Σάββατο 2 Μαΐου 2020

Ο Όσιος Θεοδόσιος καθηγούμενος της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου




Ο  Όσιος Θεοδόσιος γεννήθηκε στην πόλη Βασίλιεφ της περιοχής  του Κιέβου,  το  1092  μ.Χ.,  από  εύπορους  γονείς.  Κατά΄ την  ώρα  της βαπτίσεώς του, ο ιερέας που τον βάπτιζε, είδε ότι το βρέφος αυτό  θα αφιέρωνε  αργότερα  την  ζωή  του  στον  Θεό,  γι’ αυτό  και  του  έδωσε  το όνομα  Θεοδόσιος.


Δεν  πέρασε  πολύς  καιρός  και  οι  γονείς  του  αναγκάσθηκαν,  με  διαταγή  του   ηγεμόνα, να  μετοικήσουν μακριά σε άλλη πόλη, στο Κούρκ, στην οποία γεννήθηκε ο  Όσιος Σεραφεὶμ του Σάρωφ. Αυτό  ήταν οικονομία Θεού,  για  να  λάμψει  εκεί  ο  μικρός  Θεοδόσιος  με  την  ενάρετη  ζωή  του. Σε αυτή  την  πόλη  μεγάλωνε  σωματικά  αλλά   αυξανόταν  και πνευματικά   στη  σοφία  και στην αγάπη του Θεού. Μελετούσε με επιμέλεια  τον  Θείο  Λόγο  και  πολύ  γρήγορα έγινε κάτοχος  όλης  της Αγίας  Γραφής. Όλοι  έμειναν  έκπληκτοι  από   τη  σοφία  του,  την  αντίληψη και την ταχύτητα εκμαθήσεως.  Καθημερινά  επισκεπτόταν το ναό  του  Θεού  και  παρακολουθούσε  με  όλη  του  την  προσοχή  τις  ιερές Ακολουθίες.  Σε   ηλικία δεκατριών ετών,  ο  θάνατος του  στέρησε τον πατέρα. Από  τότε ο μακάριος Θεοδόσιος έγινε περισσότερο ασκητικός. Πήγαινε μαζί  με τους  υπηρέτες  του  σπιτιού   στα  χωράφια  και  έκανε  το καθετί  με  βαθιά  ταπείνωση.  Στην  καρδιά  του  αρχίζει  να καλλιεργείται   η  αίσθηση της πτώχιας  και  της  ταπεινώσεως. Έτσι,  σε νεαρή   ηλικία απεκδύεται τα αρχοντικά του ρούχα, ενδύεται με τα ενδύματα των χωρικών, τους  οποίους  βοηθά   σε  κάθε  είδους  εργασίας. Η  συμπεριφορά  του  εξοργίζει  την  μητέρα του, η  οποία  τον  επιπλήττει και  τον  κτυπά.
Κάποτε  ο  Θεοδόσιος  πήγε  σε ένα  σιδερά  και  παρήγγειλε  μία  σιδερένια ζώνη.  Όταν  ετοιμάσθηκε,  την  πήρε  και  την  φόρεσε  κατάσαρκα,  χωρίς να  την  βγάζει καθόλου από  επάνω του. Ήταν  στενή,  έσφιγγε  πολύ  το σώμα  του  και  προξενούσε  πόνους,  που τους  υπέμενε  όμως  καρτερικά σαν  να  μην  συνέβαινε  τίποτε.
Σε  ένα  εορταστικό  γεύμα,  που  θα  δινόταν  στο  μέγαρο  του  άρχοντα και  θα  παρευρίσκονταν  όλοι  οι  προύχοντες  της  πόλεως,  έπρεπε  να πάει  και  ο  Θεοδόσιος,  για  να   υπηρετήσει.  Αναγκάσθηκε  λοιπόν  από τη  μητέρα  του  να  ενδυθεί  την  καλή  του  στολή.  Καθώς  την  φορούσε, δεν  μπόρεσε  να  προφυλαχθεί   και  το διακριτικό μάτι της μητέρας πρόσεξε πάνω στη φανέλα  στίγματα  από  αίμα.  Πλησίασε να  εξετάσει και  μόλις  διαπίστωσε πως  οφειλόταν στο  σφίξιμο  της  σιδερένιας  ζώνης, άναψε από το κακό της. Όρμησε  πάνω του με μανία, άρχισε να τον κτυπάει, του  ξέσκισε την φανέλα και  του  αφαίρεσε τη ζώνη  οργισμένη. Αλλά  ο  ευλογημένος  εκείνος  νέος,  σαν  να μη συνέβαινε τίποτε, ενδύθηκε τα ρούχα του και ξεκίνησε ειρηνικά, για να υπηρετήσει στο γεύμα.
Μία ημέρα  άκουσε  στο  Ευαγγέλιο  τον  Κύριο  να  λέγει:  «Ο  φιλών  πατέρα ή  μητέρα  υπέρ  εμέ  ουκ έστι μου άξιος…»«Μήτηρ  μου  και  αδελφοί μου ούτοι  εισιν,  οι  τον  λόγον  του  Θεού  ακούοντες  και ποιούντες αυτόν».  Επίσης άκουσε κι άλλα: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι,  καγώ  αναπαύσω  υμάς.  Άρατε  τον  ζυγόν  μου  εφ’  υμάς και  μάθετε απ’ εμού  ότι  πράος  ειμί και ταπεινός  τη  καρδία, και  ευρήσετε ανάπαυσιν ταις  ψυχαίς  υμών».  Με  τα  λόγια  αυτά  πυρπολήθηκε  η  καρδιά του  φωτισμένου από  τον Κύριο Θεοδοσίου. Και  φλεγόμενος από  θείο έρωτα, συλλογιζόταν καθημερινά πως θα μπορούσε, κρυφά από την μητέρα  του,  να   ενδυθεί  το  άγιο  μοναχικό  σχήμα.
Έτσι,  ο  Όσιος  φεύγει   από  το  σπίτι,  για   να έλθει να ασκητέψει  στο Κίεβο.  Λόγω  του  νεαρού  της  ηλικίας  του  δεν τον δέχεται  κανένας. Βρίσκει  όμως  πνευματικό  καταφύγιο  κοντά  στον  Όσιο  Αντώνιο.  Ο Όσιος  Θεοδόσιος  παραδόθηκε  τώρα  ολόψυχα  στον  Θεό  και  στον θεοφόρο Γέροντά του Αντώνιο. Επιδόθηκε σε μεγάλες ασκήσεις και βάσταζε  με   χαρά   το  ζυγό  της  μοναχικής  ζωής.  Τις  νύχτες  τις  αφιέρωνε στη  δοξολογία του Κυρίου, αρνούμενος την ξεκούραση του ύπνου. Τις ημέρες,  σκληραγωγούσε  τον  εαυτό  του  με  την  εγκράτεια, τη νηστεία και τη χειρωνακτική  εργασία. Πάντοτε θυμόταν το  ψαλμικό: «Ίδε την ταπείνωσίν  μου  και  τον  κόπον  μου  και  άφες  πάσας  τας  αμαρτίας  μου».
Μάταια  η  μητέρα  του  τον  αναζητούσε.  Όταν  επιτέλους  τον  βρήκε  μετά από   αρκετά   χρόνια, τον παρακάλεσε να  επιστρέψει  σπίτι  και  να  μείνει εκεί  μέχρι  το  θάνατό  της.  Ο  Όσιος  την  παρακάλεσε να γίνει  μοναχή και  να μείνει  κάπου εκεί  κοντά.  Η  μητέρα  του  τελικά  πείσθηκε  και έγινε  μοναχή  στη  μονή  του  Αγίου  Νικολάου.  Αφού  έζησε  με   μετάνοια τον  υπόλοιπο  χρόνο  της  ζωής  της,  κοιμήθηκε  με   ειρήνη.
Οι  ασκητικοί  αγώνες του Οσίου Θεοδοσίου μέσα στο σπήλαιο, πολύ γρήγορα τον ανέδειξαν τροπαιοφόρο νικητή κατά των πονηρών πνευμάτων.  Όταν  μάλιστα  η  μητέρα  του  ξεπέρασε τον  πόνο  της  και έγινε  μοναχή, τότε  επιδόθηκε  σε   μεγαλύτερες ασκήσεις,  φλεγόμενος από  θείο έρωτα. Μέσα στο  σπήλαιο  μπορούσε  τότε  να  δει  κανείς  τρεις λαμπάδες  αναμμένες, που  με την προσευχή  και  τη   νηστεία  διέλυαν  το σκότος  των  δαιμόνων:  τον  Όσιο  Αντώνιο,  τον  μακάριο  Θεοδόσιο και τον  μεγάλο  Νίκωνα.
Όταν  αργότερα, το  1062, ο ηγεμόνας  οργίσθηκε κατά των σπηλαιωτών μοναχών, επειδή  είχαν δεχθεί  στη μονή, τον  βογιάρο  Βαρλαάμ  και  τον ευνούχο  Εφραίμ,  ο  μακάριος  Νίκων  αναγκάσθηκε  να  φύγει  με  μερικούς αδελφούς.  Πήγε  στο  Τμουταρακάν, στην ανατολική  όχθη  της  Αζοφικής θάλασσας,  όπου  ίδρυσε  μοναστήρι  και  έμεινε  μέχρι  το 1068. Τότε ο  Όσιος Θεοδόσιος, με θέλημα Θεού και επιθυμία του Οσίου Αντωνίου, χειροτονήθηκε  ιερέας.  Ως  ιερέας  τελούσε  καθημερινά τη Θεία Λειτουργία  με  πνεύμα  ταπεινοφροσύνης.  Ξεχώριζες επάνω του τη φυσική  πραότητα, την αταραξία των λογισμών και  την απλότητα της καρδίας.  Ήταν  γεμάτος  πνευματική  σοφία  και  έτρεφε  αγάπη προς όλους αδιάκριτα τους αδελφούς, που μαζεύτηκαν γύρω από τον Όσιο Αντώνιο.
Μετά  από  αρκετό καιρό  ο  Όσιος  Αντώνιος  ανέθεσε  την  ηγουμενία  στον μακάριο  Βαρλαάμ  και  αναχώρησε  σε  ένα  ήσυχο  λόφο.  Εκεί  άνοιξε  ένα άλλο  σπήλαιο  και  συνέχισε  την  ασκητική  του  ζωή.
Ο  ηγούμενος  Βαρλαάμ  και  οι  αδελφοί,  αφού  πήραν  την  ευχή  και ευλογία του Οσίου, συνέχισαν να ζουν οσιακά και ενάρετα στο πρώτο σπήλαιο.  Επειδή  όμως  η  αδελφότητα  σιγά-σιγά  αυξήθηκε  και  ο  χώρος του  σπηλαίου δεν επαρκούσε για τις λατρευτικές συνάξεις της, ο ευλαβέστατος Θεοδόσιος και  ο μακάριος Βαρλαάμ, με την ευλογία του Οσίου  Αντωνίου, έκτισαν επάνω από το σπήλαιο ένα ευρύχωρο  ξύλινο εκκλησάκι, αφιερωμένο  στην  Κοίμηση  της  Υπεραγίας  Θεοτόκου,  για  να συναθροίζονται  σε  αυτό  οι  αδελφοί  και  να   κάνουν  τις  Ακολουθίες.
Η  στενότητα του χώρου μέσα στο σπήλαιο και οι κόποι της ασκήσεως προξενούσαν  στους  πατέρες  μεγάλες  θλίψεις  και  ταλαιπωρίες,  που μόνο  ο  Θεός  τις  γνωρίζει  και  που  γλώσσα  ανθρώπου  δεν  μπορεί   να τις εκφράσει. Συντηρούσαν τον εαυτό τους μὲ νερό και  λίγο ψωμί  από σίκαλη.  Φαγητό  μαγειρεμένο  έτρωγαν μόνο  το  Σαββατοκύριακο  και  όχι πάντα, γιατί ορισμένες φορές δεν υπήρχε, οπότε κατέφευγαν στα βρασμένα χόρτα. Ανάμεσα στις άλλες εργασίες, έπλεκαν καθημερινά καλάθια, τα πουλούσαν και  με τα χρήματα που έπαιρναν, αγόραζαν σιτάρι.  Τη  νύχτα  άλεθε ο καθένας το μερίδιό του και  έπειτα συγκέντρωναν το αλεύρι, για να φτιάξουν ψωμί. Πριν ξημερώσει, συναθροίζονταν στην εκκλησία για τον Όρθρο. Κατόπιν πήγαιναν στα εργόχειρά τους, που προορίζονταν για πούλημα. Άν είχαν περιθώριο χρόνου,  δούλευαν  και  στον  κήπο.  Έπειτα  τελούσαν  στο  ναό  τις  Ώρες και  τη Θεία Λειτουργία και  στη συνέχεια, παίρνοντας λίγο ψωμί, συνέχιζαν  τις  εργασίες  τους,  που  διαρκούσαν  ως  την  ώρα  του Εσπερινού   και του Αποδείπνου. Έτσι μοχθούσαν κάθε ημέρα, αφοσιωμένοι  στην  αγάπη  του  Θεού.
Ο  Όσιος  Θεοδόσιος,  που  ήταν  τώρα  και  ιερέας,  κατέπλησσε  όλους  τους άλλους  αδελφούς με τη νηστεία, την ανδρεία, την εργατικότητα, την ταπεινοφροσύνη  και  την  υπακοή  του. Ήταν  πρόθυμος να τους εξυπηρετεί  όλους.  Μετέφερε  νερό  ή  ξύλα  από  το  δάσος.  Ορισμένες φορές, ενώ   οι  αδελφοί  αναπαύονταν,  μάζευε  το  σιτάρι  ποὺυ  έπρεπε  να  αλέσουν  εκείνοι  και  το  άλεθε  ο  ίδιος, εργαζόμενος και προσευχόμενος  όλη  τη  νύχτα.
Αλλά  συνέβη  κάποτε  να  προσκληθεί  ο  μακάριος  Βαρλαάμ,  ο  ηγούμενος της  αδελφότητας, από τον ηγεμόνα Ιζιασλάβο, για  να  αναλάβει την ηγουμενία  της  μονής  του  Αγίου  Μεγαλομάρτυρος  Δημητρίου,  που  ο ίδιος  είχε  ιδρύσει.
Όταν, λοιπόν, ο μακάριος Βαρλαάμ έφυγε για το μοναστήρι του  Αγίου Δημητρίου,  οι αδελφοί πήγαν και ζήτησαν ομόφωνα από τον  Όσιο Αντώνιο  να  τοποθετήσει  ηγούμενο τον  Όσιο Θεοδόσιο. Ο  Όσιος Αντώνιος συμφώνησε. Με την ευλογία του ο Όσιος Θεοδόσιος έγινε ηγούμενος  των  είκοσι  αδελφών.  Ο  αξιοθαύμαστος  Θεοδόσιος,  άν  και έγινε  ηγούμενος,  δεν  απέβαλε  το  ταπεινό  φρόνημα, αλλά  θυμόταν πάντα  τα  λόγια  του  Κυρίου:  «Ός  άν  θέλη  εν υμίν είναι πρώτος, έσται υμών δούλος».  Ταπείνωνε  τον  εαυτό του και γινόταν έσχατος και υπηρέτης όλων. Στο  καθετί  παρείχε τον εαυτό  του,  τύπο  καλών  έργων. Στην  εργασία  και  στο  ναό  ήταν  ο  πρώτος  που  πήγαινε  και  τελευταίος που  έφευγε.  Οι  δεήσεις  του  δικαίου  Θεοδοσίου  έφεραν  πολλές  ευλογίες και  η  ζωή  της  αδελφότητας  άνθιζε  και προόδευε. Σαν το σπόρο που έπεσε σε εύφορη γη και  έφερε  καρπό  εκατονταπλάσιο,  έτσι  μεγάλωσε σε  μικρό χρονικό διάστημα η αδελφότητα και  έφθασε τους εκατό αδελφούς.  Και  όλοι  προόδευαν  με την ενάρετη ζωή τους και την προσευχή.
Πιστός  ο  Άγιος  Θεοδόσιος  στις  παραδόσεις  του  Οσίου  Αντωνίου  ζει  μία  σκληρή  ασκητική  ζωή  και  συνεχή  μετάνοια,  προσευχή  αλλά   και χαρά.  Η  όψη  του  ήταν  πάντοτε  φωτισμένη,  ιλαρή  και  αντανακλούσε την χαρά  του  Πάσχα.  Από   τις αρετές του ξεχώριζαν δύο:  η  ταπείνωση και  η αγάπη. Η  ευσπλαχνία  του  Οσίου  στρεφόταν  όχι  μόνο  προς  τους πάσχοντες αδελφούς, τους ασθενείς και  τους φτωχούς, αλλά  και  προς εκείνους που  τον  αδικούσαν  ή  έβλαπταν  το  μοναστήρι.  Ο  Άγιος  Θεός τον  προίκισε  με  το  χάρισμα της διακρίσεως  και  της  θαυματουργίας.
Ο  ευσεβής  Στουδίτης  μοναχός  Μιχαήλ,  που προερχόταν από την  Ελλάδα, βρισκόταν τότε κοντά  στην αδελφότητα. Είχε έλθει  ἀπό  την Κωνσταντινούπολη, συνοδεύοντας τον νεοχειροτόνητο Μητροπολίτη Κιέβου  Γεώργιο (1062).  Πληροφόρησε,  λοιπόν,  τον  Όσιο  Θεοδόσιο  για  τη  θεάρεστη  ζωή  των  Στουδιτών  μοναχών,  ζωή  που  αξιώθηκε  και  ο ίδιος να ζήσει. Οι πληροφορίες αυτές άρεσαν πολύ στον Όσιο. Χωρίς καθυστέρηση,  αποστέλλει  κάποιον  αδελφό  στην  Κωνσταντινούπολη  με την  εντολή  να   βρει  τον  μοναχό  Εφραίμ, τον ευνούχο, που τότε επέστρεφε  από  τους  Αγίους  Τόπους  και  να  του  αναθέσει  το  σπουδαίο αυτό  έργο:  να  επισκεφθεί  δηλαδή  τη  μονή  του  Στουδίου,  να   γνωρίσει ο ίδιος με τον ακριβέστερο τρόπο την τάξη και το Τυπικό της και να καταγράψει  όλα  με  κάθε  λεπτομέρεια.
Πράγματι, ο μακάριος Εφραίμ, σύμφωνα με την εντολή του Οσίου, παρακολούθησε  την  τάξη  της  μονής,  κατέγραψε  με  ακρίβεια  το  Τυπικό και   επέστρεψε.  Μόλις  πήρε  στα  χέρια  του  ο  Όσιος  Θεοδόσιος το κείμενο,  έδωσε  εντολή  να  διαβασθεί  σε  όλη  την  αδελφότητα.  Από  τότε η  Πετσέρσκαγια  Λαύρα  άρχισε  να  εφαρμόζει  το  Στουδίτικο  Τυπικό. Από εκεί το παρέλαβαν και τα άλλα μοναστήρια, όπως ακριβώς το εφάρμοσε  ο  Όσιος.  Έτσι,  όλες  οι  Ρωσικές  μονές,  που  προηγουμένως δεν  γνώριζαν το καθαυτό  μοναστηριακό  τυπικό, τώρα έστρεφαν τα βλέμματα  στη  Λαύρα του  Οσίου Θεοδοσίου και  τη  θεωρούσαν  για   το καθετί  ως  πρότυπό  τους.
Ο  Όσιος νουθέτησε πάντοτε τους μοναχούς λέγοντας: «Σας ικετεύω, αδελφοί.  Άς  προοδεύσουμε  στη  νηστεία  και  στην προσευχή, άς φροντίσουμε  για τη σωτηρία των  ψυχών μας, άς  επιστρέψουμε  από  τις κακίες μας και τους δρόμους του πονηρού. Άς πλησιάζουμε τον Θεό με στεναγμούς,  με  δάκρυα,  με  τη  μετάνοια,  τις  αγρυπνίες  και  την  υπακοή, ώστε  να  αποσπάσουμε  το  έλεός  Του.  Και  άς  μισήσουμε  τον παρόντα κόσμο,  έχοντας  πάντοτε  στη  σκέψη  μας  τα  λόγια του  Κυρίου.  Έτσι  κι εμείς, αδελφοί, που απαρνηθήκαμε τον κόσμο, άς απαρνηθούμε και  τα πράγματα  του  κόσμου.  Άς  μισήσουμε  το  ψέμα, που  μας ελκύει σε πράγματα  ελεεινά,  και  άς  μην  στραφούμε  στις  πρώτες  αμαρτίες  μας. Πως  θα  αποφύγουμε την αιώνια κόλαση,  αν  τελειώσουμε την ζωή μας με οκνηρία  και  χωρίς  μετάνοια;  Η  μετάνοια  είναι  το κλειδί  της  βασιλείας των Ουρανών και  χωρίς  αυτή  κανείς  δεν  μπορεί  να   την  κερδίσει.  Είναι ο  δρόμος που  οδηγεί  στην  αιώνια  πατρίδα.  Άς  τον  ακολουθήσουμε  με φόβο  Θεού  και  άς  στερεώσουμε  επάνω  του  γερά  τα  βήματά μας. Στην οδό  της μετάνοιας δεν πλησιάζει ο πονηρός, και παρόλο που τώρα  είναι τεθλιμμένη, αργότερα θα μας γεμίσει  χαρά.  Προτού  πλησιάσουν  οι  έσχατες  ημέρες, άς πάρουμε  το  δρόμο  αυτό,  για  να  κερδίσουμε  τα  μέλλοντα  αγαθά».
Ο   Όσιος,  σε  ηλικία  μόλις  σαράντα  πέντε  ετών,  προαισθάνθηκε  το  τέλος του. Κάλεσε τους συνασκητές του και τους έδωσε τις τελευταίες του πατρικές συμβουλές για την σωτηρία της ψυχής τους. Τους υπέδειξε να  εκτελούν με προσοχή τα διακονήματά  τους,  να  επιμελούνται  ιδιαίτερα το  ναό  και  να  εισέρχονται  σε  αυτόν  με  πολλή  ευλάβεια  και  φόβο  Θεού,  να έχουν αγάπη μεταξύ τους και υπακοή στους  μεγαλύτερους,  να  επιδίδονται στην άσκηση και τη νηστεία.
Ο  Όσιος  Θεοδόσιος  κοιμήθηκε  με  ειρήνη  το  1074  μ.Χ.  Πολλοί  Χριστιανοί, χωρίς  κανείς  να  τους  ειδοποιήσει,  σαν  να  τους  έσπρωχνε  κάποια  θεία δύναμη, μαζεύτηκαν έξω από την πύλη της μονής και περίμεναν κλαίγοντας την ώρα της ἐκφοράς. Οι αδελφοί, σύμφωνα με την παραγγελία  του  Οσίου,  είχαν  ασφαλισμένη  την  πόρτα.  Όσο  υπήρχε  ο κόσμος αυτός, οι αδελφοί δεν μπορούσαν να ξεκινήσουν για τον ενταφιασμό.  Ευτυχώς  όμως,  κατά  θεία  βούληση,  ο  ουρανός  σκεπάσθηκε ξαφνικά με σύννεφα και μία δυνατή βροχή σκόρπισε τα πλήθη που περίμεναν.  Έτσι  οι  αδελφοί  μπόρεσαν  να  κάνουν  την  εκφορά.  Έφεραν  το τίμιο  σκήνωμα  του  Οσίου  Θεοδοσίου  στο  σπήλαιο  που  ασκήτευε  και  το ενταφίασαν  εκεί  με  τιμές.

Saint Theodosius, professor of the Kiev Cave Lavra

Saint Theodosius was born in the city of Vasiliev in the Kiev region in 1092 AD to wealthy parents. At the time of his baptism, the priest who baptized him saw that this infant would later dedicate his life to God, which is why he named him Theodosius.


It was not long before his parents were forced, by order of the ruler, to move away to another city, Kurk, where Saint Seraphim of Sarov was born. This was God's economy, so that little Theodosius could shine there with his virtuous life. In this city he grew physically but also spiritually increased in the wisdom and love of God. He studied the Divine Word with diligence and quickly became the owner of the entire Bible. Everyone was amazed at his wisdom, perception and speed of learning. Every day he visited the temple of God and watched with all his attention the sacred Sequences. At the age of thirteen, his death deprived him of his father. Since then, Blessed Theodosius has become more ascetic. He went to the fields with the servants of the house and did everything with deep humility. The feeling of poverty and humiliation begins to be cultivated in his heart. So, at a young age, he takes off his mansion clothes, dresses in the clothes of the villagers, whom he helps with any kind of work. His behavior infuriates his mother, who rebukes him and beats him.
Theodosius once went to an ironworks and ordered an iron belt. When he was ready, he took her and put her on a stretcher, without taking her off at all. He was tight, his body was very tight and he was in pain, but he was patient with them as if nothing was happening.
Theodosios had to go to a festive meal, which would be given in the mansion of the lord and would be attended by all the prominent people of the city, in order to serve. So he was forced by his mother to put on his good clothes. As he wore it, he could not be protected and the mother's discreet eye noticed blood stains on the shirt. She approached to examine and as soon as she found out that it was due to the tightening of the iron belt, she lit up from her evil. He rushed at him angrily, started beating him, tore his shirt and removed his belt angrily. But the blessed young man, as if nothing had happened, put on his clothes and began peacefully to serve at the meal.
One day he heard the Lord say in the Gospel, "My father or mother, who is my friend, is worthy of me." "My mother and my brothers, you are the ones who listen to God's word and who sing it." He also heard other things: “Come to me, all you who work hard and work hard, and let me rest. Take my yoke upon you, and learn from me that I am meek and lowly in heart, and find rest for your souls. " With these words the heart of the one enlightened by the Lord Theodosius was set on fire. And inflamed by divine love, he thought every day that he could, secretly from his mother, wear the holy solitary form.
So Osios leaves the house to come and practice in Kiev. Due to his young age, no one accepts him. However, he finds spiritual refuge near Saint Antonios. Saint Theodosius now surrendered wholeheartedly to God and his godly Elder Antonios. He performed great exercises and happily weighed the scales of solitary life. At night he dedicated them to the praise of the Lord, denying the rest of sleep. During the days, he hardened himself with restraint, fasting and manual labor. He always remembered the psalm: "Behold my humiliation and my tribulation, and forsake all my sins."
His mother was looking for him in vain. When she finally found him after several years, she begged him to return home and stay there until her death. Osios begged her to become a nun and stay somewhere nearby. His mother was finally convinced and became a nun at the monastery of Agios Nikolaos. After living with remorse for the rest of her life, she slept peacefully.
The ascetic struggles of Saint Theodosius in the cave, very quickly made him a trophy-winning winner against evil spirits. In fact, when his mother overcame her pain and became a nun, she indulged in greater exercises, inflamed by divine love. Inside the cave one could then see three lighted candles, which with prayer and fasting dissolved the darkness of the demons: Saint Anthony, Blessed Theodosius and the great Nikon.
When, later in 1062, the ruler became angry with the cave monks, because they had received the monk, the bourgeois Barlaam, and the eunuch Ephraim, the blessed Nikon was forced to leave with some brothers. He went to Tmutarak, on the east coast of the Azov Sea, where he founded a monastery and remained until 1068. At that time, Saint Theodosius, by the will of God and the desire of Saint Anthony, was ordained a priest. As a priest, he performed the Divine Liturgy daily in a spirit of humility. You singled out the physical meekness, the clutter of thoughts and the simplicity of the heart. He was full of spiritual wisdom and had an unquenchable love for all the brothers who gathered around Saint Anthony.
After some time, Saint Anthony entrusted the abbotship to Blessed Barlaam and left for a quiet hill. There he opened another cave and continued his ascetic life.
Abbot Barlaam and the brothers, after receiving the blessing and blessing of the Saint, continued to live holy and virtuous in the first cave. But because the fraternity slowly grew and the space of the cave was not enough for her worship services, the most revered Theodosius and Blessed Barlaam, with the blessing of Saint Anthony, built a spacious wooden church on the cave dedicated to Komenos, dedicated to it. Most Holy Theotokos, so that the brothers can gather in it and perform the Sequences.
The narrowness of the space inside the cave and the hardships of the exercise caused the fathers great sorrows and sufferings, which only God knows and which the language of man cannot express. They preserved themselves with water and some rye bread. Cooked food was eaten only on weekends and not always, because sometimes it did not exist, so they resorted to boiled greens. Among other things, they made everyday baskets, sold them and bought wheat with the money they received. At night everyone ground their share and then they gathered the flour to make bread. Before dawn, they gathered in the church for Orthros. Then they went to work, which was for sale. If they had time, they also worked in the garden. Then they performed in the temple the Hours and the Divine Liturgy and then, taking some bread, they continued their work, which lasted until the time of the Vespers and the Supper. So they toiled every day, devoted to the love of God.
Saint Theodosius, who was now also a priest, amazed all the other brothers with his fasting, bravery, hard work, humility and obedience. He was willing to serve them all. He carried water or wood from the forest. Sometimes, while the brothers were resting, he would gather the wheat they needed to grind and grind it himself, working and praying all night.
But it once happened that Blessed Barlaam, the abbot of the fraternity, was invited by the ruler Iziaslav to take over the abbey of the monastery of St. Demetrius the Great, which he had founded.
So, when Blessed Barlaam left for the monastery of St. Demetrius, the brothers went and unanimously asked Saint Anthony to appoint Saint Theodosius as abbot. Saint Anthony agreed. With his blessing, Saint Theodosius became abbot of the twenty brothers. The admirable Theodosius, although he became abbot, did not dismiss the humble mind, but always remembered the words of the Lord: He humbled himself and became the last and servant of all. In everything he provided himself, a type of good works. At work and in the temple he was the first to go and the last to leave. The prayers of the righteous Theodosius brought many blessings and the life of the fraternity flourished and progressed. Like the seed that fell on fertile land and bore fruit a hundredfold, so the fraternity grew in a short time and reached one hundred brothers. And they all progressed with their virtuous life and prayer.
Saint Theodosios, faithful to the traditions of Saint Anthony, lives a hard ascetic life and constant repentance, prayer and joy. His face was always bright, melancholy and reflected the joy of Easter. Two of his virtues stood out: humility and love. The mercy of Osios was directed not only at the suffering brothers, the sick and the poor, but also at those who wronged him or harmed the monastery. The Holy God endowed him with the gift of distinction and miracle.
The pious Studi monk Michael, who came from Greece, was then close to the fraternity. He had come from Constantinople, accompanying the newly ordained Metropolitan of Kiev George (1062). So he informed Saint Theodosius about the glorious life of the Studite monks, a life that he himself claimed to live. Osios liked this information very much. Without delay, he sent a brother to Constantinople with the order to find the monk Ephraim, the eunuch, who was then returning from the Holy Land, and to entrust him with this great task: to visit the monastery of Stoudios, to meet him himself. more accurately class and its Standard and record everything in every detail.
Indeed, Blessed Ephraim, according to the order of the Saint, attended the class of the monastery, accurately recorded the Standard and returned. As soon as Saint Theodosius took the text, he ordered it to be read to the whole fraternity. Since then, Pecherskaya Lavra has been implementing the Studio Standard. From there, the other monasteries received it, just as Osios did. Thus, all the Russian monasteries, which previously did not know the monastic standard itself, now turned their eyes to the Lavra of Saint Theodosius and considered it as their standard.
Saint always reminded the monks, saying: “I beg you, brethren. Let us progress in fasting and prayer, let us take care of the salvation of our souls, let us return from our wickedness and the ways of the wicked. Let us approach God with sighs, with tears, with repentance, vigilance, and obedience, that we may obtain His mercy. And let us hate this world, always keeping in mind the words of the Lord. So we, brethren, who have renounced the world, let us also renounce the things of the world. Let us hate the lie that attracts us to miserable things, and let us not turn to our first sins. How can we avoid eternal hell if we end our lives with laziness and no remorse? Repentance is the key to the kingdom of heaven, and without it no one can win it. It is the road that leads to the eternal homeland. Let us follow him with the fear of God and let us firmly set our footsteps on him. The wicked one does not approach the path of repentance, and although she is now depressed, she will later be filled with joy. Before the last days approach, let's take this path to win future goods. "
Osios, at the age of only forty-five, sensed his end. He called his comrades and gave them his last paternal advice for the salvation of their souls. He instructed them to carry out their ministry carefully, to take special care of the temple and to enter  him with much reverence and fear of God, to have love for one another and obedience to the elders, to engage in exercise and fasting.
Saint Theodosius slept peacefully in 1074 AD. Many Christians, without anyone notifying them, as if prompted by some divine power, gathered outside the gate of the monastery and waited, weeping at the time of the return. The brothers, according to Osios' order, had the door locked. As long as this world existed, the brothers could not begin to bury it. Fortunately, however, by divine will, the sky was suddenly covered with clouds and a heavy rain scattered the crowds that were waiting. So the brothers were able to make the ascent. They brought the holy relics of Saint Theodosius to the cave he practiced and buried him there with honors.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου