Ἰω. 8, 34-9, 1
8,34 Ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν
ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς
ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δοῦλός
ἐστι τῆς ἁμαρτίας.
35 Ὁ δέ δοῦλος
οὐ μένει
ἐν τῇ οἰκίᾳ
εἰς τὸν αἰῶνα· ὁ
υἱὸς μένει εἰς
τὸν αἰῶνα.
36 Ἐὰν οὖν
ὁ υἱὸς ὑμᾶς
ἐλευθερώσῃ, ὄντως ἐλεύθεροι
ἔσεσθε.
37 Οἶδα ὅτι σπέρμα Ἀβραάμ ἐστε· ἀλλὰ
ζητεῖτέ με ἀποκτεῖναι, ὅτι ὁ λόγος ὁ ἐμὸς
οὐ
χωρεῖ ἐν ὑμῖν.
38 Ἐγὼ ὃ
ἑώρακα παρὰ
τῷ πατρί μου λαλῶ·
καὶ
ὑμεῖς οὖν ὃ
ἑωράκατε παρὰ τῷ πατρὶ
ὑμῶν ποιεῖτε.
39 Ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον
αὐτῷ· ὁ
πατὴρ ἡμῶν Ἀβραάμ ἐστι. Λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· εἰ
τέκνα τοῦ Ἀβραὰμ ἦτε, τὰ ἔργα
τοῦ ᾿Αβραὰμ
ἐποιεῖτε.
40 Νῦν δὲ
ζητεῖτέ με ἀποκτεῖναι, ἄνθρωπον
ὃς τὴν ἀλήθειαν
ὑμῖν λελάληκα, ἣν ἤκουσα
παρὰ τοῦ Θεοῦ· τοῦτο Ἀβραὰμ οὐκ ἐποίησεν.
41 Ὑμεῖς ποιεῖτε τὰ
ἔργα τοῦ πατρὸς
ὑμῶν. Εἶπον οὖν αὐτῷ· ἡμεῖς
ἐκ πορνείας οὐ γεγεννήμεθα· ἕνα πατέρα
ἔχομεν, τὸν Θεόν.
42 Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ
Ἰησοῦς· εἰ
ὁ Θεὸς πατὴρ
ὑμῶν ἦν, ἠγαπᾶτε
ἂν ἐμέ· ἐγὼ γὰρ
ἐκ τοῦ Θεοῦ
ἐξῆλθον καὶ
ἥκω· οὐδὲ γὰρ ἀπ' ἐμαυτοῦ ἐλήλυθα, ἀλλ'
ἐκεῖνός με ἀπέστειλε.
43 Διατί τὴν λαλιὰν τὴν
ἐμὴν οὐ γινώσκετε; ὅτι οὐ δύνασθε ἀκούειν τὸν
λόγον τὸν ἐμόν.
44 Ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ διαβόλου ἐστέ, καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ πατρὸς ὑμῶν θέλετε
ποιεῖν. Ἐκεῖνος ἀνθρωποκτόνος ἦν ἀπ' ἀρχῆς
καὶ ἐν τῇ ἀληθείᾳ οὐχ
ἕστηκεν, ὅτι οὐκ ἔστιν ἀλήθεια
ἐν αὐτῷ· ὅταν λαλῇ
τὸ ψεῦδος, ἐκ
τῶν ἰδίων λαλεῖ, ὅτι ψεύστης ἐστὶ
καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ.
45 Ἐγὼ δὲ ὅτι τὴν ἀλήθειαν λέγω, οὐ πιστεύετέ μοι.
46 Τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας; Εἰ δὲ ἀλήθειαν λέγω, διατί
ὑμεῖς οὐ πιστεύετέ μοι;
47 Ὁ
ὢν ἐκ τοῦ Θεοῦ
τὰ ρήματα τοῦ
Θεοῦ ἀκούει· διὰ
τοῦτο ὑμεῖς οὐκ
ἀκούετε, ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ
ἐστέ.
48 Ἀπεκρίθησαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ
εἶπον αὐτῷ· οὐ καλῶς
λέγομεν ἡμεῖς
ὅτι Σαμαρείτης
εἶ σὺ καὶ δαιμόνιον
ἔχεις;
49 Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἐγὼ δαιμόνιον
οὐκ
ἔχω, ἀλλὰ τιμῶ
τὸν πατέρα μου, καὶ ὑμεῖς
ἀτιμάζετέ με.
50 Ἐγὼ δὲ οὐ ζητῶ τὴν
δόξαν
μου· ἔστιν ὁ ζητῶν καὶ
κρίνων.
51 Ἀμὴν ἀμὴν λέγω
ὑμῖν, ἐάν τις τὸν λόγον τὸν
ἐμὸν τηρήσῃ, θάνατον
οὐ μὴ
θεωρήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα.
52 Εἶπον οὖν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι· νῦν ἐγνώκαμεν ὅτι δαιμόνιον ἔχεις.
Ἀβραὰμ ἀπέθανε καὶ οἱ προφῆται, καὶ σὺ λέγεις, ἐάν τις τὸν
λόγον μου τηρήσῃ, οὐ μὴ
γεύσηται θανάτου εἰς τὸν αἰῶνα;
53 Μὴ σὺ
μείζων εἶ τοῦ
πατρὸς ἡμῶν Ἀβραάμ, ὅστις
ἀπέθανε; Καὶ
οἱ προφῆται ἀπέθανον· τίνα
σεαυτὸν σὺ
ποιεῖς;
54 Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς·
ἐὰν ἐγὼ δοξάζω ἐμαυτόν,
ἡ δόξα μου οὐδέν ἐστιν· ἔστιν
ὁ πατήρ μου ὁ δοξάζων με, ὃν ὑμεῖς
λέγετε ὅτι
Θεὸς ὑμῶν ἐστι,
55 καὶ οὐκ ἐγνώκατε αὐτόν·
ἐγὼ δὲ οἶδα αὐτόν. καὶ ἐὰν εἴπω
ὅτι οὐκ οἶδα
αὐτόν, ἔσομαι ὅμοιος
ὑμῶν ψεύστης·
ἀλλ' οἶδα αὐτὸν καὶ τὸν λόγον αὐτοῦ
τηρῶ.
56 Ἀβραὰμ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἠγαλλιάσατο ἵνα ἴδῃ τὴν ἡμέραν τὴν ἐμήν,
καὶ εἶδε καὶ ἐχάρη.
57 Εἶπον
οὖν οἱ Ἰουδαῖοι
πρὸς
αὐτόν· πεντήκοντα
ἔτη οὔπω
ἔχεις καὶ Ἀβραὰμ
ἑώρακας;
58 Εἶπεν
αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω
ὑμῖν, πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι
ἐγώ εἰμι.
59 Ἦραν οὖν λίθους ἵνα βάλωσιν
ἐπ' αὐτόν. Ἰησοῦς
δὲ ἐκρύβη, καὶ
ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ
διελθὼν διὰ μέσου
αὐτῶν,
καὶ παρῆγεν οὕτως.
9,1 Καὶ παράγων
εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν
ἐκ γενετῆς.
ΑΠΟΔΟΣΗ
ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ
Ιω. 8,34-9,1
8, 34 Απεκρίθη σ’ αυτούς
ο Ιησούς, «Αλήθεια,
αλήθεια σας λέγω,
ότι καθένας που κάνει
αμαρτία, είναι δούλος
της αμαρτίας.
35 Ο
δε δούλος δεν μένει στο
σπίτι παντοτεινά· ο
Υιός μένει παντοτινά.
36 Εάν
λοιπόν ο Υιός
σας ελευθερώσει, θα
είσθε πραγματικά ελεύθεροι.
37 Ξέρω
ότι είσθε απόγονοι
του Αβραάμ, αλλά
ζητάτε να με
σκοτώσετε, διότι ο λόγος
μου δεν έχει
θέσι μέσα σας.
38 Εγώ
εκείνο που είδα
κοντά στον Πατέρα μου διακηρύττω,
και σεις ό,τι
έχετε μάθει από
τον πατέρα σας κάνετε».
39 Απεκρίθησαν σ’ αυτόν,
«Ο πατέρας μας είναι
ο Αβραάμ». Λέγει
σ’ αυτούς ο
Ιησούς, «Εάν ήσαστε
παιδιά του Αβραάμ,
θα κάνατε τα έργα
του Αβραάμ, αλλά
τώρα ζητάτε να με σκοτώσετε,
40 άνθρωπο που
σας είπα την
αλήθεια, που άκουσα
από τον Θεό.
Αυτό δεν το
έκανε ο Αβραάμ.
Σεις κάνετε τα
έργα του πατέρα σας».
41 Εκείνοι του
είπαν, «Εμείς δεν
γεννηθήκαμε από πορνεία,
ένα Πατέρα έχουμε, τον
Θεό».
42 Τότε
ο Ιησούς τους
είπε, «Εάν ο
Θεός ήτο Πατέρας
σας, θα με αγαπούσατε, διότι
εγώ από τον
Θεό βγήκα και
ήλθα εδώ. Δεν
ήλθα από τον εαυτό
μου αλλ’ εκείνος
με έστειλε.
43 Γιατί
δεν καταλαβαίνετε την
γλώσσα μου; Διότι είσθε
ανίκανοι να ακούτε τον
λόγο μου.
44 Σεις
κατάγεσθε από τον πατέρα σας,
τον διάβολο, και
τις επιθυμίες του πατέρα
σας θέλετε να κάνετε. Εκείνος
από την αρχή
ήτο ανθρωποκτόνος και δεν
στέκεται στην
αλήθεια, διότι δεν
υπάρχει αλήθεια μέσα του. Όταν λέγει ψεύδη,
ομιλεί από τον
εαυτό του, διότι είναι ψεύτης
και πατέρας του ψεύδους.
45 Αλλ’
επειδή εγώ λέγω
την αλήθεια, δεν
εὲ πιστεύετε.
46 Ποιος
από σας μπορεί
να με
ελέγξει για αμαρτία;
Και εάν λέγω
την αλήθεια, γιατί δεν
με πιστεύετε;
47 Όποιος είναι
από τον Θεό,
ακούει τα λόγια του
Θεού. Δια τούτο
σεις δεν ακούτε, διότι
δεν είσθε από
τον Θεό».
48 Απεκρίθησαν τότε
οι Ιουδαίοι, «Καλά
δεν λέμε ότι
είσαι Σαμαρείτης και έχεις
δαιμόνιο;».
49 Απεκρίθη ο
Ιησούς, «Εγώ δαιμόνιο
δεν έχω αλλά
τιμώ τον Πατέρα
μου, και σεις
με ατιμάζετε.
50 Εγώ
δεν ζητώ την
δόξα μου. Υπάρχει
εκείνος που την
ζητεί και κρίνει.
51 Αλήθεια, αλήθεια σας
λέγω, εάν κανείς
φυλάξει τον λόγο μου,
δεν θα ιδεί ποτέ
θάνατο».
52 Είπαν
σ’ αυτόν οι
Ιουδαίοι, «Τώρα είμεθα
βέβαιοι ότι έχεις
δαιμόνιο. Ο Αβραάμ
πέθανε και οι
προφήτες και
συ λές, «Εάν
κανείς φυλάξει τον λόγο
μου, δεν θα
γευθεί ποτέ θάνατο».
53 Μήπως
είσαι συ μεγαλύτερος από τον πατέρα
μας τον Αβραάμ,
ο οποίος πέθανε; Και
οι προφήτες πέθαναν.
Ποιός νομίζεις ότι
είσαι;».
54 Απεκρίθη ο
Ιησούς, «Εάν
εγώ δοξάζω τον
εαυτό μου, η δόξα μου
δεν έχει καμμία
αξία. Υπάρχει ο
Πατέρας μου που
με δοξάζει, για τον οποίο
σεις λέτε ότι
είναι ο Θεός σας,
55 άν
και δεν τον
έχετε γνωρίσει·
εγώ όμως τον ξέρω.
Και εάν πω
ότι δεν τον ξέρω,
θα είμαι όμοιος
μ’ εσάς, ψεύτης,
αλλά τον ξέρω
και φυλάττω τον λόγο του.
56 Ο
Αβραάμ, ο πατέρα ς
σας, αισθάνθηκε αγαλλίασι,
διότι έμελλε να ιδεί
την ημέρα μου
και είδε και χάρηκε».
57 Οι
Ιουδαίοι τότε του
είπαν, «Δεν είσαι
ακόμη πενήντα χρονών
και είδες τον Αβραάμ;».
58 Είπε
σ’ αυτούς ο Ιησούς,
«Αλήθεια, αλήθεια σας λέγω, πριν
γεννηθεί ο Αβραάμ
Εγώ υπάρχω».
59Σήκωσαν τότε πέτρες
για να του
τις ρίξουν· αλλ’
ο Ιησούς κρύφθηκε και βγήκε
από τον ναό,
αφού πέρασε ανάμεσά
τους και έτσι ανεχώρησε.
9, 1 Καθὼς βάδιζε,
είδε άνθρωπο γεννημένο τυφλό και τον ρώτησαν οι
μαθητές του,
Γαλ. 2, 16-20
16 εἰδότες
δὲ ὅτι
οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων
νόμου
ἐὰν μὴ διὰ
πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ
ἡμεῖς εἰς Χριστὸν
Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν
ἐκ πίστεως Χριστοῦ
καὶ οὐκ ἐξ
ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ
ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ.
17 Εἰ
δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι
ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ
αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα
Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος;
Μὴ γένοιτο.
18 Εἰ
γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν
οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι.
19 Ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου
νόμῳ ἀπέθανον,
ἵνα Θεῷ ζήσω.
20
Χριστώ συνεσταύρωμαι· ζῶ
δὲ οὐκέτι ἐγώ,
ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός·
ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν
σαρκί, ἐν
πίστει ζῶ τῇ τοῦ
υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός
με
καὶ παραδόντος ἑαυτὸν
ὑπὲρ ἐμοῦ.
ΑΠΟΔΟΣΗ
ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ
Γαλ. 2, 16-20
16 αλλ’
επειδή γνωρίζουμε
ότι ο
άνθρωπος δεν δικαιώνεται
από τα έργα του
νόμου αλλά δια
της πίστεως στο
Ιησού Χριστό, πιστέψαμε
και εμείς στο Χριστό
Ιησού, για να
δικαιωθούμε δια της πίστεως
στο Χριστό και
όχι από τα έργα του νόμου,
διότι από τα
έργα του νόμου κανείς
άνθρωπος δεν θα
δικαιωθεί.
17 Αλλ’ εάν εμείς
που ζητήσαμε να
δικαιωθούμε δια του
Χριστού, βρεθήκαμε και εμείς
αμαρτωλοί, άραγε ο Χριστός
εξυπηρετεί την αμαρτία; Μη γένοιτο!
18 Εάν
όμως οικοδομώ πάλι,
εκείνα που γκρέμισα,
αποδεικνύω τον εαυτό μου
παραβάτη.
19 Διότι
εγώ για του
νόμου πέθανα ως
προς τον νόμο,
για να ζήσω
όπως θέλει ο
Θεός. Έχω σταυρωθεί
μαζί με τον
Χριστό.
20 Δεν
ζω πλέον εγώ,
αλλά ζει μέσα
μου ο Χριστός,
την ζωή δε
την οποία τώρα
ζω στο σώμα,
την ζω με
πίστι στον Υιό του
Θεού, ο οποίος με
αγάπησε και παρέδωκε
τον εαυτό του
για χάρι μου.
John 8: 34-9.1
8, 34 Jesus answered them, Verily, verily, I say unto
you, Whosoever committeth sin is the servant of sin.
35 And the servant abideth not in the house for ever:
the Son abideth ever.
36 If the Son therefore shall make you free, ye shall
be free indeed.
37 I know that ye are Abraham's seed: but ye seek to
kill me, because my word hath no place in you.
38 I confess that which I have seen with my Father,
and ye do that which ye have learned of your father.
39 They answered him, "Our father is
Abraham." Jesus saith unto them, If ye were Abraham's children, ye would
do the works of Abraham; but now ye seek to kill me,
40 man I told you the truth, I heard from God. This is
not what Abraham did. "You do your father's work."
41 They say unto him, We are not born of fornication,
we have a Father, God.
42 Then said Jesus unto them, If God were your Father,
ye would love me: for I proceeded forth and came from God. I did not come from
myself but he sent me.
43 Why do you not understand my language? Because you
are incapable of hearing my word.
44 You are descended from your father, the devil, and
you want to do your father's wishes. He was a murderer from the beginning and
he does not stand for the truth, because there is no truth in him. When he
tells lies, he speaks for himself, because he is a liar and the father of lies.
45 But because I tell the truth, you do not believe.
46 Which of you by me can be condemned for sin? And if
I'm telling the truth, why don't you believe me?
47 Whoever is of God hears the words of God. That is
why you do not listen, because you are not from God. "
48 Then answered the Jews, Were not we a Samaritan,
and hath a devil?
49 Jesus answered, "I do not have a demon, but I
honor my Father, and you dishonor me.
50 I do not ask for my glory. There is one who asks
for it and judges.
51 Verily, verily, I say unto you, If a man keep my
saying, he shall never see death.
52 The Jews therefore said unto him, Now we are sure
that thou hast a devil. Abraham and the prophets died and you said, "If
anyone keeps my word, he will never taste death."
53 Are you older than our father Abraham, who died?
And the prophets died. Who do you think You Are;".
54 Jesus answered, “If I glorify myself, my glory is
of no value. There is my Father who glorifies me, whom you say is your God,
55 Though ye have not known him, yet I know him. And
if I say that I do not know him, I will be like you, a liar, but I know him and
I keep his word.
56 And Abraham your father rejoiced, because he ought
to see my day, and saw it, and was glad.
57 The Jews then said to him, "Are you not yet
fifty years old, and have you seen Abraham?"
58 Jesus saith unto them, Verily, verily, I say unto
you, Before Abraham was, I am.
59And they took up stones to cast at him; but Jesus
hid himself, and went out of the temple, and passed by, and departed.
9, 1 While he was walking, he saw a man born blind,
and his disciples asked him,
Gal. 2, 16-20
16 But because we know
that man is not justified by the works of the law, but by faith in Jesus
Christ, so have we believed in Christ Jesus, that we might be justified by
faith in Christ, and not by the works of the law; of the law no man will be
justified.
17 But if we, who sought
to be justified by Christ, have found ourselves sinners, does Christ serve sin?
Not genuine!
18 But if I build again
the things which I demolished, I prove myself a transgressor.
19 For I through the law
died unto the law, that I might live unto God. I have been crucified with
Christ.
20 I no longer live, but
Christ lives in me, and the life I now live in the flesh I live by faith in the
Son of God, who loved me and gave himself up for my sake.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου