστη    και  άλλαξε   τρόπο   ζωής   χάρη   στο   έργο  του   Ιακώβου.   Αυτό   θορύβησε   ιδιαίτερα  τους    άρχοντες   των    Ιουδαίων,    οι    οποίοι,   το   έτος   44 μ.Χ.,  τον   συνέλαβαν   και   τον   αποκεφάλισαν,   ως   αμνό,    με    διαταγή   του    Ηρώδου    του    Αγρίππα.



Απολυτίκιον. Ήχος   γ’.   Θείας   πίστεως.    
Γόνος  άγιος,  βροντής   υπάρχων,   κατεβρόντησας,   τη    οικουμένῃ,   την του   Σωτήρος  Ιάκωβε κένωσιν, και το   ποτήριον  τούτου  εξέπιες, μαρτυρικώς εναθλήσας Απόστολε· όθεν πάντοτε, εξαίτει τοις σε γεραίρουσι,   πταισμάτων   ιλασμόν    και    μέγα   έλεος.



Κοντάκιον. Ήχος   β’.   Τα   άνω   ζητών.      
Φωνής    θεϊκής,  ακούσας    προσκαλούσης   σε,    αγάπην   πατρός,   παρείδες  και   προσέδραμες,  τω   Χριστώ  Ιάκωβε,  μετά   του    συγγόνου  σου    ένδοξε·   μεθ’ ού   ηξιώθης    ιδείν,   Κυρίου  την θείαν   Μεταμόρφωσιν.



Μεγαλυνάριον.
Η   των   απορρήτων   θεία   βροντή,   ο   εν   Θαβωρίω,   επακούσας   φωνής Πατρός, και βροντοφωνήσας, ημίν την σωτηρίαν, Ιάκωβος ο μύστης,   Χριστού    υμνείσθω   μοι.

 

Saint James the Apostle

 

 

The Apostle James was the son of Zebedee and Salome and the older brother of John the Evangelist. He also came from Basraida, Galilee. They were engaged in fishing at Gennesaret Lake with John, having both with them and their father, as well as many laborers. They had their own ship and their partner was Apostle Peter. However, when they heard Jesus' sermon, "their father Zebedee was aboard the tenants behind him."

James, along with Peter and John, showed great zeal as disciples of the Lord. That is why they were called sons of thunder and witnessed many great events that were not experienced by the other Apostles. They became the sole witnesses of the Transfiguration of the Lord. They saw the miraculous Resurrection of the daughter of Archimandrite Jairus and had the blessing of being invited by Jesus to Him during His prayer and agony in the garden of Gethsemane. This intimacy obviously led James and his brother John to seek, through their mother, the Lord for the primacy of His worldly kingdom, misunderstanding the Messiah's mission. The two Disciples asked Christ for human glory, bearing in mind that His Kingdom is felt. But Christ, correcting their false doctrine, indicates the true and eternal glory, which passes through the "glass", which is the Passion and the Cross. So he says to them: "Okay you didn't see what you were asking for. Can you drink the glass I drink, and the baptism I am baptized? '

After Pentecost, the Apostle James proclaimed the Gospel in the wider area of ​​Palestine. Large numbers of people were converted to the new faith and changed their lifestyle thanks to Jacob's work. This particularly disturbed the Jewish lords, who, in the year 44 AD, arrested and beheaded him as a lamb by order of Herod of Agrippa.

 

 

Absolutely. Sound c. Divine faith.

Son of a saint, a thunderer of the existing, the downtrodden, the universal, the Savior Jacobite of Kenos, and his glass of exquisite, martyred Apostle;

 

 

It's close. B sound. The above askers.

Voice of the Divine, listening inviting to, dear Father, side-by-side, and precedent, Christ Jacob, after your relative, glorified you, by your very idea, Lord Divine Transfiguration.

 

 

Magnificent.

The secret divine thunder, in Taborus, the Voice of the Father, and the voice of thunder, I am saved, James the mystic, Christ my God.

Μεγάλη Παρασκευή

 


Την   Παρασκευή,   στέλνεται   ο   Ιησούς   δέσμιος   από   τον   Καϊάφα στον τότε ηγεμόνα της Ιουδαίας, Πόντιο Πιλάτο. Αυτός, αφού τον ανέκρινε  με πολλούς τρόπους και  αφού   ομολόγησε   δύο   φορές   ότι   ο Ιησούς είναι αθώος, έπειτα, για να ευχαριστηθούν οι Ιουδαίοι, τον καταδικάζει σε θάνατο, και αφού μαστίγωσε σαν δραπέτη δούλο τον Δεσπότη  όλων,  Τον παρέδωσε για να σταυρωθεί. Από εκεί  και   πέρα    ο Ιησούς,   αφού  παραδόθηκε στους στρατιώτες, γυμνώνεται, φοράει κόκκινη  χλαμύδα,   στεφανώνεται   με   ακάνθινο στεφάνι, κρατάει κάλαμο   σαν   σκήπτρο, προσκυνείται χλευαστικά, φτύνεται και χτυπιέται   στο   πρόσωπο   και   στο   κεφάλι.   Μετά,   φορώντας   πάλι   τα   ρούχα   του   και   βαστάζοντας   το   Σταυρό, πηγαίνει   προς   το Γολγοθά,   τον   τόπο   της   καταδίκης,   και   εκεί,   γύρω   στην   Τρίτη   ώρα   της   ημέρας,   σταυρώνεται   μεταξύ   δύο   ληστών,   βλασφημείται από   αυτούς    που   είχαν  πάει   στο   Γολγοθά   μαζί   του,   μυκτηρίζεται από   τους   αρχιερείς, ποτίζεται από τους στρατιώτες με ξύδι ανακατεμένο  με  χολή.  Γύρω   στην   ένατη   ώρα,  αφού   βγάζει   πρώτα φωνή   μεγάλη,  και   λέει:   «Τετέλασται»,   εκπνέει    «ο   αμνός   του   Θεού, ο  αίρων   την   αμαρτίαν   του   κόσμου»,   την   ώρα   κατά  την οποία   σφαζόταν, σύμφωνα   με   το   νόμο,   ο   πασχάλιος   αμνός,   ο οποίος  καθιερώθηκε ως έθιμο στους Ιουδαίους, προ-τυπώνοντας τον Εσταυρωμένο  Χριστό.     
Τον   δεσποτικό   αυτό   θάνατο   και  η  άψυχη    κτίση,   πενθώντας,   τον   τρέμει   και αλλοιώνεται    από   το   φόβο   αλλά   ο   Δημιουργός   της   κτίσεως,   ακόμα   και όταν   είναι   νεκρός,   λογχίζεται   την   ακήρατη   πλευρά   Του   και   ρέει   απ’ αυτήν αίμα  και   νερό.   Τέλος,   κατά   την   δύση   του   ηλίου,   έρχεται   ο   Ιωσήφ   από Αριμαθείας και ο Νικόδημος μαζί με αυτόν,  και   οι   δύο   κρυφοί   μαθητές   του Ιησού, αποκαθηλώνουν από το Σταυρό το πανάγιο του διδασκάλου   σώμα, το  αρωματίζουν, το τυλίγουν  με   καθαρό   σεντόνι   και   αφού  το   έθαψαν    σε καινούργιο   τάφο,   κυλούν    στο   στόμιό   του μεγάλο    λίθο.     
Από τα φρικτά και σωτήρια πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού επιτελούμε σήμερα και εις ανάμνηση αυτών παραλάβαμε από αποστολική    διαταγή,   τη    νηστεία   της   Παρασκευής.



Απολυτίκιον.   Ήχος    πλ. δ’.    
Ότε   οι   ένδοξοι   Μαθηταί,   εν   τω   νιπτήρι   του   δείπνου   εφωτίζοντο, τότε  Ιούδας   ο   δυσσεβής,   φιλαργυρίαν  νοσήσας   εσκοτίζετο·  και  ανόμοις    κριταίς, σε   τον   Δίκαιον   Κριτήν    παραδίδωσι.   Βλέπε χρημάτων εραστά, τον  δια  ταύτα   αγχόνη   χρησάμενον· φεύγε ακόραστον   ψυχήν, την διδασκάλω τοιαύτα   τολμήσασαν.  Ο  περί  πάντας  αγαθός,   Κύριε  δόξα   σοι.



Κοντάκιον.   Ήχος   πλ. δ’.   Αυτόμελον.       
Τον   δι’   ημάς  σταυρωθέντα, δεύτε πάντες  υμνήσωμεν·   αυτόν   γαρ   κατείδε   Μαρία  επί  του    ξύλου    και  έλεγεν·  Ει  και  Σταυρόν  υπομένεις,  συ  υπάρχεις    ο   Υιός    και   Θεός   μου.

 

Good Friday

 

On Friday, Jesus is captured by Caiaphas to the then ruler of Judea, Pontius Pilate. Having condemned him in many ways and twice confessing that Jesus is innocent, then condemning him to death for the Jews, and after whipping the Despot of all, as a slave, he betrayed Him to be crucified. From there Jesus surrendered to the soldiers, naked, wearing a red chalice, crowned with a thorny wreath, holding a cane as a scepter, worshiping mockery, spitting and beating on the face and head. Then, again wearing his clothes and basing the Cross, he goes to Golgotha, the place of condemnation, and there, around the third hour of the day, he crosses between two bandits, blasphemous by those who had gone to Golgotha ​​with him; the priests, watered by the soldiers with vinegar mixed with bile. Around the ninth hour, after first making a loud voice, and saying, "It is finished," expires "the Lamb of God, the harbinger of the sin of the world", at the time when the lamb, according to the law, was slaughtered. which was established as a custom for the Jews by pre-printing the Crucified Christ.

This despicable death and inanimate building, mourning, trembles and distresses him with fear, but the Creator of the building, even when he is dead, contemplates His endless side and flows blood and water from it. Finally, at sunset, Joseph comes from Arimathea and Nicodemus with him, and the two hidden disciples of Jesus unload the teacher's body from the Cross, fragrance it, wrap it in a clean sheet, in a new tomb, they roll a large stone in his mouth.

From the horrible and life-saving passions of our Lord Jesus Christ we perform today and in remembrance of them we received by apostolic order, fasting on Friday.

 

 

 

 

Absolutely. Sound d.

When the glorified Disciples were illuminated at the dinner table, then Judas the malevolent, filthy sickness was aimed; and disparate critics, to the Righteous Judge. See money lovers, this annoyance used to be; they still left their souls, I teach them so they dared. All good, Lord, thank you.

 

 

It's close. Sound d. At home.

The one crucified with us, the other always praising him; that is why Mary was sitting on the wood and saying;

Ο Άγιος Μάξιμος ο Μάρτυρας

 


Ο   Άγιος    Μάρτυς    Μάξιμος,    τελειώθηκε    μαρτυρικά    στην    Έφεσο,    αφού  του   διαπέρασαν    την    κοιλιά    με    ξίφος.

 

Saint Maximus the Witness

 

Saint Martyr Maximus was martyred in Ephesus after his belly was pierced with a sword.

Εύρεσις Τιμίων Λειψάνων Αγίου Βασιλέως του Ιερομάρτυρος

 


Ο   Άγιος   Βασιλέας    ο   Ιερομάρτυρας    ήταν    Επίσκοπος    Αμασείας    και    η  μνήμη   του    τιμάται    στις    26   Απριλίου    όπου    και    ο    βίος   του.

 

Finding the Holy Relics of the Holy Martyr Hieromartyr

 

Saint King the Hieromartyr was a Bishop of Amazement and his memory is commemorated on April 26, where his life was commemorated.

Ο Άγιος Ιγνάτιος Επίσκοπος Σταυρουπόλεως

 


Ο   Άγιος    Ιγνάτιος   (Μπριαντσιανίνωφ)   γεννήθηκε  το  έτος   1807   μ.Χ.  στην  κωμόπολη   Ποκρόφσκ   της    επαρχίας   Βολογκντά   της   Ρωσίας από   οκογένεια    ευγενών.    Το    κατά    κόσμον   όνομά   του   ήταν Δημήτριος.   Ο   τόπος   όπου    μεγάλωσε    ο    Άγιος    ήταν   γεμάτος    από   μονές    και    σκήτες   και   γι’ αυτό    τον λόγο  ονομαζόταν   «Θηβαΐδα   της   Ρωσίας».  Το  πνευματικό    αυτό  περιβάλλον   επέδρασε πολύ  στη  διαμόρφωση  της προσωπικότητας του  Αγίου  και  στην καλλιέργεια    της    ευσέβειάς    του.

Ο    πατέρας    του    τον    έγραψε   στην     αυτοκρατορική  σχολή  πολέμου  στην  Αγία    Πετρούπολη.  Παρά    την    πρόοδό   του  στη  σχολή,  εκείνος  επιθυμούσε  να  γίνει  μοναχός   και   να   ακολουθήσει    το    δρόμο   της   μοναχικής   πολιτείας.  Αφορμή   γι’ αυτό   έδωσε  μία  σοβαρή    ασθένειά  του  το   έτος  1827,    όταν    ο   Άγιος  ήταν  είκοσι ετών,  που  τον   έκανε   να  παραιτηθεί  από  την   σχολή   παρά  τις αντιρρήσεις  των   αξιωματικών.  Αμέσως   εγκαταβιώνει   στη    μονή    του  Αγίου   Αλεξάνδρου  του  Σβιρ  στην  Πετρούπολη.  Εκεί   συνδέεται πνευματικά  με  τον   Στάρετς  Λεωνίδα,  της  Όπτινα  ο  οποίος  διέμενε  εκείνο  τον   καιρό  στη   μονή.  Στην    συνέχεια    πήγε   στη   μονή    του  Αγίου   Κυρίλλου    Πετρουπόλεως,   όπου    γνώρισε  τον   Στάρετς  Θεοφάνη.    Εκεί   έμεινε  τέσσερα  ακόμη    χρόνια,  για   να    καταλήξει  κοντά    στον   γέροντά   του    Λεωνίδα    στη    μονή    της    Όπτινα.

Κείρεται  μοναχός  το  1831   μ.Χ.   και   ονομάζεται    Ιγνάτιος.   Λίγο   καιρό  αργότερα   χειροτονείται  διάκονος  και   πρεσβύτερος.  Ο  Άγιος  αρχίζει  τον   έντονο   πνευματικό   αγώνα.   Σε    αυτόν   αναφέρεται σχετικά   ο   γέρων   Σωφρόνιος,   που    γράφει   «Η  χριστιανική τελειότητα    έγκειται   στην   εσωτερική  (εγκάρδια)   καθαρότητα,   χάρη  στην   οποία  εμφανίζεται  ο  Θεός  να   αποκαλύπτει   τη   διαμονή   Του μέσα στην καρδιά, με πολλά  και  ποικίλα  χαρίσματα του  Πνεύματος. Εκείνος  που   απέκτησε   την   τελειότητα   αυτή   γίνεται    φορεύς    φωτός,  εκπληρώνοντας  την  εντολή  της  αγάπης  προς  τον πλησίον  όχι  με  σωματική  υπηρεσία, αλλά με τη   διακονία   του   Πνεύματος, καθοδηγώντας τους σωζομένους, εγείροντας αυτούς από την πτώση, θεραπεύοντας  τις  ψυχικές   τους  πληγές.   Ο     χορός  των  μοναχών  έδωσε  στην   Εκκλησία   Ποιμένες,   οι    οποίοι   όχι   με   επιτηδευμένους λόγους   ανθρώπινης   σοφίας   αλλά   με   τους   λόγους   του   Πνεύματος, που    επικυρώνονταν με θαύματα,  ποίμαναν  και  στερέωναν  την  Εκκλησία.

Ιδού, γιατί  η  Εκκλησία  μετά   την  περίοδο  των  Μαρτύρων   επεκτάθηκε  στην   έρημο.   Εκεί    βρίσκεται    η   τελειότητα    της    Εκκλησίας,  η  πηγή  του   φωτός    της    και   η   κύρια    δύναμη  της  στρατευόμενης  Εκκλησίας».

Με   εντολή   του   τσάρου   Νικολάου   καλείται   στην   Αγία    Πετρούπολη   και   αναλαμβάνει    ηγούμενος   της   μονής   του    Αγίου Σεργίου.   Προηγουμένως   όμως,    παραιτείται    από   όλα    τα    αξιώματα  που  είχε στην  Εκκλησία  και αποσύρεται   στην   ησυχία  της   μονής  της  Όπτινα.   Στο    μεταξύ  η  Εκκλησία   τον    καλεί   να    την  διακονήσει  ως   Επίσκοπος   Σταυρουπόλεως,   Καυκάσου    και   Ευξείνου  Πόντου.   Η    πνευματική    του   δραστηριότητα   δεν    σταματά.  Κατά εκείνη    την   περίοδο    θα    γράψει  και  το περίφημο  έργο του    «Προσφορά  εις  τον   σύγχρονον   μοναχισμόν»,   στο   οποίο   αποτυπώνεται   η   αγιότητα   της    υπάρξεώς   του.

Λόγοι   ασθενείας   τον   αναγκάζουν   να   παραιτηθεί  από   τον επισκοπικό   θρόνο.   Έτσι,   αποσύρεται    στη    μονή  του  Αγίου  Νικολάου  στο   Μπαμπάεβο.       
Ο  Άγιος  Ιγνάτιος,  αφού  έζησε  εκεί  ως  απλός μοναχός, κοιμήθηκε  οσίως  με ειρήνη,  το  έτος  1867,  σε  ηλικία  εξήντα  ετών.

 

Saint Ignatius Bishop of Stavropol

 

Saint Ignatius (Bryantsianov) was born in the year 1807 AD. in the town of Pokrovsk, Russia's Vologda Oblast, by a noble family. His world-famous name was Dimitrios. The place where Saint grew up was full of monasteries and shrines and was therefore called "Thebes of Russia". This spiritual environment greatly influenced the shaping of the personality of the Saint and the cultivation of his piety.

His father wrote him at the Imperial War College in St. Petersburg. Despite his progress in school, he wished to become a monk and follow the path of the lonely state. The reason for this gave him a serious illness in the year 1827, when the Saint was twenty years old, which made him quit school despite the objections of the officers. Immediately settles in the monastery of St. Alexander of Svir in Petersburg. There she is spiritually connected with Starets Leonidas, of Optina, who lived at the time in the monastery. He then went to the monastery of St. Cyril of Petroupoli, where he met Starets Theophanes. He stayed there for four more years, until he came to his elder Leonidas in the monastery of Optina.

Built as a monk in 1831 AD and it's called Ignatius. Shortly afterwards he is ordained deacon and senior. The Saint begins the intense spiritual struggle. This is mentioned by the elder Sophronius, who writes: "Christian perfection lies in inner (heart) purity, in which God appears to reveal His abiding in the heart, with many and varied gifts of the Spirit. He who has attained this perfection becomes a carrier of light, fulfilling the command of love to one's neighbor not by physical service but by the ministry of the Spirit, guiding the rescued, raising them from the fall, healing their mental wounds. The dance of the monks gave to the Shepherds Church, who, not with the sophisticated words of human wisdom but with the words of the Spirit, miraculously validated, shepherded and fortified the Church.

See, because the Church after the period of the Witnesses expanded into the desert. Therein lies the perfection of the Church, the source of its light and the main power of the militant Church. "

By order of Tsar Nicholas he is called to St. Petersburg and assumes the charge of the monastery of St. Sergius. However, she has previously resigned from all her posts in the Church and retired to the quiet of the Abbey monastery. In the meantime, the Church invites him to worship as Bishop of Stavropol, the Caucasus and the Black Sea. His spiritual activity does not stop. During that time he will also write his famous work "Offer to Modern Monasticism", which depicts the sanctity of his existence.

Reasons for illness cause him to resign from the bishopric. So he retires to the Monastery of Saint Nicholas in Babaevo.

Saint Ignatius, after living there as a mere monk, slept peacefully in the year 1867, at the age of sixty.