Ματθ. 8,
24-34, 9, 1
24 Καὶ
ἰδοὺ σεισμὸς μέγας ἐγένετο ἐν
τῇ θαλάσσῃ, ὥστε τὸ πλοῖον καλύπτεσθαι ὑπὸ τῶν
κυμάτων· αὐτὸς δὲ
ἐκάθευδε.
25 Καὶ προσελθόντες οἱ
μαθηταὶ αὐτοῦ ἤγειραν
αὐτὸν λέγοντες· Κύριε,
σῶσον ἡμᾶς, ἀπολλύμεθα.
26 Καὶ
λέγει αὐτοῖς· τί
δειλοί ἐστε, ὀλιγόπιστοι; τότε ἐγερθεὶς ἐπετίμησε τοῖς
ἀνέμοις καὶ τῇ
θαλάσσῃ, καὶ ἐγένετο
γαλήνη μεγάλη.
27 Οἱ
δὲ ἄνθρωποι ἐθαύμασαν λέγοντες·
ποταπός ἐστιν οὗτος, ὅτι
καὶ οἱ ἄνεμοι καὶ
ἡ θάλασσα ὑπακούουσιν
αὐτῷ;
Οι
δαιμονισμένοι Γαδαρηνοί
28 Καὶ
ἐλθόντι αὐτῷ εἰς
τὸ πέραν εἰς
τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ
δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ
τῶν μνημείων
ἐξερχόμενοι,
χαλεποὶ λίαν, ὥστε
μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ
τῆς ὁδοῦ ἐκείνης.
29 Καὶ ἰδοὺ
ἔκραξαν λέγοντες· τί
ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ
τοῦ Θεοῦ; ἦλθες
ὧδε πρὸ καιροῦ
βασανίσαι ἡμᾶς;
30 Ἦν δὲ
μακρὰν ἀπ᾿ αὐτῶν ἀγέλη χοίρων πολλῶν
βοσκομένη.
31 Οἱ
δὲ δαίμονες παρεκάλουν
αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἐκβάλλεις
ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν
εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων.
32 Καὶ εἶπεν
αὐτοῖς· ὑπάγετε. οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλθον εἰς τὴν
ἀγέλην τῶν χοίρων·
καὶ
ἰδοὺ ὥρμησε πᾶσα
ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ
κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ
ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν.
33 Οἱ δὲ
βόσκοντες ἔφυγον, καὶ
ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν
ἀπήγγειλαν πάντα καὶ
τὰ τῶν δαιμονιζομένων.
34 Καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ ᾿Ιησοῦ, καὶ ἰδόντες αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν.
34 Καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ ᾿Ιησοῦ, καὶ ἰδόντες αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν.
9, 1 Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον διεπέρασε καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.
ΑΠΟΔΟΣΗ
ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ
Ματθ
8, 24-34, 9, 1
8,
24 Και έγινε μεγάλη
τρικυμία στη λίμνη,
ώστε το πλοίο
να σκεπάζεται από τα
κύματα, αυτός δε κοιμότανε.
25
Τότε τον πλησίασαν
οι μαθητές του,
τον ξύπνησαν και
του λέγουν, «Κύριε, σώσε μας,
χανόμαστε».
26
Αυτός τους λέγει,
«Γιατί είσθε δειλοί,
ολιγόπιστοι;». Τότε σηκώθηκε, επέπληξε τους
ανέμους και την
θάλασσα και έγινε μεγάλη
γαλήνη.
27
Οι δε άνθρωποι
θαύμασαν και έλεγαν,
«Τι είδους άνθρωπος
είναι αυτός, αφού και
οι άνεμοι και
η θάλασσα τον
υπακούουν;».
Οι δαιμονισμένοι
Γαδαρηνοί
28
Και όταν ήλθε
στην απέναντι όχθη,
στη χώρα των Γαδαρηνών, τον προϋπάντησαν δύο
δαιμονισμένοι, οι οποίοι
έβγαιναν από τα μνημεία, πολύ
επικίνδυνοι, ώστε κανείς
δεν ήταν δυνατόν
να περάσει από τον
δρόμο εκείνο.
29
Και φώναξαν, «Τι
έχεις μαζί μας
Ιησού, Υιέ του
Θεού;». Ήλθες εδώ προώρως για
να μας βασανίσεις;».
30
Μακρυά από αυτούς
ήτο μια μεγάλη
αγέλη από χοίρους,
που έβοσκαν.
31
Και οι δαίμονες
τον παρακαλούσαν και
έλεγαν, «Εάν μας
διώξεις, άφησέ μας να
πάμε στην αγέλη
των χοίρων».
32
Και αυτός τους
είπε, «Πηγαίνετε». Αυτοί
δε βγήκαν και
πήγαν στην αγέλη των
χοίρων. Και ολόκληρη
η αγέλη κατακρημνίσθηκε στην θάλασσα και
χάθηκε στα νερά.
33
Οι δε
βοσκοί έφυγαν και
όταν ήλθαν στην
πόλι, τους τα
είπαν όλα για τους
δαιμονισμένους.
34
Και όλη η
πόλις βγήκε σε
συνάντησι του Ιησού
και όταν τον
είδαν, τον παρεκάλεσαν να
φύγει από τα
σύνορά τους.
9, 1 Και
μπήκε σε πλοιάριο,
πέρασε απέναντι και
ήλθε στην δική
του πόλι.
Ρωμ.
10, 1-10
1 Ἀδελφοί, ἡ
μὲν εὐδοκία τῆς
ἐμῆς καρδίας καὶ ἡ δέησις
ἡ πρὸς τὸν Θεὸν
ὑπὲρ τοῦ Ἰσραήλ
ἐστιν εἰς σωτηρίαν·
2 μαρτυρῶ γὰρ
αὐτοῖς ὅτι ζῆλον
Θεοῦ ἔχουσιν, ἀλλ᾿ οὐ
κατ᾿ ἐπίγνωσιν.
3 Ἀγνοοῦντες γὰρ τὴν τοῦ Θεοῦ
δικαιοσύνην, καὶ
τὴν ἰδίαν δικαιοσύνην ζητοῦντες στῆσαι, τῇ δικαιοσύνῃ τοῦ
Θεοῦ οὐχ ὑπετάγησαν.
4 Τέλος γὰρ νόμου Χριστὸς
εἰς δικαιοσύνην
παντὶ τῷ
πιστεύοντι.
Νέος τρόπος
δικαιώσεως δι’ όλους
5 Μωυσῆς
γὰρ γράφει
τὴν δικαιοσύνην τὴν
ἐκ τοῦ νόμου, ὅτι ὁ ποιήσας αὐτὰ ἄνθρωπος
ζήσεται ἐν
αὐτοῖς·
6 ἡ δὲ
ἐκ πίστεως δικαιοσύνη οὕτω λέγει· μὴ εἴπῃς ἐν τῇ
καρδίᾳ σου, τίς
ἀναβήσεται εἰς τὸν οὐρανόν; Τοῦτ᾿ ἔστι
Χριστὸν καταγαγεῖν·
7 ἢ τίς καταβήσεται εἰς τὴν
ἄβυσσον; Τοῦτ᾿ ἔστι Χριστὸν
ἐκ νεκρῶν ἀναγαγεῖν.
8 Ἀλλὰ τί
λέγει; ἐγγύς σου τὸ ρῆμά ἐστιν, ἐν τῷ
στόματί σου καὶ ἐν
τῇ καρδίᾳ σου· τοῦτ᾿
ἔστι τὸ ρῆμα
τῆς πίστεως ὃ
κηρύσσομεν.
9 Ὅτι
ἐὰν ὁμολογήσῃς ἐν τῷ στόματί σου Κύριον Ἰησοῦν, καὶ πιστεύσῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου ὅτι ὁ Θεὸς αὐτὸν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, σωθήσῃ·
10 καρδίᾳ
γὰρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην,
στόματι δὲ
ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν.
ΑΠΟΔΟΣΗ
ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ
Ρωμ.
10, 1-10
1 Αδελφοί, η επιθυμία της
καρδιάς μου και η προσευχή μου στο
Θεό είναι υπέρ των Ισραηλιτών,
για να σωθούν.
2 Μαρτυρώ
γι’ αυτούς ότι έχουν ζήλο
Θεού αλλά όχι με επίγνωσι.
3 Διότι,
επειδή αγνοούν την
δικαίωσι που δίνει ο
Θεός και προσπαθούν να στήσουν το
δικό τους τρόπο
δικαιώσεως δεν υπετάχθησαν στην δικαίωσι
που προέρχεται
από τον Θεό.
4 Διότι
το τέλος του νόμου είναι
ο Χριστός,
για να δικαιωθεί καθένας που πιστεύει.
Νέος τρόπος
δικαιώσεως για
όλους
5 Ο
Μωϋσής γράφει
για την δικαίωσι
που προέρχεται
από τον νόμο ότι
ο άνθρωπος που
τήρησε τις εντολές
θα ζήσει δι΄ αυτών.
6 Η
δικαίωσις όμως που προέρχεται
από την πίστι,
λέγει, Μη
πεις στην καρδιά
σου ποιος θα
ανεβεί στον
ουρανό; για να κατεβάσει δηλαδή
τον Χριστό,
7 ή
Ποιός θα
κατεβεί στην χώρα
των νεκρών; για να κατεβάσει
δηλαδή τον Χριστό
από τους νεκρούς.
8 Αλλά
τι λέγει;
Κοντά σου είναι
ο λόγος, είναι
στο στόμα
σου και στην καρδιά σου.
Ο λόγος
δηλαδή της πίστεως,
τον οποίο κηρύττουμε.
9 Εάν
ομολογήσεις με το στόμα σου ότι ο
Ιησούς είναι Κύριος και
πιστέψεις με την καρδιά σου ότι ο
Θεός τον ανέστησε
εκ νεκρών, τότε
θα σωθείς.
10 Διότι
με την καρδιά
ο άνθρωπος πιστεύει
ό,τι οδηγεί σε
δικαίωσι, με το στόμα δε
ομολογεί ό,τι οδηγεί
στη σωτηρία.
Matthew 8, 24-34, 9, 1
8, 24 And there was a
great tumult in the lake, that the ship might be covered with the waves, and he
could not sleep.
25 Then his disciples came
to him, and awoke him, saying, Lord, save us, we perish.
26 He saith unto them, Why
are ye so cowardly? Then he got up, rebuked the winds and the sea, and there
was great peace.
27 And the men marveled,
saying, What kind of man is he, when the wind and the sea obey him?
The demonized Gadarians
28 And when he was come to
the other side of the coast, to the land of the Gadarenes, he was preceded in
death by two demon-possessed men, who came out of the monuments, very
dangerous, so that no one could cross that road.
29 And they cried out,
saying, What have we to do with thee, Jesus, thou Son of God? Did you come here
early to torture us? "
30 And there was a great
herd of pigs far away from them;
31 And the demons besought
him, saying, If thou persecute us, let us go into the herd of swine.
32 And he said unto them,
Go. They did not come out and went to the herd of pigs. And the whole herd
descended into the sea and perished in the waters.
33 And the shepherds left,
and when they came to the city, they told them all about the demons.
34 And all the city went
out to meet Jesus, and when they saw him, they besought him that he would
depart from their borders.
9, 1 And he entered into a
ship, and passed over, and came into his own city.
Rom. 10, 1-10
1 My brethren, the desire
of my heart and my prayer to God is for the children of Israel, that they may
be saved.
2 I bear witness to them
that they have the zeal of God, but not knowingly.
3 Because they ignore the
righteousness that God gives and try to set up their own way of righteousness,
they did not submit to the righteousness that comes from God.
4 For the end of the law
is Christ, that every one that believeth may be justified.
A new way of justifying
for everyone
5 Moses writes about the
righteousness that comes from the law that the man who kept the commandments
will live by them.
6 But the righteousness
that comes from faith says, Do not tell your heart who will ascend to heaven?
to bring down Christ,
7 Or who will come down to
the land of the dead? that is, to bring Christ down from the dead.
8 But what does it say?
The reason is close to you, it is in your mouth and in your heart. That is the
reason for the faith, which we preach.
9 If you confess with your
mouth that Jesus is Lord and believe with your heart that God raised him from
the dead, then you will be saved.
10 For with the heart man
believeth that which leadeth to righteousness, but with the mouth he confesseth
not that which leadeth to salvation.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου