Σάββατο 16 Μαΐου 2020

Ο Άγιος Αθανάσιος Αρχιεπίσκοπος Χριστιανουπόλεως


Ο   Άγιος   Αθανάσιος   γεννήθηκε   στην   Καρύταινα   της   Γορτυνίας   περί    το  1640    και   το   κοσμικό   του   όνομα   ήταν   Αναστάσιος    Κορφηνός.   Οι    γονείς    του ονομάζονταν    Ανδρέας   και   Ευφροσύνη   και   είχαν   ακόμη   τρία   τέκνα. Υποθέτουμε    πως    τα    πρώτα    γράμματα    τα   έμαθε    στην   γενέτειρά    του  και    στην   συνέχεια  μάλλον   φοίτησε   στην   περίφημη   σχολή    της   μονής Φιλοσόφου     και    αργότερα,    ως    κληρικός,    στην   Κωνσταντινούπολη.
Όταν    ο    Αναστάσιος    βρισκόταν   σε   ηλικία    γάμου,   οι   γονείς   του   παρά    την επιθυμία    του   να   ακολουθήσει   τη   μοναχική   πολιτεία,   επέμεναν   να   τον νυμφεύσουν.   Ο   πατέρας   του   μάλιστα,   χωρίς  κάν   να   έχει   την   σύμφωνη γνώμη  του  υιού  του, τον  αρραβώνιασε  στην  Πάτρα    με    την   θυγατέρα  ενός   πλούσιου   άρχοντος    και   στην   συνέχεια   τον   έστειλε    στο   Ναύπλιο    να προμηθευθεί τα γαμήλια πράγματα. Ο Αναστάσιος υπάκουσε στην πατρική  εντολή και  ξεκίνησε  για  το  Ναύπλιο.  Στον   δρόμο   του    πέρασε  και    από    το   εκκλησάκι   της   Παναγίας  στο   Βιδόνι, κοντά  στο  χωριό  Σύρνα     και    ζήτησε    την   θεία   φώτιση.
Στο  Ναύπλιο, αφού αγόρασε  ότι    έπρεπε,   πήρε   την   μεγάλη   απόφαση. Αναφέρεται πως την προηγούμενη νύχτα της προγραμματισμένης αναχωρήσεώς του για την Καρύταινα, ενώ βασανιζόταν από τους λογισμούς  τους    να   πράξει,  είδε  στον  ύπνο  του  την  Παναγία    μαζί    με  τον Τίμιο  Πρόδρομο,  η  οποία  αποκαλώντας  τον  με το  όνομα  που  επρόκειτο    να   λάβει   αργότερα    ως    μοναχός,   του   είπε,   σύμφωνα   με   τα γραφόμενα   του   πρώτου   βιογράφου   του:    «Σκεύος   εκλογής    και    υπηρέτην    του Υιού   μου   επιθυμώ   να   γίνεις,   Αθανάσιε.    Απέστειλε,   λοιπόν,   τους    δούλους   σου με  τα   νυμφικά   ιμάτια   προς   τον   πατέρα   σου   και    η    κόρη    άς   συζευχθεί  άλλον   άνδρα.   Εσύ    δε    να    πορευθείς    στην   Κωνσταντινούπολη,  για  να  λάβεις  ότι  ο  Υιός  και Θεός μου ευδόκησε». Έτσι κι  έγινε.     Ο    Αθανάσιος απέστειλε πίσω τους δούλους και αναχώρησε για την    Κωνσταντινούπολη, όπου, αφού έγινε μοναχός με το όνομα Αθανάσιος, χειροτονήθηκε κατόπιν    διάκονος    και   πρεσβύτερος.
Επί  της πρώτης  πατριαρχίας  του    Οικουμενικού   Πατριάρχου    Ιακώβου,    ο Άγιος Αθανάσιος χειροτονείται Μητροπολίτης Χριστιανουπόλεως, υπέρτιμος και έξαρχος πάσης Αρκαδίας,  σε   διαδοχή    του    Μητροπολίτου   Ευγενίου, που με βάση σωζόμενα έγγραφα   αρχιεράτευσε    στην   εκκλησιαστική   αυτή    επαρχία    από   το    1645 έως   το    1673    τουλάχιστον. Ως   χρόνο    της    χειροτονίας  του  πρέπει  να    υποθέσουμε  το  αργότερο    τα  τέλη  του 1680  ή  τις  αρχές  του  1681, γιατί  για  πρώτη    φορά   απαντάται  τον  Απρίλιο αυτού του έτους, όταν υπογράφει ως μέλος της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη  αφοριστικό  γράμμα προς  τον  Μητροπολίτη  Ευρίπου  και  Επίτροπο Μελενίκου.
Ως    προς   την   έδρα   της  Μητροπόλεως,  ο   τίτλος  «Χριστιανουπόλεως»  οδηγεί στην  Χριστιανούπολη, το σημερινό   χωριό  Χριστιάνοι.   Ουσιαστική όμως  έδρα  της Μητροπόλεως πρέπει  να  θεωρήσουμε  με  ασφάλεια    την  πόλη    της   Κυπαρισσίας.
Η   κατάσταση  της  επαρχίας  του  Αγίου  ήταν   οικονομικά,  εκκλησιαστικά  και    ηθικά   απελπιστική.  Όσο  υπήρχε στην Πελοπόννησο η Τουρκική κατάσταση,  η  θέση  των  Χριστιανών  από   οικονομική    πλευρά    ήταν  δεινή.  Η    θρησκευτική   κατάσταση,   παρά   την   ευεργετική   δράση   των μοναχών   του    Λουσίου    και    της   σχολής   της   μονής    Φιλοσόφου    και   όποιων άλλων,    δεν   διέφερε   και   πολύ,   τα   δύσκολα    εκείνα    χρόνια,   από   την κατάσταση    της   υπόδουλης    χώρας.
Ο Άγιος Αθανάσιος άρχισε αμέσως τον αγώνα προκειμένου να αντιμετωπίσει  τα  διάφορα προβλήματα και να  βελτιώσει  την κατάσταση.   Πρώτο  μέλημά  του  ήταν    η    εξεύρεση    κατάλληλων    νέων    για τους     ιερατικό    αξίωμα.    Προκειμένου    να   πετύχει    τον   στόχο   του   ο   Άγιος σύστησε σχολεία για  την στοιχειώδη  λειτουργική  και  λοιπή    εκπαίδευση των  υποψηφίων  και παράλληλα    παραιτήθηκε   από   κάθε   συνηθισμένη τότε   οικονομική   προσφορά,   που   δινόταν   εκ   μέρους    τους    στον    Αρχιερέα  για    την    συντήρηση   του    ιδίου   και   της   Επισκοπής.   Πιστεύοντας   ο    Άγιος    πως η    Ορθόδοξη   Εκκλησία   είναι   ο   ιερός   θεσμός,   που   διατηρεί   την   γνήσια  πίστη  στον  Χριστό και ο συνεκτικός κρίκος, που ενώνει  τους     υπόδουλους Έλληνες   και   συντηρεί   την   εθνική συνείδηση και ακόμα πως   οι   εκκλησίες είναι    το    κέντρο    αναφοράς    και    το    σημείο    συναντήσεως   και   κοινωνίας    των δύστυχων    Ελλήνων,   φρόντισε   για   την   επισκευή   και   συντήρησή    τους,   όσο  βέβαια     αυτό    ήταν    εφικτό    και    από    οικονομικής     πλευράς   και   από πλευράς χορηγήσεως αδείας από τους Τούρκους. Ο    Άγιος    ενδιαφέρθηκε  και     για    τα    μοναστήρια,   τις   ιερές   αυτές    εστίες   της   σωτηρίας,   τα   κέντρα φωτισμού    και   φιλανθρωπίας,   που   πρωτοστάτησαν   στον   αγώνα  για   την ελευθερία    του   υπόδουλου    Γένους.
Προς  το  ποίμνιό  του  ο  Άγιος  Αθανάσιος στάθηκε  αληθινός  Επίσκοπος     και    μιμητής   του    Χριστού,    που    ενδιαφέρθηκε   όχι    μόνο   για   τους    τόπους    λατρείας,   αλλά   και   για   την   διακονία του  λαού    του,   προκειμένου  να  τον  ανακουφίσει από  τα  καθημερινά   δεινά  της  ζωής  και  της  δουλειάς.  Η  αγάπη   του  προς  τα  ορφανά,    τις    χήρες,    τους   ανήμπορους γέροντες,    τους   διωκόμενους    και   αδικούμενους    ήταν   μοναδική.           
Ο    Τριαδικός    Θεός  παρέσχε    στον    Άγιο    «μισθό»    και    τον  αξίωσε   ήδη  από    την  επίγεια  ζωή  του  αλλά  και  μετά  την κοίμησή  του    να   επιτελεί  σημεία  και θαύματα.  Αναφέρεται    πως,   όταν   ο    Άγιος    λειτουργούσε,    την στιγμή   που   έβγαινε  στην   Ωραία    Πύλη   να   πει   το    «Κύριε,  Κύριε, επίβλεψον    εξ   ουρανού    και    ίδε…»,   οι   πιστοί  έβλεπαν    μπροστά    στο   στόμα του    ένα    φεγγοβόλο   αστέρι.
Έτσι,    αφού    ποίμανε    θεοφιλώς    το    ποίμνιό    του     και    διακόνησε    την  Εκκλησία   του    Χριστού,    ο    Άγιος    Αθανάσιος    κοιμήθηκε    μετά   από ολιγοήμερη     ασθένεια    το    1707     ή    το    1708.   Λίγα    χρόνια    αργότερα,  μεταξύ     των    ετών   1710 – 1713    έγινε    η    εκταφή    του    και    το    ιερό    λείψανο  βρέθηκε    στο    μεγαλύτερο   μέρος    του    αδιάλυτο    και    μυροβόλο. 

Απολυτίκιον.   Ήχος    α’.   Της   ερήμου   πολίτης.           
Τους τελούντας την μνήμην,  και  τιμώντας  το  σώμά σου,  και  πανευλαβώς   προσκυνούντας την μυρίπνοον   Κάραν σου, ως έχων παρρησίαν    προς    Θεόν,   ικέτευε   Χριστόν    τον   αγαθόν,   και   ταις σαις   θερμαίς   πρεσβείαις,   των   κινδύνων    σώζε,   ω   άγιε   Αθανάσιε.    Έχων   δε  και    συμπρεσβευτήν,    τον    μέγαν   Κυρίου    Πρόδρομον,    έσο    αοράτως    της  Μονής,    φρουρός     και   προπύργιον.


Κοντάκιον.   Ήχος   δ’.   Ο   υψωθείς    εν   τω   Σταυρώ.  
Ο   δοξασθείς   παρά  Θεού  θαυμασίως,  δι’  ευωδίας  και    θαυμάτων ποικίλων,    εν   τοις   εσχάτοις    χρόνοις,   Αθανάσιε,   φάνηθι   ταχύτατος,   και θερμός   αντιλήπτωρ,  των  δεινών  λυτρούμενος·  τους   πιστώς   σε  τιμώντας,    και    τους   τα    λείψανα   κατέχοντας  τα  σα,  προς  μετανοίας    οδόν χειραγώγησον.

Saint Athanasius Archbishop of Christianopolis


Saint Athanasius was born in Karytaina, Gortynia in 1640 and his secular name was Anastasios Korfinos. His parents were named Andreas and Efrosini and they still had three children. We assume that he learned the first letters in his birthplace and then probably attended the famous school of the Philosopher Monastery and later as a clergyman in Constantinople.
When Anastasios was married, his parents insisted on marrying him despite his desire to follow a lonely state. His father, without the consent of his son, engaged him in Patras with the daughter of a wealthy lord and then sent him to Nafplio to procure the wedding. Anastasios obeyed his father's command and started for Nafplio. On his way he passed by the chapel of Panagia in Vidoni, near the village of Sirna and asked for divine enlightenment.
In Nafplio, after buying what he needed, he made the big decision. It is said that the night before his planned departure for Karytaina, while being tormented by their plans to do so, he saw the Virgin Mary sleeping with the Honorable Prodromus, calling him by the name he was to receive later as a monk. he said, according to the writings of his first biographer: "My son's elector and servant, I wish you to be, Athanasius. So, send your slaves with the bridesmaids to your father, and let the daughter marry another man. And you go to Constantinople to receive that my Son and God have prospered me. " So it happened. Athanasius sent the slaves back and departed for Constantinople, where, after becoming a monk by the name of Athanasius, he was ordained a deacon and a senior.
During the first patriarchate of the Ecumenical Patriarch Jacob, Saint Athanasius was ordained a Metropolitan of Christianity, supreme and exarch of all Arcadia, in succession by Metropolitan Eugene, who based on surviving documents at least 16 consecrated this church45. As the time of his ordination we must assume no later than the end of 1680 or the beginning of 1681, for he first responds in April of this year, when he signs as a member of the Ecumenical Patriarchate Synod in Constantinople a letter of condolence to the Metropolitan and Euripolis. Commissioner Melenikou.
As for the seat of the Metropolis, the title "Christianopolis" leads to Christianopolis, the present-day Christian village. However, the essential seat of the Metropolis is to safely consider the city of Kyparissia.
The state of the province of Saint was economically, ecclesiastically and morally desperate. As long as the Turkish situation existed in the Peloponnese, the position of Christians was economically dire. The religious situation, despite the benevolent activity of the monks of Lucius and the school of the monastery of Philosophy and any other, did not differ much from the situation of the enslaved country in those difficult times.
Saint Athanasius immediately began the struggle to deal with the various problems and improve the situation. His first concern was to find suitable young men for their priestly office. In order to achieve his goal, the Saint recommended schools for the elementary functional and other education of the candidates, and at the same time he withdrew from any ordinary financial contribution then given to the High Priest for the maintenance of the same and the Diocese. Believing that the Orthodox Church is the sacred institution that maintains the true faith in Christ and the cohesive link that unites the enslaved Greeks and preserves national consciousness and still that the churches are the center of reference and the meeting point and community of their of the unfortunate Greeks, he made sure that they were repaired and maintained as far as possible, both financially and by the Turks. The Saint was also interested in the monasteries, these sacred centers of salvation, the centers of light and charity, which pioneered the struggle for the freedom of slave Gender.
To his flock, Saint Athanasius stood a true Bishop and imitator of Christ, who was interested not only in places of worship but also in the ministry of his people, in order to relieve him of the daily suffering of life and work. His love for the orphans, the widows, the helpless old men, the persecuted and the condemned was unique.
The Triune God provided the Holy "wage" and claimed it already from his earthly life and after his sleep to perform signs and wonders. It is said that when the Saint was operating, as he was coming to the Nice Gate to say, "Lord, Lord, watching from heaven and seeing ...", the faithful were seeing a luminous star in front of his mouth.
Thus, after he had flocked to his flock and decorated the Church of Christ, Saint Athanasius slept after a short illness in 1707 or 1708. A few years later, between 1710 and 1713, he was exhumed and the sacred relic was found in the largest part of the insoluble and myrrh.

Absolutely. Sound a '. Desert Citizen.
In commemorating them, honoring your body, and worshiping your miserable Karan, as if you have a desire for God, you prayed for the good of Christ, and in your warm embassies, the dangers were saved, you saints. And I have a co-conspirator, the great Lord Prodromos, in the middle of the monastery, a guard and a foreman.


It's close. Sound d. The Highest in the Cross.
Wonderfully glorified by God, by the fragrance and wonders of many, at last, Athanasius, the speed of the fierce, and the warm receptive of the sufferings redeemed; faithfully honoring them, and the remnants of them in their ways.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου