Μάρκ. 14, 43-15, 1
43 Καὶ εὐθέως,
ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος, παραγίνεται
Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, εἷς τῶν δώδεκα,
καὶ μετ᾿
αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ
μαχαιρῶν καὶ ξύλων,
ἀπεσταλμένοι παρὰ τῶν ἀρχιερέων καὶ
γραμματέων καὶ τῶν
πρεσβυτέρων.
44 Δεδώκει
δὲ ὁ
παραδιδοὺς αὐτὸν σύσσημον αὐτοῖς λέγων· ὃν
ἂν φιλήσω, αὐτός
ἐστι· κρατήσατε αὐτὸν καὶ ἀπαγάγετε ἀσφαλῶς.
45 Καὶ
ἐλθὼν εὐθέως προσελθὼν αὐτῷ
λέγει· χαῖρε, ραββί, καὶ
κατεφίλησεν αὐτόν.
46 Οἱ
δὲ ἐπέβαλον ἐπ᾿ αὐτὸν τὰς χεῖρας αὐτῶν καὶ ἐκράτησαν αὐτόν.
47 Εἷς δέ τις τῶν
παρεστηκότων σπασάμενος τὴν μάχαιραν ἔπαισε τὸν δοῦλον τοῦ
ἀρχιερέως καὶ ἀφεῖλεν
αὐτοῦ τὸ ὠτίον.
48 Καὶ
ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς
εἶπεν αὐτοῖς·
ὡς ἐπὶ λῃστὴν
ἐξήλθετε μετὰ μαχαιρῶν
καὶ ξύλων συλλαβεῖν με·
49 καθ᾿ ἡμέραν πρὸς ὑμᾶς ἤμην ἐν τῷ ἱερῷ διδάσκων, καὶ
οὐκ ἐκρατήσατέ με.
Ἀλλ᾿ ἵνα πληρωθῶσιν
αἱ γραφαί.
50 καὶ
ἀφέντες αὐτὸν ἔφυγον
πάντες.
51 Καὶ εἷς τις
νεανίσκος ἠκολούθησεν
αὐτῷ, περιβεβλημένος σινδόνα
ἐπὶ γυμνοῦ· καὶ κρατοῦσιν
αὐτὸν
οἱ νεανίσκοι.
52 Ὁ δὲ καταλιπὼν τὴν σινδόνα
γυμνὸς ἔφυγεν
ἀπ᾿ αὐτῶν.
Ο Ιησούς
Χριστός δικάζεται ενώπιον
του αρχιερέως
53 Καὶ
ἀπήγαγον τὸν Ἰησοῦν πρὸς τὸν ἀρχιερέα καὶ
συνέρχονται αὐτῷ πάντες οἱ
ἀρχιερεῖς καὶ οἱ
πρεσβύτεροι καὶ οἱ γραμματεῖς.
54 Καὶ ὁ
Πέτρος ἀπὸ μακρόθεν ἠκολούθησεν
αὐτῷ ἕως
ἔσω εἰς τὴν αὐλὴν
τοῦ
ἀρχιερέως, καὶ ἦν
συγκαθήμενος μετὰ τῶν
ὑπηρετῶν καὶ
θερμαινόμενος πρὸς τὸ
φῶς.
55 Οἱ
δὲ ἀρχιερεῖς καὶ ὅλον τὸ
συνέδριον ἐζήτουν κατὰ
τοῦ Ἰησοῦ μαρτυρίαν εἰς τὸ θανατῶσαι αὐτόν, καὶ
οὐχ εὕρισκον·
56 πολλοὶ γὰρ ἐψευδομαρτύρουν κατ᾿ αὐτοῦ,
καὶ ἴσαι αἱ μαρτυρίαι οὐκ
ἦσαν.
57 Καί
τινες ἀναστάντες ἐψευδομαρτύρουν κατ᾿ αὐτοῦ
λέγοντες
58 ὅτι ἡμεῖς
ἠκούσαμεν αὐτοῦ λέγοντος, ὅτι
ἐγὼ καταλύσω τὸν ναὸν τοῦτον τὸν χειροποίητον καὶ διὰ τριῶν ἡμερῶν ἄλλον
ἀχειροποίητον οἰκοδομήσω.
59 Καὶ οὐδὲ
οὕτως ἴση ἦν
ἡ μαρτυρία αὐτῶν.
60 Καὶ
ἀναστὰς ὁ ἀρχιερεὺς εἰς τὸ μέσον ἐπηρώτα τὸν Ἰησοῦν
λέγων· οὐκ ἀποκρίνῃ οὐδέν;
Τί οὗτοί
σου καταμαρτυροῦσιν;
61 Ὁ
δὲ ἐσιώπα καὶ οὐδὲν
ἀπεκρίνατο. πάλιν ὁ
ἀρχιερεὺς ἐπηρώτα αὐτὸν
καὶ λέγει αὐτῷ·
σὺ
εἶ ὁ Χριστὸς
ὁ υἱὸς τοῦ
εὐλογητοῦ;
62 Ὁ
δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἐγώ
εἰμι· καὶ ὄψεσθε τὸν υἱὸν
τοῦ
ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν καθήμενον
τῆς δυνάμεως
καὶ ἐρχόμενον ἐπὶ
τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ.
63 Ὁ
δὲ ἀρχιερεὺς διαρρήξας
τοὺς χιτῶνας αὐτοῦ
λέγει· τί
ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων;
64 Ἠκούσατε πάντως
τῆς βλασφημίας·
τί ὑμῖν φαίνεται;
οἱ δὲ πάντες
κατέκριναν αὐτὸν εἶναι
ἔνοχον θανάτου.
65 Καὶ
ἤρξαντό τινες ἐμπτύειν αὐτῷ καὶ περικαλύπτειν τὸ πρόσωπον
αὐτοῦ καὶ κολαφίζειν αὐτὸν καὶ
λέγειν αὐτῷ· προφήτευσον ἡμῖν
τίς ἐστιν
ὁ παίσας σε. Καὶ
οἱ ὑπηρέται ραπίσμασιν
αὐτὸν ἔβαλον.
Ο Πέτρος αρνείται τον
Ιησού Χριστό
66 Καὶ ὄντος τοῦ Πέτρου κάτω ἐν τῇ αὐλῇ ἔρχεται μία τῶν παιδισκῶν τοῦ
ἀρχιερέως,
67 καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον θερμαινόμενον
ἐμβλέψασα αὐτῷ λέγει· καὶ σὺ μετὰ
τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζαρηνοῦ ἦσθα.
68 Ὁ δὲ ἠρνήσατο λέγων·
οὐκ οἶδα οὐδὲ
ἐπίσταμαι τί σὺ λέγεις. Καὶ ἐξῆλθεν ἔξω
εἰς τὸ προαύλιον, καὶ ἀλέκτωρ ἐφώνησε.
69 Καὶ
ἡ παιδίσκη ἰδοῦσα
αὐτὸν πάλιν ἤρξατο λέγειν
τοῖς
παρεστηκόσιν ὅτι
οὗτος ἐξ αὐτῶν ἐστιν.
70 Ὁ
δὲ πάλιν ἠρνεῖτο.
καὶ μετὰ
μικρὸν πάλιν οἱ
παρεστῶτες ἔλεγον τῷ
Πέτρῳ· ἀληθῶς ἐξ
αὐτῶν εἶ· καὶ γὰρ
Γαλιλαῖος εἶ καὶ ἡ
λαλιά σου ὁμοιάζει.
71 Ὁ δὲ
ἤρξατο ἀναθεματίζειν καὶ ὀμνύναι ὅτι οὐκ
οἶδα τὸν ἄνθρωπον
τοῦτον ὃν λέγετε. καὶ
ἐκ δευτέρου ἀλέκτωρ
ἐφώνησε.
72 Καὶ ἀνεμνήσθη ὁ Πέτρος τὸ ρῆμα ὃ
εἶπεν αὐτῷ ὁ
Ἰησοῦς ὅτι πρὶν ἀλέκτορα
φωνῆσαι δίς, ἀπαρνήσῃ με τρίς· καὶ
ἐπιβαλὼν ἔκλαιε.
15,1 Καὶ
εὐθέως ἐπὶ
τὸ πρωὶ συμβούλιον ποιήσαντες
οἱ ἀρχιερεῖς μετὰ
τῶν πρεσβυτέρων καὶ γραμματέων καὶ ὅλον τὸ συνέδριον, δήσαντες
τὸν Ἰησοῦν
ἀπήνεγκαν καὶ παρέδωκαν
τῷ Πιλάτῳ.
ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ
Μάρκ. 14, 43-15, 1
43 Αμέσως, ενώ
αυτός ακόμη μιλούσε,
έρχεται ο Ιούδας,
ένας από τους
δώδεκα, και
μαζί του όχλος
πολύς με μαχαίρια
και ξύλα, εκ
μέρους των αρχιερέων,
των γραμματέων και
των πρεσβυτέρων.
44 Εκείνος που
θα τον παρέδιδε
τους είχε δώσει
σύνθημα και τους
είχε πει, «Εκείνον
που θα
φιλήσω, αυτός είναι·
συλλάβετέ τον
και φέρετέ τον
με ασφάλεια».
45 Και
όταν ήλθε, αμέσως
τον πλησίασε και
του λέγει, «Ραββί»,
και τον κατεφίλησε.
46 Εκείνοι έβαλαν
τα χέρια επάνω
του και τον συνέλαβαν.
47 Ένας
από εκείνους που παρευρίσκοντο, έσυρε
την μάχαιρα
και κτύπησε τον
δούλο του αρχιερέως
και του έκοψε
το αυτί.
48 Τότε
ο Ιησούς τους
είπε, «Ήλθατε σαν
να επρόκειτο για
κανένα ληστή να
με συλλάβετε με
μαχαίρια και ξύλα;
49 Κἀθε
ημέρα ήμουν κοντά σας
στο ναό και
δίδασκα και δεν
με πιάσατε. Αλλ’
άς εκπληρωθούν οι
γραφές».
50 Και
όλοι τον άφησαν
και έφυγαν.
51 Κάποιος νέος
τον ακολουθούσε γυμνός,
τυλιγμένος κατάσαρκα
με ένα σινδόνι
και τον συνέλαβαν.
52 Αλλ’ αυτός
άφησε το σινδόνι
και τους έφυγε γυμνός.
Ο Ιησούς
δικάζεται ενώπιον του
αρχιερέως
53 Και
έφεραν τον Ιησού
στον αρχιερέα και μαζεύονται
όλοι οι αρχιερείς
και οι πρεσβύτεροι και
οι γραμματείς.
54 Ο
Πέτρος τον ακολούθησε από
μακρυά έως μέσα
στην αυλή του
αρχιερέως και καθότανε
μαζί με τους
υπηρέτες και ζεσταινότανε στην φωτιά.
55 Οι
αρχιερείς και ολόκληρο
το συνέδριο ζητούσαν κάποια
μαρτυρία κατά του
Ιησού, ώστε να
τον θανατώσουν, αλλά
δεν εύρισκαν.
56 Πολλοί
ψευδομάρτυρες
παρουσιάσθηκαν εναντίον του
αλλ’ οι μαρτυρίες δεν
ήσαν σύμφωνοι.
57 Μερικοί σηκώθηκαν και ψευδομαρτυρούσαν εναντίον
του και έλεγαν,
58 «Εμείς τον
έχουμε ακούσει να λέγει, «Εγώ
θα γκρεμίσω το
ναό αυτό τον χειροποίητο και
σε τρεις ημέρες
θα ανοικοδομήσω άλλο αχειροποίητο».
59 Αλλ’
ούτε και στη
περίπτωσι αυτή ήτο
σύμφωνη η μαρτυρία τους.
60 Τότε
σηκώθηκε ο
αρχιερεύς στο μέσον
και ρώτησε τον
Ιησού, «Δεν απαντάς
τίποτε; Γιατί μαρτυρούν
εναντίον σου;».
61 Αυτός
σιωπούσε και δεν
απαντούσε τίποτε. Πάλι
ο αρχιερεύς τον
ρώτησε, «Συ είσαι
ο Χριστός ο
Υιός του Ευλογητού;».
62 Ο
δε Ιησούς είπε, «Εγώ
είμαι· και θα
ιδήτε τον Υιό
του ανθρώπου να
κάθεται στα δεξιά
της Δυνάμεως και
να έρχεται επάνω
στα σύννεφα του
ουρανού».
63 Ο
αρχιερεύς έσχισε τα
ενδύματά του και λέγει,
«Τι ανάγκη έχουμε
από μάρτυρες;
64 Ακούσατε την
βλασφημία. Τί νομίζετε;».
Όλοι δε τον
κατέκριναν ότι είναι
ένοχος θανάτου.
65 Και μερικοί
άρχισαν να τον
φτύνουν και να σκεπάζουν
το πρόσωπό του
και να τον κτυπούν
με γροθιές και
να του λέγουν,
«Προφήτευσε». Και οι
υπηρέτες τον ράπιζαν.
Ο Πέτρος
αρνε ίται τον Ιησού
Χριστό
66 Ενώ
ο Πέτρος ήτο
κάτω στην αυλή,
έρχεται μία από
τις υπηρέτριες του
αρχιερέως,
67 και
όταν είδε τον Πέτρο
να ζεσταίνεται, αφού
τον κύτταξε καλά,
του λέγει, «Και
συ ήσουνα μαζί με
τον Ναζαρηνό, τον
Ιησού».
68 Αυτός
όμως αρνήθηκε και
είπε, «Ούτε ξέρω,
ούτε καταλαβαίνω
τι λές». Και βγήκε
έξω στο
προαύλιο και ένας
πετεινός ελάλησε.
69 Και
η υπηρέτρια, όταν
τον είδε, άρχισε
πάλι να λέγει
σ’ εκείνους που ευρίσκοντο
εκεί, «Αυτός είναι
από αυτούς».
70 Αλλ’
ο Πέτρος πάλι
αρνήθηκε. Και ύστερα
από λίγο οι
ευρισκόμενοι εκεί πάλι
του έλεγαν,
«Αλήθεια, είσαι απ’
αυτούς, διότι είσαι
Γαλιλαίος και η προφορά σου μοιάζει».
71 Εκείνος δε
άρχισε με κατάρες
και όρκους να
λέγει, «Δεν ξέρω τον άνθρωπο αυτό
για τον οποίο μιλάτε».
72 Και για δεύτερη
φορά λάλησε ο πετεινός. Και
θυμήθηκε ο Πέτρος
ότι ο Ιησούς
του είχε πει,
«Πριν λαλήσει δυο φορές
ο πετεινός, θα
με απαρνηθείς τρεις φορές»,
και άρχισε να
κλαίει.
15, 1 Και νωρίς
το πρωΐ είχαν συμβούλιο οι αρχιερείς
μαζί
με τους
πρεσβυτέρους και τους γραμματείς και όλο το
συνέδριο και αφού έδεσαν
τον Ιησού,
τον μετέφεραν και τον παρέδωκαν
στον Πιλάτο.
Α΄ Ἰω. 3,
21-4, 11
3,21 Ἀγαπητοί, ἐὰν ἡ
καρδία ἡμῶν μὴ καταγινώσκῃ ἡμῶν παρρησίαν ἔχομεν
πρὸς τὸν Θεόν,
22 καὶ
ὃ ἐὰν αἰτῶμεν λαμβάνομεν παρ᾿
αὐτοῦ ὅτι τὰς
ἐντολὰς αὐτοῦ τηροῦμεν καὶ
τὰ ἀρεστὰ ἐνώπιον αὐτοῦ
ποιοῦμεν.
23 Καὶ αὕτη
ἐστὶν ἡ ἐντολὴ
αὐτοῦ, ἵνα πιστεύσωμεν
τῷ ὀνόματι τοῦ
υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ
καὶ ἀγαπῶμεν ἀλλήλους
καθὼς ἔδωκεν ἐντολήν .
24 Καὶ ὁ τηρῶν τα ὰς
ἐντολὰς αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει
καὶ αὐτὸς
ἐν αὐτῷ. καὶ ἐν τούτῳ
γινώσκομεν ὅτι μένει
ἐν ἡμῖν, ἐκ τοῦ Πνεύματος οὗ ἡμῖν ἔδωκεν.
4,1 Ἀγαπητοί, μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε,
ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν, ὅτι πολλοὶ
ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τὸν
κόσμον.
2 Ἐν
τούτῳ γινώσκετε τὸ
πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· πᾶν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ
Ἰησοῦν Χριστὸν
ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἔστι·
3 καὶ πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦν
Χριστὸν ἐν σαρκὶ
ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ
Θεοῦ οὐκ ἔστι·
καὶ τοῦτό ἐστι τὸ
τοῦ ἀντιχρίστου ὃ ἀκηκόατε ὅτι
ἔρχεται, καὶ
νῦν ἐν τῷ
κόσμῳ ἐστὶν ἤδη.
4 Ὑμεῖς ἐκ
τοῦ Θεοῦ
ἐστε, τεκνία, καὶ
νενικήκατε αὐτούς, ὅτι μείζων
ἐστὶν ὁ ἐν ὑμῖν
ἢ ὁ ἐν τῷ κόσμῳ.
5 Αὐτοὶ ἐκ τοῦ κόσμου εἰσί· διὰ τοῦτο ἐκ τοῦ κόσμου
λαλοῦσι καὶ
ὁ κόσμος αὐτῶν
ἀκούει.
6 Ἡμεῖς ἐκ
τοῦ Θεοῦ
ἐσμεν· ὁ γινώσκων
τὸν Θεὸν ἀκούει ἡμῶν. Ὃς
οὐκ
ἔστιν ἐκ τοῦ Θεοῦ
οὐκ ἀκούει ἡμῶν.
ἐκ τούτου γινώσκομεν
τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας καὶ τὸ
πνεῦμα τῆς πλάνης.
Η αγάπη
του Θεού και
η αγάπη των
ανθρώπων
7 Ἀγαπητοί, ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὅτι ἡ ἀγάπη
ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι,
καὶ
πᾶς ὁ ἀγαπῶν ἐκ
τοῦ Θεοῦ
γεγέννηται καὶ γινώσκει
τὸν Θεόν.
8 Ὁ
μὴ ἀγαπῶν οὐκ
ἔγνω τὸν Θεόν,
ὅτι ὁ Θεὸς
ἀγάπη ἐστίν.
9 Ἐν τούτῳ
ἐφανερώθη ἡ ἀγάπη
τοῦ Θεοῦ
ἐν ἡμῖν, ὅτι τὸν
υἱὸν αὐτοῦ
τὸν μονογενῆ
ἀπέσταλκεν ὁ Θεὸς
εἰς τὸν κόσμον
ἵνα ζήσωμεν δι᾿ αὐτοῦ.
10 Ἐν τούτῳ
ἐστὶν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς
ἠγαπήσαμεν τὸν Θεόν, ἀλλ᾿ ὅτι αὐτὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ
ἀπέστειλε τὸν υἱὸν αὐτοῦ
ἱλασμὸν περὶ τῶν
ἁμαρτιῶν ἡμῶν.
11 Ἀγαπητοί, εἰ
οὕτως ὁ Θεὸς
ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ἀλλήλους
ἀγαπᾶν.
ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ
Α΄ Ιω. 3,
21-4, 11
21 Αγαπητοί, εάν
η καρδιά μας
δεν μας κατακρίνει,
τότε έχουμε θάρρος
να πλησιάσουμε τον
Θεό, και πέρνουμε
από αυτόν ό,τι
ζητάμε,
22 διότι
τηρούμε τις εντολές του και κάνουμε
εκείνα που του
είναι αρεστά.
23 Και
αυτή είναι η
εντολή του: να πιστέψουμε στο
όνομα του Υιού
αυτού Ιησού Χριστού
και να αγαπάμε
ο ένας τον
άλλο, σύμφωνα με
την εντολή που μας
έδωκε.
24 Όποιος τηρεί τις
εντολές του, μένει
εν τω Θεώ
και ο Θεός
εν αυτώ. Και
με τούτο ξέρουμε
ότι μένει μέσα
μας: από το
Πνεύμα, το οποίο
μας έδωκε.
4, 1 Αγαπητοί, μη
πιστεύετε σε κάθε
πνεύμα, αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα, εάν είναι
από τον Θεό,
διότι πολλοί ψευδοπροφήτες βγήκαν
στον κόσμο.
2 Με
τον εξής τρόπο
αναγνωρίζετε το Πνεύμα
του Θεού: κάθε
πνεύμα, το οποίο
ομολογεί ότι ο
Ιησούς Χριστός ήλθε
ως άνθρωπος, είναι
από τον Θεό,
3 και
κάθε πνεύμα,
το οποίο δεν
ομολογεί ότι ο
Ιησούς Χριστός ήλθε
ως άνθρωπος, δεν
είναι από τον
Θεό. Αυτό είναι
το πνεύμα του
αντιχρίστου, για
τον οποίο έχετε
ακούσει ότι έρχεται, και
τώρα είναι ήδη
στο κόσμο.
4 Σεις,
παιδιά, είσθε
από τον Θεό
και τους έχετε
νικήσει, διότι εκείνος
που είναι μέσα σας,
είναι μεγαλύτερος από
εκείνον που είναι
μέσα στον κόσμο.
5 Αυτοί
είναι από τον κόσμο,
δια τούτο ό,τι
λέγουν είναι από
τον κόσμο και
ο κόσμος τους
ακούει.
6 Εμείς
είμεθα από τον
Θεό. Όποιος ξέρει
τον Θεό, μας
ακούει. Όποιος δεν είναι
από τον Θεό,
δεν μας ακούει. Δι’ αυτού
του μέσου αναγνωρίζουμε το
πνεύμα της αληθείας
και το πνεύμα της πλάνης.
Η αγάπη του
Θεού και η
αγάπη των ανθρώπων
7 Αγαπητοί, άς
αγαπάμε ο ένας
τον άλλο, διότι
η αγάπη είναι
από τον Θεό και
όποιος αγαπά, έχει
γεννηθεί από τον
Θεό και
ξέρει τον Θεό.
8 Όποιος
δεν αγαπά, δεν
γνώρισε τον Θεό,
διότι ο Θεός
είναι αγάπη.
9 Με
τούτο φανερώθηκε η
αγάπη του Θεού
σ’ εμάς: ότι
τον Υιό του
τον μονογενή έστειλε
ο Θεός στο
κόσμο, για να
ζήσουμε δι’ αυτού.
10
Σε τούτο συνίσταται η
αγάπη, όχι στο
ότι εμείς αγαπήσαμε τον
Θεό, αλλ’ ότι
αυτός μας αγάπησε
και έστειλε τον
Υιό του ως
ιλασμό για τις
αμαρτίες μας.
11 Αγαπητοί, εάν
ο Θεός μας
αγάπησε με τέτοιο
τρόπο, πρέπει και
εμείς να αγαπάμε
ο ένας τον
άλλο.
Mark. 14, 43-15, 1
43 Immediately while he
yet spake, cometh Judas, one of the twelve, and with him a great multitude with
knives and staves, from the chief priests and scribes and the elders.
44 The one who would hand
him over had given them a signal and said, "The one I will kiss is him;
arrest him and bring him safely."
45 And when he was come,
he went straight to him, and said unto him, Rabbi, and kissed him.
46 And they laid their
hands on him, and took him.
47 And one of them that
stood by drew a sword, and smote a servant of the high priest, and cut off his
ear.
48 Then said Jesus unto
them, Are ye come out, as against a robber, to seize me with knives and sticks?
49 Every day I was with
you in the temple teaching and you did not catch me. But let the scriptures be
fulfilled. "
50 And they all forsook him,
and departed.
51 A young man was
following him naked, wrapped in a shroud, and was arrested.
52 But he left the shroud
and went away naked.
Jesus is judged before the
high priest
53 And they brought Jesus
to the high priest, and all the chief priests and the elders and the scribes
came together.
54 Peter followed him from
far and wide into the court of the high priest, sitting with the servants and
warming himself in the fire.
55 And the chief priests
and the whole whole council sought witnesses against Jesus to put him to death,
but they found none.
56 Many false witnesses
testified against him but the testimonies were not in agreement.
57 And some rose up, and
bare false witness against him, saying,
58 "We have heard him
say, 'I will demolish this handmade temple and in three days I will rebuild
another handmade one.'
59 Nor did their testimony
agree in this case.
60 And the high priest
stood up in the midst, and asked Jesus, saying, Answerest thou nothing? Why do
they testify against you?
61 He was silent and
answered nothing. Again the high priest asked him, "Are you the Christ the
Son of the Blessed One?"
62 And Jesus said, I am
he; and ye shall know the Son of man sitting on the right hand of power, and
coming in the clouds of heaven.
63 The high priest tore
his clothes and said, “What need do we have of witnesses?
64 You heard the
blasphemy. What do you think;". Not everyone criticized him as guilty of
death.
65 And some began to spit
on him, and to cover his face, and to buffet him, and to say unto him,
Prophesy. And the servants slapped him.
Peter denies Jesus Christ
66 While Peter was in the
courtyard, one of the high priest's maids came,
67 And when he saw Peter
warming himself, he kissed him, and saith unto him, Were thou with Nazareth
Jesus?
68 But he refused and
said, "I neither know nor understand what you are saying." And he
went out into the courtyard, and a rooster crowed.
69 And the maid saw him,
and began again to say to them that stood by, This is one of them.
70 But Peter refused
again. And after a while the men that were with him again said unto him, Truly,
thou art one of them: for thou art a Galilaean, and thy speech is similar.
71 He did not begin to say
with curses and vows, "I do not know the man you are talking about."
72 And for the second time
the rooster crowed. And Peter remembered that Jesus had said unto him, Before
the rooster croweth twice, thou shalt deny me thrice, and he wept.
15, 1 And early in the
morning the chief priests held a council with the elders and scribes and the
whole council, and bound Jesus, and carried him away, and delivered him to
Pilate.
Α΄ Ιω. 3, 21-4, 11
21 Beloved, if our hearts
do not condemn us, then we have the courage to draw near to God, and to go
through him as we ask,
22 For we keep his
commandments, and do those things that are pleasing to him.
23 And this is his
commandment, That we should believe on the name of this Son Jesus Christ, and
love one another, according to the commandment which he gave us.
24 He that keepeth his commandments
abideth in God, and God in him. And with this we know that he abideth in us: by
the Spirit which he hath given us.
4, 1 Beloved, believe not
every spirit, but try the spirits, if they are of God: for many false prophets
are gone out into the world.
2 In this way you know the
Spirit of God: every spirit that confesses that Jesus Christ came as a man is
of God;
3 And every spirit that
confesseth not that Jesus Christ came as a man is not of God. This is the
spirit of the antichrist, which you have heard is coming, and is now in the
world.
4 Children, ye are of God,
and have overcome them: for he that is in you is greater than he that is in the
world.
5 They are of the world;
therefore what they say is of the world, and the world heareth them.
6 We are from God. Whoever
knows God listens to us. Whoever is not from God does not listen to us. Through
this we recognize the spirit of truth and the spirit of error.
The love of God and the love of men
7 Beloved, let us love one
another, for love is of God, and every one that loves has been born of God and
knows God.
8 He that loveth not
knoweth not God; for God is love.
9 With this the love of
God was revealed to us: that God sent his only begotten Son into the world,
that we might live through him.
10 This is love, not that
we loved God, but that he loved us and sent his Son to be the propitiation for
our sins.
11 Beloved, if God so
loved us, we ought also to love one another.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου