Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

Μνήμη Α’ Οικουμενικής Συνόδου


Λίγες    μόλις   δεκαετίες   μετά   το   γεγονός   της    Ενανθρωπήσεως     του  Χριστού  εμφανίσθηκαν   οι  πρώτες   παραχαράξεις    της   πίστεως και   αργότερα   οι   μεγάλες   χριστολογικές    αιρέσεις   στην   Εκκλησία Του,  σχετικά    με    το    πρόσωπο    και    την    υποστατική    ένωση   των δύο   εν    Χριστώ    φύσεων.   Ποιος   είναι    Αυτός;   Ποια   είναι    η    σχέση    Του    με τον    Θεό;   Πως   κατανοείται    η   σχέση    και    η    ένωση    δηλαδή    ακτίστου    και    κτιστού    από   τον   ενανθρωπήσαντα Υιό   και   Λόγο   του    Θεού;   Πως   μπορεί    να    είναι   συγχρόνως    «Υιός    του   ανθρώπου»;   Με    ποιο    τρόπο   γεννήθηκε    από   γυναίκα; Πως   είναι   δυνατόν   η   μητέρα    Του,   η   Παρθένος   Μαρία    να αποκαλείται   «Θεοτόκος»;   Τα    ερωτήματα    που   ετίθεντο   αφορούσαν  όχι   μόνο   τη   θεότητα  του    Θεού    Λόγου,  αλλά  και  την  Ενανθρώπησή  Του.
Οι  προβληματισμοί αυτοί προξένησαν μακραίωνες δογματικές συζητήσεις.   Η    Εκκλησία,   προκειμένου   να   προφυλάξει   τα   πιστά μέλη   της   και   να   απαντήσει   στις   αποκλίνουσες    απόψεις,  διατύπωσε αυθεντικά την πίστη της στις Οικουμενικές Συνόδους, οι οποίες   διατύπωσαν  την  πίστη   της   και   καθόρισαν   τα   δόγματά   της.  Οι  δογματικές  αποφάσεις  των  Συνόδων,  γνωστές   ως    «Όροι»,   δηλαδή   όρια - οριοθετήσεις,  εμπεριέχουν   σωτήριες   αλήθειες.   Συνεπώς,   τα   δόγματα   της    Εκκλησίας    δεν    είναι    τίποτε    άλλο  παρά   σωτηριολογικές   προτάσεις   ζωής,   αφού    καταγράφουν   την κοινή  πίστη   και    την   καθολική   συνείδηση   και   διαχρονική    εμπειρία του    εκκλησιαστικού    σώματος.
Οι   αμφισβητήσεις  για  το  πρόσωπο  του    Χριστού    εμφανίσθηκαν πολύ  νωρίς, κατ’ αρχήν  με  την  αίρεση  του   Δοκητισμού  και  του  Μοναρχιανισμού. Αλλά  και κατά την περίοδο των μεγάλων Τριαδολογικών    αιρέσεων  τέθηκε  εκ  νέου   το   Χριστολογικό    ζήτημα, γιατί  τόσο  οι  Αρειανοί  όσο  και  οι  Ευνομιανοί  είχαν   δική τους   «Χριστολογία»,   στην   οποία,   ασφαλώς,   απάντησαν    οι    Πατέρες    της    Εκκλησίας.  Την    εποχή   αυτή   το   ενδιαφέρον   στρεφόταν πρωτίστως  στο  Τριαδολογικό   δόγμα,   που   αφορούσε   τη   θεότητα    του    Χριστού    και    την    σχέση    Του  με  τον  Θεό  Πατέρα  Του. Με αυτά   τα   Χριστολογικά   θέματα   της  πίστεως, που   αφορούσαν   το  μυστήριο  της  Ενανθρωπήσεως  του Θεού - Λόγου, ασχολήθηκε  η   Α’ Οικουμενική    Σύνοδος,   που    συνήλθε  στην  πόλη  Νίκαια  της  Βιθυνίας    το    325   μ.Χ.
Η  Α’  Οικουμενική   Σύνοδος   συγκλήθηκε   από    τον   αυτοκράτορα Μέγα   Κωνσταντίνο   εναντίον   του   αιρεσιάρχου   Αρείου,   από   τις   20 Μαΐου   προκαταρκτικά   και   από   14   Ιουνίου   επίσημα   με   την παρουσία  του   Μεγάλου    Κωνσταντίνου    μέχρι   τις   25    Αυγούστου του 325 μ.Χ. Η Σύνοδος αποτελέσθηκε, κατά  μεν  την  επικρατούσα παράδοση  από  318   θεοφόρους  Πατέρες,   κατ’ άλλες  δε   ιστορικές   μαρτυρίες   από    τριακόσιους περίπου.   Κύριος   δε   σκοπός    αυτής   ήταν  η  καταδίκη  του Αρειανισμού  και  η θετική  διατύπωση  της  Ορθοδόξου  δογματικής διδασκαλίας  περί   του    δευτέρου    Προσώπου   της    Αγίας   Τριάδος, διότι   τη   θεότητα   Αυτού   είχε    αρνηθεί  από  το  318  μ.Χ.  ο  Πρεσβύτερος    της    Εκκλησίας   της   Αλεξανδρείας,    Άρειος.
Ο  Πατέρας, ο Υιός  και  το  Άγιο  Πνεύμα   είναι  μεν  τρία   Πρόσωπα ενυπόστατα,  αλλά δια το συμφυές, το συναΐδιον, το ομόθρονον, το ομοούσιον και το απαράλλακτο  της ουσίας Τους αποτελούν Μία Θεότητα,   Μονάδα   Τρίφωτο,  τη  Μοναρχία   της   Τριάδος  και    όχι   τρεις   θεούς,   δηλαδή   «τρεις   ανομοίους   τε   και   εκφύλους   ουσίας»,  όπως  ο Άρειος   αφρόνως   αποτόλμησε   να    κηρύξει,   «ύλην   πυρός  του αιωνίου  εαυτώ   θησαυρίζων».   Η   Μία   και   Ενιαία    Θεότητα διακρίνεται   σε   τρία    Πρόσωπα   (υποστάσεις    ή    χαρακτήρες)   ως προς    τον  αριθμό. Εκείνο, το  οποίο   εξασφαλίζει   την   ενότητα   της Θεότητας  είναι  το  ομοούσιον,  το  απαράλλακτον  της  μορφής,  η ταυτότητα   της   ουσίας    των    τριών   Θείων   Υποστάσεων,   ενώ   εκείνο που   διακρίνει    τα   Πρόσωπα   είναι   οι   ασύγχυτες    ιδιότητες   αυτών.
Το   πρώτο  λοιπόν  και   κύριο    έργο   της   Συνόδου   ήταν   αφ’ ενός   η καταδίκη   των   αιρετικών  πλανών    και   κακοδοξιών    του    Αρείου    και  των   οπαδών   του,   αφ’ ετέρου   η   διακήρυξη   της    πίστεως    ή      του   «Συμβόλου    της    Νικαίας»,   το   οποίο   αποτελεί   τον   πρώτο σημαντικό   σταθμό    στην   εργώδη  προσπάθεια   της    θεολογικής πατερικής    σκέψεως.
Το   «Σύμβολον  της   Νικαίας»   ή    το   «Πιστεύω»,    όπως   απαγγέλουμε  στο  ναό  στη  Θεία Λειτουργία  ή σε άλλες Ακολουθίες, έχει  τρεις  χαρακτηριστικές  φράσεις προς  καταπολέμηση  της  διδασκαλίας  του  Αρείου:   «Εκ της ουσίας του Πατρός»,   «Γεννηθέντα, ου   ποιηθέντα»,   «Ομοούσιον  τω   Πατρί».   Στο   τέλος  του  «Συμβόλου»  της Νικαίας   τέθηκαν  αναθεματισμοί, δια των οποίων αναθεματίζονται οι σπουδαιότερες    αιρετικές   εκφράσεις   του     Αρείου.
Ποιος προήδρευσε της Συνόδου; Αναφέρονται τρία ονόματα: ο Αλεξανδρείας  Αλέξανδρος,  ο   Αντιοχείας   Ευστάθιος   και    ο    Κορδούης   Όσιος.   Αλλά    ο   ιστορικός   Ευσέβιος   κάνει   λόγο   περί προέδρων   δύο  ταγμάτων,   δεξιού   και   αριστερού.    Από  την πληροφορία   αυτή   εξάγεται   ότι   δεν   υπήρχε  ένας   πρόεδρος,   δεν υπήρχε   κοινός    πρόεδρος.   Κοινός    πρόεδρος   ήταν   ο    αυτοκράτορας.
Έτσι    η    μεν  Σύνοδος καταδίκασε  τον  Άρειο,  ο  δε  Μέγας Κωνσταντίνος  εξόρισε   τους   αιρετικούς    Άρειο,   Σεκούνδο   Πτολεμαΐδος και  Θεωνά   Μαρμαρικής  στην  Ιλλυρία,  αργότερα   δε εξορίσθηκαν στη Γαλλία και ο Νικομηδείας Ευσέβιος  και  ο  Νικαίας   Θέογνις,  επειδή    αρνήθηκαν  να  αναγνωρίσουν  την  καταδίκη του Αρείου    και    δέχονταν   τους    Αρειανούς.
Στη    συνέχεια  η  Σύνοδος   διευθέτησε   και    άλλα   τρία    εκκλησιαστικά   σχίσματα,   το   Νοβατιανό,   το    Σαμοσατιανό     και    το   Μελιτιανό,  ομοίως    δε    τερμάτισε   και    τις   έριδες   πριν   του  εορτασμού   του   Πάσχα,   αφού   όρισε   αυτό    να    εορτάζεται   τη    πρώτη    Κυριακή  μετά    την   πρώτη  πανσέληνο    της    εαρινής    ισημερίας.
Στο  Μίλιον   της   Κωνσταντινουπόλεως,   κτίριο    ιστάμενο   αντίκρυ   της μεσημβρινής   πύλης    της   Αγίας   Σοφίας,   σώζονται   μέχρι   το    766    ή  767   μ.Χ.   οι    εικόνες    των   Αγίων   Οικουμενικών  έξι  Συνόδων,   τις  οποίες  τότε  εξαφάνισε   ο   αυτοκράτορας    Κωνσταντίνος   ο  Κοπρώνυμος,  αφού  ζωγράφισε αντί  αυτών  ηνίοχους   και    ιπποδρομικά θέματα.   Αλλά   την   εικόνα   της   ΣΤ’   Οικουμενικής Συνόδου  εξαφάνισε  ο  Φιλιππικός,  ίσως   το    712   μ.Χ.,   ζωγραφίζοντας  αντί  αυτής    τον    εαυτό   του    και    τον   κακόδοξο    Πατριάρχη    Ιωάννη   ΣΤ’.           
Η  Αρχαία    Εκκλησία   όρισε  δύο   εορτάσιμες    ημέρες    για   την προβολή  της  διδασκαλίας   της   Α’   Οικουμενικής  Συνόδου, την 28η   Μαΐου  και   την   Ζ’   Κυριακή    από   του   Πάσχα.  Η     Εκκλησία    ενέταξε την παρούσα  εορτή  στον κύκλο των εορτών του Πεντηκοσταρίου,   και   μάλιστα   μετά    την   Ανάληψη    του    Κυρίου,   όχι  για   άλλη   αιτία,  αλλά    για    την   μαρτυρία   αυτής   υπέρ   της Θεότητας   του   Χριστού,   του   ομοουσίου    του    Υιού    με   τον   Πατέρα  και   της   πραγματικότητος   της   Σαρκώσεως  Αυτού. Δια της Αναστάσεως   και    της  εις ουρανούς Αναλήψεώς Του, ο Κύριος αποκάλυψε  σε   όλους ότι δεν ήταν απλούς άνθρωπος,  αλλά  Θεάνθρωπος  και  ο  Ένας  της   Τριάδος.  Στη   μαρτυρία   αυτή    της Καινής  Διαθήκης   η   Εκκλησία   έρχεται   να   προσθέσει   και   την   δική της   εμπειρία,    την    κοινή    συνείδηση    του    πληρώματος    αυτής, όπως   εκφράστηκε   αυτή    στην   Α’   Οικουμενική   Σύνοδο   από    τους  Αγίους    και    Θεοφόρους    Πατέρες.


Απολυτίκιον.  Ήχος    πλ. δ’.     
Υπερδεδοξασμένος    εί    Χριστέ   ο  Θεός  ημών, ο    φωστήρας    επί   γης,  τους    Πατέρας  ημών   θεμελιώσας,  και  δι’ αυτών, προς  την αληθινήν   πίστιν   πάντας   ημάς   οδηγήσας,   Πολυεύσπλαγχνε   δόξα  σοι.


Κοντάκιον.  Ήχος   πλ. δ’.          
Των   Αποστόλων   το   κήρυγμα,   και   των   Πατέρων   τα   δόγματα,   τη Εκκλησία   μίαν   την  πίστιν    εσφράγισαν·   ή   και    χιτώνα  φορούσα  της  αληθείας, τον  υφαντόν  της άνω   θεολογίας,  ορθοτομεί  και  δοξάζει,   της    ευσεβείας     το    μέγα   μυστήριον.


Μεγαλυνάριον.
Ως   Υιόν   και   Λόγον   τε   του   Θεού,   Σύνοδος   η    Πρώτη,   ομοούσιον τω  Πατρί,  ορθώς  σε κηρύττει, τον  δι’ ημάς  παθόντα,    και   λύει   του  Αρείου,  Σώτερ    το    φρύαγμα.

Έτερον   Μεγαλυνάριον.
Σύνοδος   η    Πρώτη   εν   τη   λαμπρά,   πόλει   Νικαέων,   ομοούσιον   τω  Πατρί,   σε   Χριστέ    κηρύττει,  και λύει του Αρείου,  την ψυχοφθόρον   πλάνην,   ενθέοις  δόγμασι.

Memory of the First Ecumenical Council


Only a few decades after the event of the Incarnation of Christ, the first counterfeits of faith appeared, and later the great Christological sects in His Church, concerning the person and the hypostatic union of the two natures in Christ. Who is this; What is His relationship with God? How is the relationship and union understood, that is, uncreated and built by the human Son and Word of God? How can he be "Son of Man" at the same time? How was she born a woman? How is it possible for His mother, the Virgin Mary, to be called "Theotokos"? The questions that were asked were not only about the divinity of God's Word, but also about His Incarnation.
These concerns have prompted long-standing dogmatic discussions. The Church, in order to safeguard its faithful members and respond to divergent views, authentically expressed its faith in the Ecumenical Synods, which formulated its faith and established its doctrines. The dogmatic decisions of the Synods, known as "Terms", that is, limits - delineations, contain salutary truths. Consequently, the doctrines of the Church are nothing but theological propositions of life, since they record the common faith and universal consciousness and timeless experience of the ecclesiastical body.
Doubts about the person of Christ came up very early, in the first place with the heresy of Duchy and Monarchism. But during the period of the great Triadological heresies the question of Christology was again raised, for both the Arians and the Eunomians had their own "Christology", to which, of course, the Fathers of the Church responded. At that time the focus was primarily on the Triadological doctrine, which concerned the divinity of Christ and His relationship with God his Father. These Christological themes of faith, concerning the mystery of the Incarnation of God-Word, were dealt with by the First Ecumenical Council, which met in Nice, Bithynia in 325 AD.
The First Ecumenical Council was convened by Emperor Constantine the Great against Arius, from May 20 in advance and June 14 officially in the presence of Constantine the Great until August 25, 325 AD. The Synod consisted, at least in the prevailing tradition of 318 Theophany Fathers, and in other words, historical testimonies of some three hundred. Its main purpose was the condemnation of Arianism and the positive wording of the Orthodox dogmatic doctrine of the Second Person of the Holy Trinity, because His deity had been rejected by 318 AD. the Elder of the Church of Alexandria, Arius.
The Father, the Son, and the Holy Spirit are the three Subordinate Persons, but for the inherent, the synod, the concurrent, the homogenous, and the unalterable of their substance, they are One Godhead, Unit Three, Monarchy, Trinity, and No Trinity. that is to say, "three dissimilar and deformities of substance", as the Areius dared to proclaim, "eternal fire-matter of self-treasure". The One and One Divinity is divided into three Persons (figures or characters) in terms of number. What ensures the unity of the Deity is the homogeneity, the uniqueness of form, the identity of the essence of the three Divine Beings, while what distinguishes the Persons are their inexhaustible qualities.
The first and foremost task of the Synod was, on the one hand, to condemn the heretical plans and evil deeds of the Areios and his followers, and on the other, the proclamation of the faith or the "Symbol of Nicaea", which is the first important station in the workplace. an attempt at theological paternal thought.
The "Symbol of Nicaea" or "Belief", as we say in the church in the Divine Liturgy or in other Sequences, has three characteristic phrases to combat the teaching of the Areos: "Out of the essence of the Father", "Born, unmarried", "Homeland Patriot". At the end of the "Symbol" of Nicaea, curses were put in place, cursing the most important heretical expressions of the Aresian.
Who presided over the Session? Three names are mentioned: Alexander of Alexandria, Antiochus Efstathios and Cordouis Osios. But historian Eusebius speaks of two presidents, right and left. This information shows that there was no president, there was no joint president. The common president was the emperor.
Thus the Synod condemned the Arius, and Constantine the Great exiled the heretics of Arius, Secundus Ptolemais and Theon of Marmaris to Illyria, and were later exiled to France, and Nicomedia Eusebius and Nicaea theodianus, and Necaius theodianus Martians.
The Synod then arranged for three more ecclesiastical denominations, the Novatian, the Samosatian, and the Melitanian, and likewise did not end the feuds before the celebration of Easter, having set this to be celebrated on the first Sunday after the first full moon day.
In Constantinople's Millions, a building standing opposite the meridian gate of Hagia Sophia, survives until 766 or 767 AD. the images of the six Ecumenical Synods, which were then destroyed by Emperor Constantine Copronimos, after painting instead of sledgehammers and horse-drawn subjects. But the image of the Fifth Ecumenical Council disappeared, perhaps in 712 AD, by painting himself and the evil Patriarch John VIII instead.
The Ancient Church has set two festive days to promote the teaching of the First Ecumenical Council, on May 28 and Easter Sunday. The Church included this feast in the circle of Pentecost, and even after the Ascension of the Lord, not for any other reason, but for her testimony in favor of the Divinity of Christ, of the Son in communion with the Father, and of the reality of His Incarnation. . Through His Resurrection and Ascension into the heavens, the Lord revealed to all that he was not a mere man, but a God and One of the Trinity. In this testimony of the New Testament the Church comes to add her own experience, the common consciousness of her crew, as expressed in the First Ecumenical Council by the Holy and Theophany Fathers.


Absolutely. Sound d.
Christ our God, the Enlightener on earth, our Founding Father, and through them, to the true faith of all our guides, are greatly exalted, Glory to you.

It's close. Sound d.
To the Apostles the sermon, and to the doctrines of the Fathers, the Church once sealed her faith; or even a robe wearing the truth, the weaver of upper theology, orthodox and glorifying the great mystery of piety.


Magnificent.
As the Son and Speech of God, the First Session, like the Patriarch, rightly preaches to you, our pathetic sufferer, and resolves the hysteria of the Arius, Soter.

Other Grandeur.
The first meeting in the brilliant, city of Nicaea, like Patriot, preaches in Christ, and dissolves the Areios, the psycho- logical fallacy, injecting dogma.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου