Ο Όσιος Θεοδόσιος γεννήθηκε στην πόλη Βασίλιεφ της περιοχής
του Κιέβου, το 1092 μ.Χ., από
εύπορους γονείς. Κατά΄ την ώρα της βαπτίσεώς του,
ο ιερέας που τον βάπτιζε, είδε ότι το βρέφος αυτό θα αφιέρωνε
αργότερα την ζωή του στον Θεό, γι’
αυτό και του έδωσε το όνομα Θεοδόσιος.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και οι
γονείς του αναγκάσθηκαν, με διαταγή
του ηγεμόνα, να μετοικήσουν μακριά σε άλλη πόλη, στο Κούρκ,
στην οποία γεννήθηκε ο Όσιος Σεραφεὶμ του Σάρωφ. Αυτό ήταν
οικονομία Θεού, για να λάμψει εκεί ο μικρός
Θεοδόσιος με την ενάρετη ζωή του. Σε
αυτή την πόλη μεγάλωνε σωματικά αλλά
αυξανόταν και πνευματικά στη σοφία και στην αγάπη
του Θεού. Μελετούσε με επιμέλεια τον Θείο Λόγο
και πολύ γρήγορα έγινε κάτοχος όλης της Αγίας
Γραφής. Όλοι έμειναν έκπληκτοι από τη
σοφία του, την αντίληψη και την ταχύτητα
εκμαθήσεως. Καθημερινά επισκεπτόταν το ναό του
Θεού και παρακολουθούσε με όλη του την
προσοχή τις ιερές Ακολουθίες. Σε ηλικία
δεκατριών ετών, ο θάνατος του στέρησε τον πατέρα. Από
τότε ο μακάριος Θεοδόσιος έγινε περισσότερο ασκητικός. Πήγαινε μαζί με
τους υπηρέτες του σπιτιού στα χωράφια
και έκανε το καθετί με βαθιά
ταπείνωση. Στην καρδιά του αρχίζει να
καλλιεργείται η αίσθηση της πτώχιας και της
ταπεινώσεως. Έτσι, σε νεαρή ηλικία απεκδύεται τα
αρχοντικά του ρούχα, ενδύεται με τα ενδύματα των χωρικών, τους οποίους
βοηθά σε κάθε είδους εργασίας. Η
συμπεριφορά του εξοργίζει την μητέρα του, η
οποία τον επιπλήττει και τον κτυπά.
Κάποτε ο Θεοδόσιος πήγε σε ένα
σιδερά και παρήγγειλε μία σιδερένια ζώνη.
Όταν ετοιμάσθηκε, την πήρε και την
φόρεσε κατάσαρκα, χωρίς να την βγάζει καθόλου
από επάνω του. Ήταν στενή, έσφιγγε πολύ το σώμα
του και προξενούσε πόνους, που τους
υπέμενε όμως καρτερικά σαν να μην συνέβαινε
τίποτε.
Σε ένα εορταστικό γεύμα, που θα
δινόταν στο μέγαρο του άρχοντα και θα
παρευρίσκονταν όλοι οι προύχοντες της
πόλεως, έπρεπε να πάει και ο Θεοδόσιος,
για να υπηρετήσει. Αναγκάσθηκε λοιπόν
από τη μητέρα του να ενδυθεί την καλή
του στολή. Καθώς την φορούσε, δεν
μπόρεσε να προφυλαχθεί και το διακριτικό
μάτι της μητέρας πρόσεξε πάνω στη φανέλα στίγματα από αίμα.
Πλησίασε να εξετάσει και μόλις διαπίστωσε πως
οφειλόταν στο σφίξιμο της σιδερένιας ζώνης, άναψε από
το κακό της. Όρμησε πάνω του με μανία, άρχισε να τον κτυπάει, του
ξέσκισε την φανέλα και του αφαίρεσε τη ζώνη οργισμένη.
Αλλά ο ευλογημένος εκείνος νέος, σαν να μη
συνέβαινε τίποτε, ενδύθηκε τα ρούχα του και ξεκίνησε ειρηνικά, για να
υπηρετήσει στο γεύμα.
Μία ημέρα άκουσε στο Ευαγγέλιο τον
Κύριο να λέγει: «Ο
φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου
άξιος…». «Μήτηρ
μου και αδελφοί μου ούτοι εισιν, οι τον
λόγον του Θεού ακούοντες και ποιούντες αυτόν».
Επίσης άκουσε κι άλλα: «Δεύτε
προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω
υμάς. Άρατε τον ζυγόν μου εφ’ υμάς
και μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός
τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς
υμών». Με τα λόγια αυτά
πυρπολήθηκε η καρδιά του φωτισμένου από τον Κύριο
Θεοδοσίου. Και φλεγόμενος από θείο έρωτα, συλλογιζόταν καθημερινά
πως θα μπορούσε, κρυφά από την μητέρα του, να
ενδυθεί το άγιο μοναχικό σχήμα.
Έτσι, ο Όσιος φεύγει από το
σπίτι, για να έλθει να ασκητέψει στο Κίεβο.
Λόγω του νεαρού της ηλικίας του δεν
τον δέχεται κανένας. Βρίσκει όμως πνευματικό
καταφύγιο κοντά στον Όσιο Αντώνιο. Ο Όσιος
Θεοδόσιος παραδόθηκε τώρα ολόψυχα στον
Θεό και στον θεοφόρο Γέροντά του Αντώνιο. Επιδόθηκε σε
μεγάλες ασκήσεις και βάσταζε με χαρά το
ζυγό της μοναχικής ζωής. Τις νύχτες
τις αφιέρωνε στη δοξολογία του Κυρίου, αρνούμενος την
ξεκούραση του ύπνου. Τις ημέρες, σκληραγωγούσε τον εαυτό
του με την εγκράτεια, τη νηστεία και τη
χειρωνακτική εργασία. Πάντοτε θυμόταν το ψαλμικό: «Ίδε την ταπείνωσίν μου
και τον κόπον μου και άφες
πάσας τας αμαρτίας μου».
Μάταια η μητέρα του τον αναζητούσε.
Όταν επιτέλους τον βρήκε μετά από
αρκετά χρόνια, τον παρακάλεσε να επιστρέψει σπίτι
και να μείνει εκεί μέχρι το θάνατό
της. Ο Όσιος την παρακάλεσε να γίνει μοναχή
και να μείνει κάπου εκεί κοντά. Η μητέρα
του τελικά πείσθηκε και έγινε μοναχή
στη μονή του Αγίου Νικολάου. Αφού έζησε
με μετάνοια τον υπόλοιπο χρόνο της
ζωής της, κοιμήθηκε με ειρήνη.
Οι ασκητικοί αγώνες του Οσίου Θεοδοσίου μέσα στο
σπήλαιο, πολύ γρήγορα τον ανέδειξαν τροπαιοφόρο νικητή κατά των πονηρών
πνευμάτων. Όταν μάλιστα η μητέρα του
ξεπέρασε τον πόνο της και έγινε μοναχή,
τότε επιδόθηκε σε μεγαλύτερες ασκήσεις,
φλεγόμενος από θείο έρωτα. Μέσα στο σπήλαιο μπορούσε
τότε να δει κανείς τρεις λαμπάδες
αναμμένες, που με την προσευχή και τη
νηστεία διέλυαν το σκότος των δαιμόνων:
τον Όσιο Αντώνιο, τον μακάριο Θεοδόσιο και
τον μεγάλο Νίκωνα.
Όταν αργότερα, το 1062, ο ηγεμόνας οργίσθηκε
κατά των σπηλαιωτών μοναχών, επειδή είχαν δεχθεί στη μονή, τον
βογιάρο Βαρλαάμ και τον ευνούχο Εφραίμ, ο
μακάριος Νίκων αναγκάσθηκε να φύγει
με μερικούς αδελφούς. Πήγε στο Τμουταρακάν, στην
ανατολική όχθη της Αζοφικής θάλασσας, όπου ίδρυσε
μοναστήρι και έμεινε μέχρι το 1068. Τότε ο
Όσιος Θεοδόσιος, με θέλημα Θεού και επιθυμία του Οσίου Αντωνίου,
χειροτονήθηκε ιερέας. Ως ιερέας τελούσε
καθημερινά τη Θεία Λειτουργία με πνεύμα
ταπεινοφροσύνης. Ξεχώριζες επάνω του τη φυσική πραότητα, την
αταραξία των λογισμών και την απλότητα της καρδίας. Ήταν
γεμάτος πνευματική σοφία και έτρεφε αγάπη
προς όλους αδιάκριτα τους αδελφούς, που μαζεύτηκαν γύρω από τον Όσιο Αντώνιο.
Μετά από αρκετό καιρό ο Όσιος
Αντώνιος ανέθεσε την ηγουμενία στον μακάριο
Βαρλαάμ και αναχώρησε σε ένα ήσυχο
λόφο. Εκεί άνοιξε ένα άλλο σπήλαιο και
συνέχισε την ασκητική του ζωή.
Ο ηγούμενος Βαρλαάμ και οι
αδελφοί, αφού πήραν την ευχή και ευλογία του
Οσίου, συνέχισαν να ζουν οσιακά και ενάρετα στο πρώτο σπήλαιο.
Επειδή όμως η αδελφότητα σιγά-σιγά αυξήθηκε
και ο χώρος του σπηλαίου δεν επαρκούσε για τις
λατρευτικές συνάξεις της, ο ευλαβέστατος Θεοδόσιος και ο μακάριος
Βαρλαάμ, με την ευλογία του Οσίου Αντωνίου, έκτισαν επάνω από το σπήλαιο
ένα ευρύχωρο ξύλινο εκκλησάκι, αφιερωμένο στην Κοίμηση
της Υπεραγίας Θεοτόκου, για να
συναθροίζονται σε αυτό οι αδελφοί και
να κάνουν τις Ακολουθίες.
Η στενότητα του χώρου μέσα στο σπήλαιο και οι κόποι της
ασκήσεως προξενούσαν στους πατέρες μεγάλες
θλίψεις και ταλαιπωρίες, που μόνο ο Θεός
τις γνωρίζει και που γλώσσα ανθρώπου
δεν μπορεί να τις εκφράσει. Συντηρούσαν τον εαυτό τους
μὲ νερό και λίγο ψωμί από σίκαλη. Φαγητό μαγειρεμένο
έτρωγαν μόνο το Σαββατοκύριακο και όχι πάντα,
γιατί ορισμένες φορές δεν υπήρχε, οπότε κατέφευγαν στα βρασμένα χόρτα. Ανάμεσα
στις άλλες εργασίες, έπλεκαν καθημερινά καλάθια, τα πουλούσαν και με τα
χρήματα που έπαιρναν, αγόραζαν σιτάρι. Τη νύχτα άλεθε ο
καθένας το μερίδιό του και έπειτα συγκέντρωναν το αλεύρι, για να φτιάξουν
ψωμί. Πριν ξημερώσει, συναθροίζονταν στην εκκλησία για τον Όρθρο. Κατόπιν
πήγαιναν στα εργόχειρά τους, που προορίζονταν για πούλημα. Άν είχαν περιθώριο
χρόνου, δούλευαν και στον κήπο. Έπειτα
τελούσαν στο ναό τις Ώρες και τη Θεία
Λειτουργία και στη συνέχεια, παίρνοντας λίγο ψωμί, συνέχιζαν τις
εργασίες τους, που διαρκούσαν ως την
ώρα του Εσπερινού και του Αποδείπνου. Έτσι μοχθούσαν
κάθε ημέρα, αφοσιωμένοι στην αγάπη του Θεού.
Ο Όσιος Θεοδόσιος, που ήταν τώρα
και ιερέας, κατέπλησσε όλους τους άλλους
αδελφούς με τη νηστεία, την ανδρεία, την εργατικότητα, την ταπεινοφροσύνη
και την υπακοή του. Ήταν πρόθυμος να τους
εξυπηρετεί όλους. Μετέφερε νερό ή ξύλα
από το δάσος. Ορισμένες φορές, ενώ οι
αδελφοί αναπαύονταν, μάζευε το σιτάρι ποὺυ
έπρεπε να αλέσουν εκείνοι και το άλεθε
ο ίδιος, εργαζόμενος και προσευχόμενος όλη τη
νύχτα.
Αλλά συνέβη κάποτε να προσκληθεί ο
μακάριος Βαρλαάμ, ο ηγούμενος της αδελφότητας,
από τον ηγεμόνα Ιζιασλάβο, για να αναλάβει την ηγουμενία της
μονής του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου,
που ο ίδιος είχε ιδρύσει.
Όταν, λοιπόν, ο μακάριος Βαρλαάμ έφυγε για το μοναστήρι του
Αγίου Δημητρίου, οι αδελφοί πήγαν και ζήτησαν ομόφωνα από τον Όσιο
Αντώνιο να τοποθετήσει ηγούμενο τον Όσιο Θεοδόσιο.
Ο Όσιος Αντώνιος συμφώνησε. Με την ευλογία του ο Όσιος Θεοδόσιος έγινε
ηγούμενος των είκοσι αδελφών. Ο αξιοθαύμαστος
Θεοδόσιος, άν και έγινε ηγούμενος, δεν
απέβαλε το ταπεινό φρόνημα, αλλά θυμόταν πάντα τα
λόγια του Κυρίου: «Ός άν θέλη εν υμίν είναι
πρώτος, έσται υμών δούλος». Ταπείνωνε τον εαυτό
του και γινόταν έσχατος και υπηρέτης όλων. Στο καθετί παρείχε τον
εαυτό του, τύπο καλών έργων. Στην εργασία
και στο ναό ήταν ο πρώτος που πήγαινε
και τελευταίος που έφευγε. Οι δεήσεις του
δικαίου Θεοδοσίου έφεραν πολλές ευλογίες
και η ζωή της αδελφότητας άνθιζε και
προόδευε. Σαν το σπόρο που έπεσε σε εύφορη γη και έφερε καρπό
εκατονταπλάσιο, έτσι μεγάλωσε σε μικρό χρονικό διάστημα η
αδελφότητα και έφθασε τους εκατό αδελφούς. Και όλοι
προόδευαν με την ενάρετη ζωή τους και την προσευχή.
Πιστός ο Άγιος Θεοδόσιος στις
παραδόσεις του Οσίου Αντωνίου ζει μία
σκληρή ασκητική ζωή και συνεχή μετάνοια,
προσευχή αλλά και χαρά. Η όψη
του ήταν πάντοτε φωτισμένη, ιλαρή και
αντανακλούσε την χαρά του Πάσχα. Από τις αρετές
του ξεχώριζαν δύο: η ταπείνωση και η αγάπη. Η
ευσπλαχνία του Οσίου στρεφόταν όχι μόνο
προς τους πάσχοντες αδελφούς, τους ασθενείς και τους φτωχούς,
αλλά και προς εκείνους που τον αδικούσαν ή
έβλαπταν το μοναστήρι. Ο Άγιος Θεός τον
προίκισε με το χάρισμα της διακρίσεως και
της θαυματουργίας.
Ο ευσεβής Στουδίτης μοναχός Μιχαήλ,
που προερχόταν από την Ελλάδα, βρισκόταν τότε κοντά στην
αδελφότητα. Είχε έλθει ἀπό την Κωνσταντινούπολη, συνοδεύοντας τον
νεοχειροτόνητο Μητροπολίτη Κιέβου Γεώργιο (1062). Πληροφόρησε,
λοιπόν, τον Όσιο Θεοδόσιο για τη
θεάρεστη ζωή των Στουδιτών μοναχών,
ζωή που αξιώθηκε και ο ίδιος να ζήσει. Οι πληροφορίες
αυτές άρεσαν πολύ στον Όσιο. Χωρίς καθυστέρηση, αποστέλλει κάποιον
αδελφό στην Κωνσταντινούπολη με την εντολή
να βρει τον μοναχό Εφραίμ, τον ευνούχο, που τότε
επέστρεφε από τους Αγίους Τόπους και
να του αναθέσει το σπουδαίο αυτό έργο:
να επισκεφθεί δηλαδή τη μονή του
Στουδίου, να γνωρίσει ο ίδιος με τον ακριβέστερο τρόπο
την τάξη και το Τυπικό της και να καταγράψει όλα με κάθε
λεπτομέρεια.
Πράγματι, ο μακάριος Εφραίμ, σύμφωνα με την εντολή του Οσίου,
παρακολούθησε την τάξη της μονής, κατέγραψε
με ακρίβεια το Τυπικό και επέστρεψε.
Μόλις πήρε στα χέρια του ο
Όσιος Θεοδόσιος το κείμενο, έδωσε εντολή να
διαβασθεί σε όλη την αδελφότητα. Από τότε η
Πετσέρσκαγια Λαύρα άρχισε να εφαρμόζει το
Στουδίτικο Τυπικό. Από εκεί το παρέλαβαν και τα άλλα μοναστήρια,
όπως ακριβώς το εφάρμοσε ο Όσιος. Έτσι, όλες
οι Ρωσικές μονές, που προηγουμένως δεν γνώριζαν
το καθαυτό μοναστηριακό τυπικό, τώρα έστρεφαν τα βλέμματα στη
Λαύρα του Οσίου Θεοδοσίου και τη θεωρούσαν
για το καθετί ως πρότυπό τους.
Ο Όσιος νουθέτησε πάντοτε τους μοναχούς λέγοντας: «Σας ικετεύω, αδελφοί. Άς
προοδεύσουμε στη νηστεία και στην προσευχή, άς
φροντίσουμε για τη σωτηρία των ψυχών μας, άς
επιστρέψουμε από τις κακίες μας και τους δρόμους του πονηρού.
Άς πλησιάζουμε τον Θεό με στεναγμούς, με δάκρυα, με τη
μετάνοια, τις αγρυπνίες και την υπακοή,
ώστε να αποσπάσουμε το έλεός Του. Και
άς μισήσουμε τον παρόντα κόσμο, έχοντας πάντοτε
στη σκέψη μας τα λόγια του Κυρίου. Έτσι
κι εμείς, αδελφοί, που απαρνηθήκαμε τον κόσμο, άς απαρνηθούμε και
τα πράγματα του κόσμου. Άς μισήσουμε το
ψέμα, που μας ελκύει σε πράγματα ελεεινά, και άς
μην στραφούμε στις πρώτες αμαρτίες μας. Πως
θα αποφύγουμε την αιώνια κόλαση, αν τελειώσουμε την ζωή
μας με οκνηρία και χωρίς μετάνοια; Η μετάνοια
είναι το κλειδί της βασιλείας των Ουρανών και
χωρίς αυτή κανείς δεν μπορεί να την
κερδίσει. Είναι ο δρόμος που οδηγεί στην
αιώνια πατρίδα. Άς τον ακολουθήσουμε με
φόβο Θεού και άς στερεώσουμε επάνω του
γερά τα βήματά μας. Στην οδό της μετάνοιας δεν
πλησιάζει ο πονηρός, και παρόλο που τώρα είναι τεθλιμμένη, αργότερα θα
μας γεμίσει χαρά. Προτού πλησιάσουν οι
έσχατες ημέρες, άς πάρουμε το δρόμο αυτό,
για να κερδίσουμε τα μέλλοντα αγαθά».
Ο
Όσιος, σε ηλικία μόλις σαράντα πέντε ετών,
προαισθάνθηκε το τέλος του. Κάλεσε τους συνασκητές του και
τους έδωσε τις τελευταίες του πατρικές συμβουλές για την σωτηρία της ψυχής
τους. Τους υπέδειξε να εκτελούν με προσοχή τα διακονήματά
τους, να επιμελούνται ιδιαίτερα το ναό και
να εισέρχονται σε αυτόν με πολλή
ευλάβεια και φόβο Θεού, να έχουν αγάπη μεταξύ τους και
υπακοή στους μεγαλύτερους, να επιδίδονται στην άσκηση και τη
νηστεία.
Ο Όσιος Θεοδόσιος κοιμήθηκε με ειρήνη το 1074 μ.Χ. Πολλοί Χριστιανοί, χωρίς κανείς να τους ειδοποιήσει, σαν να τους έσπρωχνε κάποια θεία δύναμη, μαζεύτηκαν έξω από την πύλη της μονής και περίμεναν κλαίγοντας την ώρα της ἐκφοράς. Οι αδελφοί, σύμφωνα με την παραγγελία του Οσίου, είχαν ασφαλισμένη την πόρτα. Όσο υπήρχε ο κόσμος αυτός, οι αδελφοί δεν μπορούσαν να ξεκινήσουν για τον ενταφιασμό. Ευτυχώς όμως, κατά θεία βούληση, ο ουρανός σκεπάσθηκε ξαφνικά με σύννεφα και μία δυνατή βροχή σκόρπισε τα πλήθη που περίμεναν. Έτσι οι αδελφοί μπόρεσαν να κάνουν την εκφορά. Έφεραν το τίμιο σκήνωμα του Οσίου Θεοδοσίου στο σπήλαιο που ασκήτευε και το ενταφίασαν εκεί με τιμές.
Ο Όσιος Θεοδόσιος κοιμήθηκε με ειρήνη το 1074 μ.Χ. Πολλοί Χριστιανοί, χωρίς κανείς να τους ειδοποιήσει, σαν να τους έσπρωχνε κάποια θεία δύναμη, μαζεύτηκαν έξω από την πύλη της μονής και περίμεναν κλαίγοντας την ώρα της ἐκφοράς. Οι αδελφοί, σύμφωνα με την παραγγελία του Οσίου, είχαν ασφαλισμένη την πόρτα. Όσο υπήρχε ο κόσμος αυτός, οι αδελφοί δεν μπορούσαν να ξεκινήσουν για τον ενταφιασμό. Ευτυχώς όμως, κατά θεία βούληση, ο ουρανός σκεπάσθηκε ξαφνικά με σύννεφα και μία δυνατή βροχή σκόρπισε τα πλήθη που περίμεναν. Έτσι οι αδελφοί μπόρεσαν να κάνουν την εκφορά. Έφεραν το τίμιο σκήνωμα του Οσίου Θεοδοσίου στο σπήλαιο που ασκήτευε και το ενταφίασαν εκεί με τιμές.
Saint Theodosius, professor of the Kiev Cave Lavra
Saint Theodosius was born in the city of Vasiliev in
the Kiev region in 1092 AD to wealthy parents. At the time of his baptism, the
priest who baptized him saw that this infant would later dedicate his life to
God, which is why he named him Theodosius.
It was not long before his parents were forced, by
order of the ruler, to move away to another city, Kurk, where Saint Seraphim of
Sarov was born. This was God's economy, so that little Theodosius could shine
there with his virtuous life. In this city he grew physically but also
spiritually increased in the wisdom and love of God. He studied the Divine Word
with diligence and quickly became the owner of the entire Bible. Everyone was
amazed at his wisdom, perception and speed of learning. Every day he visited
the temple of God and watched with all his attention the sacred Sequences. At
the age of thirteen, his death deprived him of his father. Since then, Blessed
Theodosius has become more ascetic. He went to the fields with the servants of
the house and did everything with deep humility. The feeling of poverty and
humiliation begins to be cultivated in his heart. So, at a young age, he takes
off his mansion clothes, dresses in the clothes of the villagers, whom he helps
with any kind of work. His behavior infuriates his mother, who rebukes him and
beats him.
Theodosius once went to an ironworks and ordered an
iron belt. When he was ready, he took her and put her on a stretcher, without
taking her off at all. He was tight, his body was very tight and he was in pain,
but he was patient with them as if nothing was happening.
Theodosios had to go to a festive meal, which would be
given in the mansion of the lord and would be attended by all the prominent
people of the city, in order to serve. So he was forced by his mother to put on
his good clothes. As he wore it, he could not be protected and the mother's
discreet eye noticed blood stains on the shirt. She approached to examine and
as soon as she found out that it was due to the tightening of the iron belt,
she lit up from her evil. He rushed at him angrily, started beating him, tore
his shirt and removed his belt angrily. But the blessed young man, as if
nothing had happened, put on his clothes and began peacefully to serve at the
meal.
One day he heard the Lord say in the Gospel, "My
father or mother, who is my friend, is worthy of me." "My mother and
my brothers, you are the ones who listen to God's word and who sing it."
He also heard other things: “Come to me, all you who work hard and work hard,
and let me rest. Take my yoke upon you, and learn from me that I am meek and
lowly in heart, and find rest for your souls. " With these words the heart
of the one enlightened by the Lord Theodosius was set on fire. And inflamed by
divine love, he thought every day that he could, secretly from his mother, wear
the holy solitary form.
So Osios leaves the house to come and practice in
Kiev. Due to his young age, no one accepts him. However, he finds spiritual
refuge near Saint Antonios. Saint Theodosius now surrendered wholeheartedly to
God and his godly Elder Antonios. He performed great exercises and happily
weighed the scales of solitary life. At night he dedicated them to the praise
of the Lord, denying the rest of sleep. During the days, he hardened himself
with restraint, fasting and manual labor. He always remembered the psalm:
"Behold my humiliation and my tribulation, and forsake all my sins."
His mother was looking for him in vain. When she
finally found him after several years, she begged him to return home and stay
there until her death. Osios begged her to become a nun and stay somewhere
nearby. His mother was finally convinced and became a nun at the monastery of
Agios Nikolaos. After living with remorse for the rest of her life, she slept
peacefully.
The ascetic struggles of Saint Theodosius in the cave,
very quickly made him a trophy-winning winner against evil spirits. In fact,
when his mother overcame her pain and became a nun, she indulged in greater
exercises, inflamed by divine love. Inside the cave one could then see three
lighted candles, which with prayer and fasting dissolved the darkness of the
demons: Saint Anthony, Blessed Theodosius and the great Nikon.
When, later in 1062, the ruler became angry with the
cave monks, because they had received the monk, the bourgeois Barlaam, and the
eunuch Ephraim, the blessed Nikon was forced to leave with some brothers. He
went to Tmutarak, on the east coast of the Azov Sea, where he founded a
monastery and remained until 1068. At that time, Saint Theodosius, by the will
of God and the desire of Saint Anthony, was ordained a priest. As a priest, he
performed the Divine Liturgy daily in a spirit of humility. You singled out the
physical meekness, the clutter of thoughts and the simplicity of the heart. He
was full of spiritual wisdom and had an unquenchable love for all the brothers
who gathered around Saint Anthony.
After some time, Saint Anthony entrusted the abbotship
to Blessed Barlaam and left for a quiet hill. There he opened another cave and
continued his ascetic life.
Abbot Barlaam and the brothers, after receiving the
blessing and blessing of the Saint, continued to live holy and virtuous in the
first cave. But because the fraternity slowly grew and the space of the cave
was not enough for her worship services, the most revered Theodosius and
Blessed Barlaam, with the blessing of Saint Anthony, built a spacious wooden
church on the cave dedicated to Komenos, dedicated to it. Most Holy Theotokos,
so that the brothers can gather in it and perform the Sequences.
The narrowness of the space inside the cave and the
hardships of the exercise caused the fathers great sorrows and sufferings,
which only God knows and which the language of man cannot express. They
preserved themselves with water and some rye bread. Cooked food was eaten only
on weekends and not always, because sometimes it did not exist, so they
resorted to boiled greens. Among other things, they made everyday baskets, sold
them and bought wheat with the money they received. At night everyone ground
their share and then they gathered the flour to make bread. Before dawn, they
gathered in the church for Orthros. Then they went to work, which was for sale.
If they had time, they also worked in the garden. Then they performed in the
temple the Hours and the Divine Liturgy and then, taking some bread, they
continued their work, which lasted until the time of the Vespers and the
Supper. So they toiled every day, devoted to the love of God.
Saint Theodosius, who was now also a priest, amazed
all the other brothers with his fasting, bravery, hard work, humility and
obedience. He was willing to serve them all. He carried water or wood from the
forest. Sometimes, while the brothers were resting, he would gather the wheat
they needed to grind and grind it himself, working and praying all night.
But it once happened that Blessed Barlaam, the abbot
of the fraternity, was invited by the ruler Iziaslav to take over the abbey of
the monastery of St. Demetrius the Great, which he had founded.
So, when Blessed Barlaam left for the monastery of St.
Demetrius, the brothers went and unanimously asked Saint Anthony to appoint
Saint Theodosius as abbot. Saint Anthony agreed. With his blessing, Saint
Theodosius became abbot of the twenty brothers. The admirable Theodosius,
although he became abbot, did not dismiss the humble mind, but always
remembered the words of the Lord: He humbled himself and became the last and
servant of all. In everything he provided himself, a type of good works. At
work and in the temple he was the first to go and the last to leave. The
prayers of the righteous Theodosius brought many blessings and the life of the
fraternity flourished and progressed. Like the seed that fell on fertile land
and bore fruit a hundredfold, so the fraternity grew in a short time and
reached one hundred brothers. And they all progressed with their virtuous life
and prayer.
Saint Theodosios, faithful to the traditions of Saint
Anthony, lives a hard ascetic life and constant repentance, prayer and joy. His
face was always bright, melancholy and reflected the joy of Easter. Two of his
virtues stood out: humility and love. The mercy of Osios was directed not only
at the suffering brothers, the sick and the poor, but also at those who wronged
him or harmed the monastery. The Holy God endowed him with the gift of
distinction and miracle.
The pious Studi monk Michael, who came from Greece,
was then close to the fraternity. He had come from Constantinople, accompanying
the newly ordained Metropolitan of Kiev George (1062). So he informed Saint Theodosius
about the glorious life of the Studite monks, a life that he himself claimed to
live. Osios liked this information very much. Without delay, he sent a brother
to Constantinople with the order to find the monk Ephraim, the eunuch, who was
then returning from the Holy Land, and to entrust him with this great task: to
visit the monastery of Stoudios, to meet him himself. more accurately class and
its Standard and record everything in every detail.
Indeed, Blessed Ephraim, according to the order of the
Saint, attended the class of the monastery, accurately recorded the Standard
and returned. As soon as Saint Theodosius took the text, he ordered it to be
read to the whole fraternity. Since then, Pecherskaya Lavra has been
implementing the Studio Standard. From there, the other monasteries received
it, just as Osios did. Thus, all the Russian monasteries, which previously did
not know the monastic standard itself, now turned their eyes to the Lavra of
Saint Theodosius and considered it as their standard.
Saint always reminded the monks, saying: “I beg you,
brethren. Let us progress in fasting and prayer, let us take care of the
salvation of our souls, let us return from our wickedness and the ways of the
wicked. Let us approach God with sighs, with tears, with repentance, vigilance,
and obedience, that we may obtain His mercy. And let us hate this world, always
keeping in mind the words of the Lord. So we, brethren, who have renounced the
world, let us also renounce the things of the world. Let us hate the lie that
attracts us to miserable things, and let us not turn to our first sins. How can
we avoid eternal hell if we end our lives with laziness and no remorse?
Repentance is the key to the kingdom of heaven, and without it no one can win
it. It is the road that leads to the eternal homeland. Let us follow him with
the fear of God and let us firmly set our footsteps on him. The wicked one does
not approach the path of repentance, and although she is now depressed, she
will later be filled with joy. Before the last days approach, let's take this
path to win future goods. "
Osios, at the age of only forty-five, sensed his end.
He called his comrades and gave them his last paternal advice for the salvation
of their souls. He instructed them to carry out their ministry carefully, to
take special care of the temple and to enter
him with much reverence and fear of God, to have love for one another
and obedience to the elders, to engage in exercise and fasting.
Saint Theodosius slept peacefully in 1074 AD. Many
Christians, without anyone notifying them, as if prompted by some divine power,
gathered outside the gate of the monastery and waited, weeping at the time of
the return. The brothers, according to Osios' order, had the door locked. As
long as this world existed, the brothers could not begin to bury it.
Fortunately, however, by divine will, the sky was suddenly covered with clouds
and a heavy rain scattered the crowds that were waiting. So the brothers were
able to make the ascent. They brought the holy relics of Saint Theodosius to
the cave he practiced and buried him there with honors.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου