Γεννήθηκε στην
Ταρσό της Κιλικίας
και σπούδασε την ιατρική
επιστήμη. Η επιστημονική του
γνώση δεν τον έκανε υπερήφανο, αλλά διατήρησε την ευσέβεια, στην οποία τον ανέθρεψαν
οι γονείς
του.
Και όπως ο Κύριος,
ο
Ιατρός των σωμάτων και των ψυχών των ανθρώπων, «ελάλει
αυτοίς περί της βασιλείας
του Θεού,
και τους χρείαν
έχοντας θεραπείας
ιάσατο», μιλούσε δηλαδή
σ’ αυτούς για την βασιλεία
του Θεού και γιάτρευε εκείνους
που
είχαν ανάγκη θεραπείας,
έτσι και ο Διομήδης,
μιμούμενος τον Κύριό του
και Θεό του, εξασκούσε αφιλοκερδώς
και φιλάνθρωπα το
ιατρικό του επάγγελμα.
Συγχρόνως, όμως, με την θεραπεία
των σωμάτων,
ο Διομήδης κήρυττε με θέρμη στους ασθενείς και τη σωτηριώδη
αλήθεια του
Ευαγγελίου και βοήθησε πολλές
ψυχές να οδηγηθούν
στο Σωτήρα Χριστό.
Ο θείος
ζήλος έφερε τον Διομήδη μέχρι
τη Νίκαια της
Βιθυνίας όπου εκεί, και
θεράπευε ασθενείς, και την
πίστη δίδασκε και
καλλιεργούσε. Όταν όμως
άρχισε
ο διωγμός του Διοκλητιανού
κατά των χριστιανών, η θεοκίνητη δραστηριότητα
του Διομήδη καταγγέλθηκε στον αυτοκράτορα.
Τότε αυτός διέταξε
να συλλάβουν
τον Διομήδη.
Αλλά πριν
συλληφθεί, ο Θεός τον κάλεσε
κοντά Του και οι απεσταλμένοι
στρατιώτες τον βρήκαν νεκρό.
Και όμως, έτσι
νεκρό τον αποκεφάλισαν!
Απολυτίκιο.
Ήχος
α’. Της ερήμου
πολίτης.
Των σωμάτων τας νόσους
θεραπεύων Διόμηδες,
και ψυχών την
ρώσιν εν λόγω, αληθείας εβράβευες·
την θείαν
ειληφώς γαρ δωρεάν, τοις
πάσχουσι ποικίλως βοηθείς·
και Μαρτύρων ταις
ακτίσι, καταυγασθείς, σώζεις
τους εκβοώντάς σοι· δόξα τω σε
δοξάσαντι Χριστώ,
δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω
ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.
Κοντάκιον. Ήχος πλ. β’.
Την υπέρ ημών.
Την ιατρικήν, κτησάμενος επιστήμην, της
αθλητικής, ηυμοίρησας ευκληρίας, ως κήρυξ ενδόξως, Χριστόν
τον Θεόν ημών,
παμμακάριστε Διόμηδες, Αναργύρων
εγκαλλώπισμα, και προστάτα των βοώντων
σοι· Αυτός γενού
ιατήρ, τοις σοις δούλοις σοφέ.
Μεγαλυνάριον.
Χάριν ιαμάτων απολαβών,
ψυχών και σωμάτων, θεραπεύεις πάθη δεινά· όθεν καμοί νείμον, Διόμηδες
παμμάκαρ, υγείαν την κατ’
άμφω, ίνα γεραίρω σε.
Saint Diomedes
Born in Tarsus, Cilicia,
he studied medicine. His scientific knowledge did not make him proud, but he
maintained the piety which his parents nurtured.
And like the Lord, the
Physician of the bodies and souls of men, "they came about the kingdom of
God, and they needed healing," that is, he spoke to them of the kingdom of
God, and healed those in need of healing, so Diomedes, imitating his Lord and
his God, practiced his medical profession in a charitable and philanthropic
manner.
At the same time, however,
with the healing of the bodies, Diomedes warmly preached to the patients and
the saving truth of the Gospel and helped many souls to be led to the Savior
Christ.
Uncle Zeal brought
Diomedes to Nice, Bithynia, where he healed patients, and taught and cultivated
faith. However, when Diocletian's persecution against the Christians began,
Diomedes' theocratic activity was reported to the emperor.
Then he ordered Diomedes
to be arrested. But before he was arrested, God called him to Him, and the sent
soldiers found him dead. And yet, so beheaded he was!
Introit. Sound a '. Desert
Citizen.
Of the bodies of the two
healers, and of the souls of the Russians in question, they were truly
rewarded; they were rendered free of charge; , thank you for acting like you
again.
It's close. Sound b. For
us.
The medicine, the acquired
science, of athletic, like-minded cruelty, as the glorified preacher, Christ
our God;
Magnificent.
For the sake of earnings,
souls and bodies, you are healing the passions of the wicked;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου