Λουκᾶ 20,1-8
1 Καὶ
ἐγένετο ἐν μιᾷ
τῶν ἡμερῶν ἐκείνων
διδάσκοντος αὐτοῦ
τὸν λαὸν
ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εὐαγγελιζομένου ἐπέστησαν
οἱ ἱερεῖς καὶ
οἱ γραμματεῖς σὺν τοῖς
πρεσβυτέροις
2 καὶ
εἶπον πρὸς αὐτὸν λέγοντες·
εἰπὲ ἡμῖν ἐν ποίᾳ
ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς,
ἢ τίς ἐστιν ὁ δούς
σοι τὴν ἐξουσίαν ταύτην;
3 Ἀποκριθεὶς δὲ εἶπε πρὸς αὐτούς·
ἐρωτήσω ὑμᾶς κἀγὼ ἕνα λόγον καὶ εἴπατέ μοι·
4 τὸ
βάπτισμα Ἰωάννου ἐξ οὐρανοῦ
ἦν ἢ ἐξ ἀνθρώπων;
5 Οἱ
δὲ συνελογίσαντο πρὸς ἑαυτοὺς λέγοντες
ὅτι ἐὰν εἴπωμεν,
ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ, διατί οὖν
οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ;
6 Ἐὰν δὲ εἴπωμεν, ἐξ ἀνθρώπων, πᾶς ὁ λαὸς καταλιθάσει
ἡμᾶς· πεπεισμένος γάρ ἐστιν Ἰωάννην προφήτην εἶναι.
7 Καὶ
ἀπεκρίθησαν μὴ
εἰδέναι πόθεν.
8 Καὶ
ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ.
ΑΠΟΔΟΣΗ
ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ
Λουκά
20,1-8
1 Όταν
μία μέρα δίδασκε
τον λαό στο
ναό και κήρυττε
το χαρμόσυνο άγγελμα, τον
πλησίασαν οι ιερείς
και οι γραμματείς μαζί
με τους πρεσβυτέρους
2 και
του είπαν, «Πές
μας με ποιά
εξουσία κάνεις αυτά
και ποιος σου έδωκε
την εξουσία αυτή;».
3 Αυτός
τους απεκρίθη, «Θα
σας κάνω και
εγώ μία ερώτησι:
4 πέστε
μου, το βάπτισμα
του Ιωάννου ήτο
από τον ουρανό
ή από τους ανθρώπους;».
5 Αυτοί
συζητούσαν μεταξύ τους
και έλεγαν, «Εάν
πούμε, «Από τον ουρανό», θα
μας πει, «Γιατί
δεν πιστέψατε σ’
αυτόν;».
6 Εάν
πούμε «Από τους
ανθρώπους», όλος ο
λαός θα μας
λιθοβολήσει, διότι είχε πεισθεί
ότι ο Ιωάννης
είναι προφήτης».
7 Απεκρίθησαν ότι
δεν γνωρίζουν από
που.
8 Και
ο Ιησούς τους
είπε, «Ούτε και
εγώ σας λέγω
με ποιά εξουσία
κάνω αυτά».
A΄Τιμ. 1,18-20, 2, 8-15
1, 18 Ταύτην τὴν
παραγγελίαν
παρατίθεμαί σοι, τέκνον
Τιμόθεε, κατὰ τὰς προαγούσας ἐπὶ σὲ
προφητείας, ἵνα στρατεύῃ ἐν
αὐταῖς τὴν καλὴν στρατείαν,
19 ἔχων πίστιν
καὶ ἀγαθὴν συνείδησιν,
ἥν τινες ἀπωσάμενοι περὶ
τὴν πίστιν
ἐναυάγησαν·
20 ὧν ἐστιν Ὑμέναιος καὶ
Ἀλέξανδρος, οὓς παρέδωκα
τῷ σατανᾷ, ἵνα παιδευθῶσι μὴ
βλασφημεῖν.
2, 8 Βούλομαι οὖν
προσεύχεσθαι τοὺς ἄνδρας
ἐν παντὶ τόπῳ, ἐπαίροντας ὁσίους
χεῖρας χωρὶς ὀργῆς
καὶ διαλογισμοῦ.
9 Ὡσαύτως καὶ τὰς γυναῖκας ἐν
καταστολῇ κοσμίῳ, μετὰ αἰδοῦς καὶ
σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς, μὴ
ἐν πλέγμασιν ἢ χρυσῷ ἢ μαργαρίταις
ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ,
10 ἀλλ' ὃ
πρέπει γυναιξὶν
ἐπαγγελλομέναις
θεοσέβειαν, δι' ἔργων
ἀγαθῶν.
11 Γυνὴ
ἐν ἡσυχίᾳ μανθανέτω ἐν
πάσῃ ὑποταγῇ·
12 γυναικὶ
δὲ διδάσκειν οὐκ
ἐπιτρέπω, οὐδὲ αὐθεντεῖν
ἀνδρός, ἀλλ' εἶναι
ἐν ἡσυχίᾳ.
13 Ἀδὰμ γὰρ
πρῶτος ἐπλάσθη, εἶτα
Εὔα·
14 καὶ ᾿Αδὰμ
οὐκ ἠπατήθη, ἡ
δὲ γυνὴ ἀπατηθεῖσα ἐν
παραβάσει γέγονε·
15 σωθήσεται δὲ διὰ
τῆς τεκνογονίας, ἐὰν
μείνωσιν ἐν πίστει
καὶ ἀγάπῃ καὶ ἁγιασμῷ μετὰ σωφροσύνης.
ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ
Α΄
Τιμ. 1,18-20, 2, 8-15
1,18 Αυτήν την
παραγγελία σου εμπιστεύομαι
για φύλαξι, Τιμόθεε παιδί μου,
σύμφωνα με τα
προφητικά λόγια που
υπέδειξαν εσένα, ώστε
να διεξάγεις τον καλό
αγώνα σύμφωνα με
αυτά,
19 με
πίστι και καλή
συνείδησι, την οποία
μερικοί απέρριψαν και ναυάγησαν ως
προς την πίστι·
20 μεταξύ αυτών είναι
ο Υμέναιος και
ο Αλέξανδρος, τους
οποίους παρέδωσα στον Σατανά,
για να παιδαγωγηθούν να
μη βλασφημούν.
2, 8 Θέλω λοιπόν,
να προσεύχωνται οι
άνδρες σε κάθε
τόπο, υψώνοντας χέρια άγια,
χωρίς οργή και
αμφιβολία.
9 Επίσης
και οι γυναίκες,
να στολίζουν τον
εαυτό τους με
σεμνή ενδυμασία, με αιδώ
και σωφροσύνη, όχι
με πλέξιμο των
μαλλιών ή με χρυσά
κοσμήματα ή μαργαριτάρια ή
πολυτελή φορέματα,
10 αλλά
με εκείνο που
αρμόζει σε γυναίκες
που ομολογούν θεοσέβεια, δηλαδή με
έργα καλά.
11 Η
γυναίκα πρέπει να
διδάσκεται με ησυχία
και πλήρη υποταγή.
12 Στην
γυναίκα δεν επιτρέπω
να διδάσκει ή
να εξουσιάζει τον
άνδρα αλλά να μένει
ήσυχη,
13 διότι
ο Αδάμ πλάσθηκε
πρώτος, έπειτα η
Εύα,
14 και
δεν απατήθηκε ο
Αδάμ αλλ’ απατήθηκε
η γυναίκα και
έγινε παραβάτις.
15 Θα σωθεί όμως
δια της τεκνογονίας, εάν μείνουν
οι γυναίκες στη
πίστι και την
αγάπη και τον
αγιασμό με σωφροσύνη.
Luke 20: 1-8
1 And it came to pass, as
he was teaching in the temple, that he preached the gospel, the priests and the
scribes came unto him, and the elders.
2 And they said unto him,
Tell us, by what authority doest thou these things? And who gave thee this
authority?
3 He answered and said
unto them, I will also ask you one thing;
4 Tell me, was the baptism
of John from heaven or from men?
5 And they reasoned with
themselves, saying, If we shall say, From heaven; he will say unto us, Why have
ye not believed in him?
"If we say, 'From
men,' all the people will stone us, for they were persuaded that John is a
prophet."
7 They replied that they
did not know where.
8 And Jesus said unto
them, Neither tell I you by what authority I do these things.
Α΄ Tim. 1.18-20, 2, 8-15
1.18 I entrust this order
to you for safekeeping, Timothy my child, according to the prophetic words
which they have instructed you, that you may conduct the good fight according
to them,
19 with faith and good
conscience, which some have rejected and wrecked in faith;
20 Among them are
Hymenaeus and Alexander, whom I delivered up to Satan, that they might be
taught not to blaspheme.
2, 8 So I want men to pray
in every place, raising holy hands, without anger and doubt.
9 Also, let women adorn
themselves with modest clothing, with modesty and wisdom, not with braiding
hair or with gold jewels or pearls or luxurious dresses,
10 but with what befits
women who profess godliness, that is, with good works.
11 The woman must be
taught quietly and in complete submission.
12 I do not allow a woman
to teach or dominate a man, but to keep quiet,
13 For Adam was first
formed, then Eve,
14 and Adam was not
deceived but the woman was deceived and became a transgressor.
15 But she shall be saved
by procreation, if women remain in faith and love and holiness with wisdom.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου