Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

Ο Άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυρας ο Φιλόσοφος


Ο  «θαυμασιώτατος»  Ιουστίνος,  κατά  τον μαθητή του Τατιανό, γεννήθηκε στη Φλαβία Νεάπολη της Παλαιστίνης, στις αρχές του 2ου  αιώνος   μ.Χ.,   από   γονείς   Έλληνες   ειδωλολάτρες,   τον   Πρίσκο   Βάκχιο,   και  μητέρα, της  οποίας   το   όνομα  αγνοούμε.  Ο    Μεθόδιος Ολύμπου   τον   μνημονεύει ως άνδρα μη  απέχοντα πολύ  των Αποστόλων   ούτε   κατά    το  χρόνο    ούτε  κατά   την    αρετή.    Πράγματι   δε   ο    χρόνος   γεννήσεώς  του    δύναται   να    τοποθετηθεί  περί   το   110  μ.Χ.,  εφ’ όσον   το   135  μ.Χ.,  κατά   τη   συζήτηση   προς    τον   Τρύφωνα,   παρουσιάζεται   να    έχει   περατώσει  ήδη   τις φιλοσοφικές   του    σπουδές  και  προς  το  τέλος  τους  να  έχει  προσελκυσθεί    στη    Χριστιανική    πίστη.
Προικισμένος  με  εξαιρετική  πνευματική   ανησυχία   και   φιλομάθεια,   ο   νεαρός   Ιουστίνος   ασχολήθηκε   και    εμβάθυνε   στις   δοξασίες   των Στωικών,   των    Επικουρείων,   των  Περιπατητικών,   των   Πυθαγορείων και   των   Πλατωνικών   φιλοσόφων.   Με    ακόρεστη   επιθυμία,   ήθελε να   γνωρίσει   ολόκληρη   την    αλήθεια    και    να    εύρει  την  πραγματική  ικανοποίηση.  Τότε  ο   Θεός,   με   θαυμαστή   επέμβαση,   τον    οδήγησε   στις   πηγές   της    αλήθειας,   στη    Χριστιανική   πίστη  και    ζωή,    το    135   μ.Χ.
Καθώς   διηγείται   ο  ίδιος,   ο     Θεός   τον    φώτισε   με   κάποιο Χριστιανό    πρεσβύτη,   «πράo   και   σεμνό  το   ήθος».   Ο    θαυμάσιος  εκείνος  γέροντας   του   αποκάλυψε   πόσο   πτωχές   ήταν   οι    θεωρίες των    ανθρώπων   μπροστά   στην   πραγματική    αλήθεια,   την    οποία διδάσκει    ο   Θεός.
Ο   Ιουστίνος  αποφασίζει  να  μελετήσει  την  Αγία  Γραφή  και  να εμβαθύνει  στο   θείο   λόγο.   Χωρίς   να    πάψει   να    φιλοσοφεί   και    να  φορεί   φθαρμένο   χιτώνα,   τον    τρίβωνα,   που     φορούσαν   οι φιλόσοφοι,   καταλάμπεται  από  τη  Χριστιανική  πίστη,   «την   μόνην φιλοσοφία  την  αληθή  και  ασύμφορο», στην   οποία   αποφασίζει   να διαθέσει   πλέον   την   υπόλοιπη   ζωή   του.
Ο  Ιουστίνος  αρματωμένος  με   τα   όπλα   τα    πνευματικά,   αποφασίζει να   στήσει    στη  Ρώμη   το  πνευματικό   του   στρατηγείο.   Από   εκεί  ξαπλώνει    σφοδρές  επιθέσεις   κατά    των   εχθρών   της   πίστεως.   Στα δύσκολα   εκείνα   χρόνια   των   διωγμών,    οι    κατατρεγμένοι   Χριστιανοί  της   Ρώμης  βρίσκουν  στο   πρόσωπό   του    τον   ένθερμο  απολογητή  και  ακούραστο  υποστηρικτή.  Ο  Ιουστίνος  από   την ανεξάντλητη  φαρέτρα  του   αντλεί   ακαταμάχητα   επιχειρήματα,  με    τα    οποία  αποστομώνει τους φιλοσόφους, που διέβαλαν τον Χριστιανισμό.  Τους    ελέγχει,   γιατί    κατηγορούν  τον   Χριστιανισμό χωρίς   να    τον  γνωρίζουν.
Σημαντικότατο  είναι  και  το  έργο του    «Διάλογος  προς   Τρύφωνα»,   το οποίο    περιέχει   τη    διήμερη    θεολογική    συζήτηση   που    είχε   με    τον    Ιουδαίο   Τρύφωνα,    ο    οποίος   είχε    φύγει   από   την   Παλαιστίνη  λόγω   του   πολέμου   (132 – 135   μ.Χ.)   και    ήταν   επισκέπτης    στην πόλη   όπου    σπούδαζε   ο    Ιουστίνος.  Όταν    αντιλήφθηκε   ότι   κάτω από  το   φιλοσοφικό  ένδυμα   του   νεαρού    Ιουστίνου   κρυβόταν    ένας Χριστιανός,  τον  ειρωνεύθηκε.   Επακολούθησε   διήμερη    συζήτηση,   της οποίας  το   υποτιθέμενο   περιεχόμενο    περιελήφθηκε στο έργο    «Διάλογος προς  Τρύφωνα».  Δεδομένου   ότι   ο   Τρύφων είχε αποφύγει    «το    νυν   γενόμενον    πόλεμον»,   η   συζήτηση   πρέπει    να    έγινε   το  136  μ.Χ.
Δεν   άργησαν   όμως   να   φανούν   οι    εναντίον   του    Αγίου αντιδράσεις.   Οι    φιλόσοφοι,   που    έχαναν   συνεχώς   έδαφος    και    οι άλλοι   εχθροί    του,   τον   διέβαλαν   στον   αυτοκράτορα    Μάρκο Αυρήλιο  (161 – 180   μ.Χ.).   Ο    Μάρτυς   Ιουστίνος    εκφράζει    την  υποψία   ότι   επρόκειτο   να    καταδοθεί    στις  πολιτικές    αρχές    από τον  κυνικό  φιλόσοφο  και  μεγαλορρήμονα  Κρήσκεντα,  ο  οποίος φθονούσε την  αύξηση  των  μαθητών   του   Χριστιανού    διδασκάλου   και  διέβλεπε κίνδυνο απορροφήσεως  των μαθητών του  υπό  του  Χριστιανισμού.
Φαίνεται  ότι,  μετά  το  μαρτύριο  του  Πτολεμαίου, μαθητού  του πιθανώς,  περί   το    160   μ.Χ.,   ανεχώρησε   από   τη    Ρώμη    από    φόβο  για   τη    σύλληψή   του    και    ότι    επέστρεψε    εκεί    αργότερα,    αφού  ήδη   είχε   κοπάσει    ο    θόρυβος,   διότι    κατά     την    ανάκρισή   του   προ  του   μαρτυρίου   δήλωσε    ότι    διέμεινε   κατά    δύο   περιόδους   στη Ρώμη.  Αλλ’  ο    Ιουστίνος   αποφασίζει   να   απολογηθεί  για   τη διωκόμενη   πίστη   στον   αυτοκράτορα   και    τη    Ρωμαϊκή    σύγκλητο.  Οι   δύο  του    Απολογίες  αποτελούν  πραγματικά   διαμάντια   της Χριστιανικής    Απολογητικής.
Στην  πρώτη   Απολογία   του,   την   οποία   απευθύνει   στον αυτοκράτορα    Αντωνίνο,   τα   παιδιά   του   και   τη    Ρωμαϊκή     σύγκλητο,   κάνει     γνωστό    το    τι  πιστεύουν  οι  Χριστιανοί, ανασκευάζει   τις   εναντίον   του   κατηγορίες   των   Εθνικών,   περιγράφει  τον   τρόπο   της   Χριστιανικής    λατρείας    και   προσπαθεί με   νηφαλιότητα,   ευγένεια   και   χωρίς  ρητορικά    σχήματα   να    τους  πείσει  να  σταματήσουν τους  διωγμούς.  Ο   ιερός  απολογητής, αποδεικνύοντας    ότι    βίωνε   πλήρως   την    εκκλησιαστική    λειτουργική   και   μυστηριακή    ζωή,    ιδίως   στα   τελευταία    κεφάλαια της   πρώτης   Απολογίας    του,   εξέρχεται  από τα καθαρώς  απολογητικά   πλαίσια    και  όρια  και   μεταβάλλεται   σε    άριστο μυσταγωγό   και   σε  έναν  από   τους   πρωτοπόρους   σκαπανείς    της  ιστορίας    της   θεολογίας   της    Χριστιανικής    λατρείας.   Ο    ιερός Ιουστίνος   τόσο   στη    μνημονευθείσα  Απολογία του,  όσο   και περιστατικά  σε  μερικά  σημεία  του  λοιπού   συγγραφικού   του   έργου παρέχει  ανεκτίμητες   πληροφορίες   περί   της    Χριστιανικής   λατρείας  της   εποχής    του,    προβάλλοντας   τον   εορτασμό    της   Κυριακής,   ως και  την   τελεσιουργία   και   συνοπτική    θεολογία   των   ιερών μυστηρίων    του    Βαπτίσματος    και    της    Θείας    Ευχαριστίας.
Η   ημέρα   της   Κυριακής   θεωρείται   ως   πρώτη   ημέρα   της   καινής    εν   Χριστώ    κτίσεως. Η   Θεία   Λειτουργία   γίνεται   η    εμψυχούσα    την  διακονία  εντελέχεια,  εφ’ όσον   κατά   τη    διάρκεια    της    ευχαριστιακής συνάξεως   «οι  ευπορούντες... και  βουλόμενοι  κατά  προαίρεσιν  έκαστος  την  εαυτού ό   βούλεται   δίδωσι,  και   το   συλλεγόμενον παρά τω προεστώτι αποτίθεται, και αυτός επικουρεί ορφανοίς  τε  και χήραις, και  τοις  δια  νόσον  ή  δι’ άλλην αιτίαν  λειπομένοις,   και   τοις    εν    δεσμοίς    ούσι, και  τοις  παρεπιδήμοις   ούσι   ξένοις,    και    απλώς   πάσι    τοις   εν    χρείᾳ   ούσι   κηδεμών   γίνεται».
Όσον   αφορά  στο    Βάπτισμα,    ο    Άγιος    Ιουστίνος  πληροφορεί  ότι   «του  υπέρ αφέσεως  αμαρτιών  και  εις  αναγέννησιν  λουτρού»  προηγείται    κατήχηση. Ωσαύτως  του   Βαπτίσματος   προηγούντο  προσευχή    και    νηστεία    τόσο    των   βαπτιζομένων,    όσο    και    των  λοιπών   πιστών.
Στη   δεύτερη   Απολογία  του,  την  οποία  απευθύνει  στη  Ρωμαϊκή  σύγκλητο,   αποδεικνύει    ότι    οι  Χριστιανοί  διώκονται,  επειδή  πιστεύουν   στην   αλήθεια    και    ζουν    ενάρετη    ζωή    και    όχι    για  κάτι    αξιόποινο.
Όμως  οι   Απολογίες   του   Μάρτυρος    Ιουστίνου    δεν    μετέτρεψαν    τους   ειδωλολάτρες,  καθ’  όσον  επί  επάρχου  Ρώμης  του  Ιουνίου  Ρουστικού   (162 – 167 μ.Χ.), άλλοτε παιδαγωγού  του   αυτοκράτορος Μάρκου   Αυρηλίου,  πιθανώς  το   165  μ.Χ.,  αποκεφαλίσθηκε  μαζί  με  ομάδα    μαθητών   του.
Στο   κοιμητήριο    της    Πρισκίλλης    βρέθηκε    λίθος    ενεπίγραφος    που   έφερε   τα   γράμματα   ΜΧΟΥΣΤΙΝΟΣ,   δηλαδή   Μάρτυς   Ιουστίνος,   ο    οποίος   ίσως   εκάλυπτε   τον   τάφο    του   Αγίου.           
Όχι  μικρός  αριθμός   άλλων   έργων   του   Αγίου  Μάρτυρος    Ιουστίνου, μαρτυρουμένων  από  αυτόν τον  ίδιο  ή  από   μεταγενέστερους συγγραφείς,   έχουν   χαθεί.   Τα    έργα   αυτά    είναι:   «Σύνταγμα    κατά πασών των αιρέσεων»,   «Κατά   Μαρκίωνος»,   «Περί  ψυχής»,   «Προς Έλληνας»,    «Έλεγχος  προς  Έλληνας»,   «Περί  μοναρχίας   Θεού»,   «Περί  Αναστάσεως»,   «Ερμηνεία  εις την  Αποκάλυψιν»,   «Ψάλτης»,   «Προς   Σοφιστήν   Ευφράσιον  περί  προνοίας  και πίστεως»  «Διάλογος  προς  Κρήσκεντα»,    «Προς   Ιουδαίους».


Απολυτίκιον.   Ήχος    δ’.   Ο    υψωθείς   εν    τω   Σταυρώ.        
Φιλοσοφίας ταις ακτίσιν   εκλάμπων,  θεογνωσίας   υποφήτης    εδείχθης, σοφώς  παραταξάμενος  κατά  των   δυσμενών·  συ  γαρ    ωμολόγησας, αληθείας   την    γνώσιν,    και   Μαρτύρων   σύσκηνος,    δι’ αθλήσεως  ώφθης·   μεθ’ ών   δυσώπει  πάντοτε  Χριστόν,   ω     Ιουστίνε,   υπέρ    των  ψυχών    ημών.


Κοντάκιον.   Ήχος    β’.   Τους   ασφαλείς.   
Τον  αληθή,   της   ευσεβείας    κήρυκα,  και   ευκλεή,   των   μυστηρίων ρήτορα,   Ιουστίνον   τον  φιλόσοφον,  μετ’ εγκωμίων   ευφημήσωμεν· δυνάμει   γαρ    σοφίας  τε   και    χάριτος,   τον   λόγον    κατετράνωσε    της   πίστεως,    αιτούμενος     πάσι   θείαν   άφεσιν.


Μεγαλυνάριον.
Χάριτι   σοφίας   καταυγασθείς,  ως  αυτοσοφίαν,  εθεράπευσας  τον Χριστόν,   υπέρ   ού   ενδόξως,    αθλήσας  Ιουστίνε, συν  τούτω  εις  αιώνας,    δοξάζη   ένδοξε.

Saint Justin the Witness the Philosopher


The "miraculous" Justin, according to his disciple Tatian, was born in Flavia, Neapolis, Palestine, in the early 2nd century AD, to parents of Greek pagans, Priscos Bacchio, and a mother whose name we do not know. The Methodist Olympus mentions him as a man not far from the Apostles neither in time nor in virtue. Indeed, his birth time may be around 110 AD, as long as 135 AD, when discussing Tryphon, he appears to have already completed his philosophical studies and by the end of his life attracted to the Christian faith.
Gifted with extraordinary spiritual concern and philanthropy, young Justin dealt with and delved into the doctrines of the Stoics, the Epicureans, the Walkers, the Pythagoreans and the Platonic philosophers. With an insatiable desire, he wanted to know the whole truth and find true satisfaction. Then God, with miraculous intervention, led him to the sources of truth, to the Christian faith and life, in 135 AD.
As he himself narrates, God enlightened him with a Christian ambassador, "the virtue and modesty." The wonderful old man revealed to him how poor people's theories were in front of the true truth that God teaches.
Justine decides to study the Bible and deepen divine discourse. Without ceasing to think and wear a worn-out robe, the podium, worn by the philosophers, is pervaded by the Christian faith, "the only philosophy that is true and unprofitable," in which he decides to spend the rest of his life.
Armed with his spiritual weapons, Justin decides to set up his spiritual headquarters in Rome. From there he lurks vicious attacks on the enemies of faith. In those difficult years of persecution, the persecuted Christians of Rome find in his face the fervent apologist and tireless supporter. Justine's infinite quiver of Justin draws on irresistible arguments in which he distorts the philosophers who have embraced Christianity. He controls them because they accuse Christianity of not knowing it.
Also important is his work "Dialogue with Tryphons", which contains the two-day theological discussion he had with the Jewish Tryphons, who had fled Palestine because of the war (132 - 135 AD) and was a visitor to the city. where Justin was studying. When he realized that a Christian was hiding under the philosophical garment of young Justin, he was ironic. A two-day debate followed, the alleged content of which was included in the project "Dialogue with Tryphons". Since Tryphon had avoided the "current war", the discussion must have been in 136 AD.
But it did not take long for the reaction against the Saint to appear. The philosophers, who were constantly losing ground and his other enemies, made him emperor Marcus Aurelius (161-180 AD). Martyr Justine suspects that he was going to be condemned to political authority by the cynical philosopher and big-name Christendom, who envied the growth of Christian disciple disciples and saw the danger of his disciples being absorbed by Christianity.
It seems that after Ptolemy's martyrdom, his disciple probably left Rome about 160 AD for fear of his arrest and returned there later, after the noise had already been broken, because during his interrogation the witness stated that he stayed in Rome for two periods. But Justin decides to apologize for the persecuted faith in the Emperor and the Roman Senate. His two Apologies are real diamonds of Christian Apology.
In his first Apology, addressed to Emperor Antoninus, his children, and the Roman Senate, he makes known what Christians believe, rebukes the accusations against him, describes the manner of Christian worship and strives with sobriety, courtesy and without rhetorical schemes to persuade them to stop the persecutions. The sacred apologist, proving that he was fully living the ecclesiastical liturgical and sacramental life, especially in the last chapters of his first Apology, exits the purely apologetic frameworks and boundaries and is transformed into an excellent mystic and one of the pioneers of the Christian theology of history. worship. In both his Apology cited and in some instances of his other work, the sacred Justinian provides invaluable information on the Christian worship of his day, promoting the Sunday celebration, as well as the ritual and concise theology of the saints and of Divine Thanksgiving.
Sunday is considered as the first day of new building in Christ. The Divine Liturgy becomes the ministration of the ministry, since during the Thanksgiving, "the well-to-do ... and the optional ones each themselves are two-sided, and the pilgrimage is deposited, and he is deposited. widows, both for disease or for any other cause missing, both in bondage and inferior aliens, and just as much in need of guardians. "
Concerning Baptism, Saint Justin informs that "in favor of the remission of sins and in the regeneration of the bath," catechism precedes. Just as Baptism was preceded by prayer and fasting by both baptized and other believers.
In his second Apology, which he addresses to the Roman Senate, he proves that Christians are persecuted because they believe in the truth and live a virtuous life and not for something criminal.
However, the Apostles of the martyr Justin did not convert the pagans, as during the reign of Roman of June I (162 - 167 AD), formerly a teacher of Emperor Marcus Aurelius, probably in 165 AD, he was beheaded with a group of disciples. of.
An inscription stone was found in Priscilla's cemetery, bearing the letters MOUSTINOS, that is, Martyr Justin, who may have covered the tomb of the Saint.
Not a small number of other works of St. Martyr Justin, witnessed by him or by later writers, have been lost. These works are: "Constitution against all heresies", "Against Marcion", "On the soul", "On the Greek", "Control on the Greek", "On the monarchy of God", "On the Resurrection", "Interpretation in Revelation" "," Psaltis "," To the Sophisticated Euphrates on Providence and Faith "," Dialogue with Crescens "," On the Jews ".

Absolutely. Sound d. The Highest in the Cross.
Philosophy in the light of the lampshade, theology of the apostate, shown to be very misguided against the adversaries;

It's close. B sound. Secure them.
The true, pious preacher, and lucid, mysterious orator, Justine the philosopher, with praise praised; by virtue of wisdom and grace, his word was crushed by faith, seeking solace.




Magnificent.
Charity of wisdom burned, as a self-sacrifice, healed Christ, in favor of his glorious, sporting Justine, and hence for centuries, glorified glory.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου