Κυριακή 31 Μαΐου 2020

Ο Όσιος Διονύσιος ο Θαυματουργός του Γλουσέτσκ


Ο   Όσιος   Διονύσιος,   κατά    κόσμον    Δημήτριος,    γεννήθηκε,   πιθανόν το   1362,   στα   προάστια   της   πόλεως  Βολογκντά    της    Ρωσίας.   Από μικρή    ηλικία   αγαπούσε   το   μοναχικό    βίο.   Για    το   λόγο   αυτό  άφησε την πατρική οικία και εισήλθε, το 1386/87, στη μονή Σπασοκαμένσκϊυ.   Ηγούμενος   ήταν    ο    Διονύσιος    ο  Έλλην,  μετέπειτα   Επίσκοπος   Ροστώβ    († 1425). Ο   νεαρός   Δημήτριος   με δάκρυα   στα   μάτια   παρεκάλεσε   τον   ηγούμενο    να   τον   κάνει μοναχό. Ο ηγούμενος Διονύσιος, βλέποντας τον ένθεο ζήλο του, προχώρησε   στη    μοναχική    κουρά   και   του    έδωσε   το   όνομα Διονύσιος,   ενώ   τον   εμπιστεύθηκε   στην   πνευματική    καθοδήγηση κάποιου   εκ   των   αδελφών    της   μονής.   Εκεί    έζησε    για   εννέα χρόνια   με   υπακοή,   νηστεία   και    αδιάλειπτη   προσευχή,   χωρίς    να μειώσει    ποτέ   την   άσκηση   μέχρι    το    τέλος    της    ζωής   του.
Η  ταπεινοφροσύνη,  η    άσκηση   στην    αγάπη   και   η   εργατικότητά του    έκαναν    τον   Όσιο    Διονύσιο    πολύ  αγαπητό   μεταξύ   των μοναχών,    που    τον    θεωρούσαν   άνθρωπο   με   μεγάλο    πνευματικό βάρος.
Από    τη    μονή    έφυγε,  μαζί  με  το μοναχό    Παχώμιο,   μετά   από  ευλογία   του    ηγουμένου,   με  προορισμό  την   ξεχασμένη   κοινοβιακή  μονή   του   Αγίου   Λουκά    αναζητώντας    την    ησυχία.   Ο     άγιος    βίος  και    η   πνευματική   σοφία   του   Οσίου   Διονυσίου    προσείλκυσαν πολύ   κόσμο.  Ο   Όσιος   συμπεριφερόταν   προς   όλους   ως   πραγματικός   πατέρας.   Κατείχε,   επίσης,   το   χάρισμα  του αγιογράφου,   ενώ   παράλληλα    εργαζόταν ως μαραγκός και  σιδηρουργός  για  τις   ανάγκες   της   μονής.   Δεν    περνούσε   λεπτό χωρίς   ασχολία   και   έτρωγε   μόνο    ελάχιστη   τροφή,    όταν εξαντλούσε  όλες  του  τις δυνάμεις.  Το 1396, ο  Όσιος Διονύσιος χειροτονήθηκε   διάκονος   και    πρεσβύτερος   από   τον    Αρχιεπίσκοπο  του    Ροστώβ    Γρηγόριο   (†   1416).
Όμως    ο    μοναχός    Παχώμιος   δεν   άντεξε   τη   σκληρή    άσκηση    και  γι’ αυτό   αναγκάσθηκε    και   ο    Όσιος   Διονύσιος   να    εγκαταλείψει   το   μέρος   εκείνο   μαζί του. Επήγε ανατολικά, στη   λίμνη   Κουμπενσκόε,   15   χιλιόμετρα    από   την   όχθη    του  ποταμού Γκλουσίκα.   Εγκαταστάθηκε  σε  ένα   απομακρυσμένο   μέρος   το    οποίο περιέβαλαν   δένδρα.   Στον   τόπο   αυτό   ύψωσε   το   σταυρό   που μετέφερε   από   τον  Άγιο   Λουκά  και   αφού    κατασκεύασε   ένα  κελί, ξεκίνησε   απομονωμένος   τη    σκληρή  ζωή  του   ερημίτου.  Με   τον ερχομό  ενός  στάρετς  και  μερικών  άλλων  αδελφών,  οι  οποίοι  επιθυμούσαν   να   μείνουν   μαζί   του,   περί    το   1400,    δημιούργησε αία μικρή μοναχική αδελφότητα.  Καλλιεργήθηκε  έτσι   η  σκέψη   να  κτιστεί  ένα μοναστήρι.   Με   τη   βοήθεια   του   πρίγκιπος   της  περιοχής, ο   οποίος   ήταν    ο    πατέρας   του   πρίγκιπος    Ιωάσαφ,    που   έγινε    και   αυτός   μοναχός,  εστάλησαν   εργάτες    και     ξεκίνησε  η  οικοδόμηση  του  μοναστηριού. Το  1402,  ο     Όσιος  Διονύσιος    πήγε   στο Ροστώβ   προκειμένου   να   πάρει    την   άδεια   του    Επισκόπου Γρηγορίου    για   την  ανέγερση της   νέας   μονής.   Ο   Επίσκοπος συμβούλευσε  τον   Όσιο   να   ιδρύσει   κοινόβια   μονή,  για    να   μην έχουν   προσωπική   περιουσία   οι  μοναχοί και να ζουν με κοινοκτημοσύνη   κατά   το   πρότυπο   των  Αποστόλων.   Το   1403, τελείωσε   ο    ξύλινος ναός του  μοναστηριού,  ο οποίος  ήταν  αφιερωμένος    στη    Κυρία    Θεοτόκο.
Την    εποχή   εκείνη  οι  πατέρες της μονής  ήταν   περί   τους   15    και μόναζαν   σύμφωνα   με   τους  αυστηρούς   κοινοβιακούς   κανόνες   του Αγίου    Όρους.   Καθώς    αυξανόταν    σταδιακά   ο    αριθμός   των αδελφών   της   μονής,   το   1412,    κτίσθηκε   μία    καινούργια    εκκλησία,  και    αυτή   αφιερωμένη   στην   Παναγία.
Η    αγάπη   για   την   ερημική    ζωή   ήταν   ριζωμένη   στην   καρδιά   του Οσίου Διονυσίου και  τον προκαλούσε να εγκατασταθεί σε ένα απομακρυσμένο  και κρυφό τόπο. Έτσι απεφάσισε να μεταβεί  4 χιλιόμετρα    μακριά  από   τη   μονή   στις   όχθες   του   ποταμού Γλουσίκα,   περιοχή  που  αργότερα    ονομάστηκε  Σονσοβέτς. Εκεί  διέμενε σε άγνοια των μοναχών, προσευχόμενος και νηστεύοντας αυστηρά. Μετά από μεγάλες πιέσεις των άλλων μοναχών ο  Όσιος Διονύσιος   επέστρεψε   στο   μοναστήρι,  αλλά  αποφάσισε  να  κτίσει μικρά  ασκηταριά   στην   περιοχή   του    Σονσοβέτς   για    τους    μοναχούς   εκείνους   που    επιθυμούσαν    να    αποσυρθούν    στην έρημο.   Το    1419,    πήγε   εκ   νέου   στο    Ροστώβ   προκειμένου    να πάρει   την   ευλογία  του   Επισκόπου  για  το  νέο   μοναστήρι.  Ο  Επίσκοπος,   αφού   του    έδωσε  την  ευλογία  του,   του   προσέφερε   μία εικόνα   της   Παναγίας   της   Βρεφοκρατούσας    και   διάφορα  άλλα  σκεύη   για   το    ναό.   Έτσι   στο    Σονσοβέτς    κτίστηκε,   το   1420,    μία εκκλησία   αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Για την ανέγερση    του μοναστηριού, ο Όσιος  Διονύσιος κατάφερε  να  εξασφαλίσει   την   οικονομική    βοήθεια    του   πρίγκιπος    Γεωργίου,   του    οποίου    διασώζονται   τρεις   επιστολές   περι   των   δωρεών   του. Περί   το   1422, ο  Όσιος  Διονύσιος   εγκατέλειψε  το   μοναστήρι   του Γλουσίκα   και  την ηγουμενία, για   να   ζήσει   ακόμη   πιο   ασκητικά   με μερικούς   μοναχούς    στο    Σονσοβέτς.
Η αγάπη  προς  τους   πτωχούς  και η ελεημοσύνη  ήταν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό  της  πνευματικότητος  του  Οσίου Διονυσίου. Σε περιόδους πείνας πολλοί  ήσαν   εκείνοι  που   κατέφευγαν   στο μοναστήρι, για  να πάρουν λίγο ψωμί  και  ό,τι  άλλο   μπορούσε  να  τους διαθέσει. Διέθετε ακόμη  και  το  ιδικό του φαγητό  στους  ενδεείς. Οι  αδελφοί  της   μονής   κάποιες φορές  δεν  κατανοούσαν  αυτή  τη γενναιοδωρία του  Οσίου Διονυσίου, η  οποία κάποιες φορές  απειλούσε  να  εξαντλήσει  ακόμη   και  τις  λιγοστές   προμήθειες   της  μονής.
Στη βιογραφία του Οσίου Διονυσίου καταγράφεται το παρακάτω περιστατικό:   «Ένας   νέος    μεταμφιέσθηκε    σε  ζητιάνο   με   την καθοδήγηση  των   μοναχών.   Αυτός    πήγε   στην   πόρτα   του   μοναστηριού   και     ζήτησε   βοήθεια   από   τον   Όσιο   Διονύσιο.   Εκείνος του   έδωσε   χρήματα,   αλλά   το    ίδιο   βράδυ   οι    μοναχοί   απεκάλυψαν  στον   Όσιο  τι  είχαν   κάνει   δίδοντάς   του  πίσω   τα    χρήματα    που    είχε   δώσει    στο    νέο.    Ο    Όσιος,   χωρίς   να    θυμώσει,  τους  είπε   ότι εφ’ όσον είναι εντολή    του Κυρίου να κάνουμε το καλό  θα   πρέπει   να σταματήσουν   να του υποδεικνύουν να πάψει να είναι ελεήμων. Κατηχώντας   τους   άλλους  μοναχούς,  έλεγε:  «Παιδιά   μου,  μη    φοβάσθε τους   κόπους   που   έχει   η    έρημος   και   μην   αφήνετε   την   άσκηση. Μέσα   από   πολλές   δοκιμασίες   θα   φθάσουμε   στη   Βασιλεία   των Ουρανών.  Ελευθερωθείτε   με   τη    νηστεία    από    κάθε  χοϊκό  και φθαρτό  πράγμα.   Η   προσευχή  μας  πρέπει   να   πηγάζει   από   την  καθαρή  καρδιά  μας   και   θα   πρέπει   να   είμαστε   ταπεινοί.   Σχετικά   με την ελεημοσύνη  σας  υπενθυμίζω  τα  λόγια  του  Κυρίου:   «Μακάριοι   οι ελεήμονες».   Άς   είμαστε   ελεήμονες   απέναντι   σε   όλους   και   ο   Κύριος   θα   δείξει  έλεος   και   σε   εμάς,   διότι   αγαπά   τον   Θεό   μόνον  όποιος    αγαπά    τον    αδελφό   του».
Επτά    χρόνια   πριν   την   κοίμησή   του   ο   Όσιος   έσκαψε   τον   τάφο του και   κάθε ημέρα τον επισκεπτόταν. Με  αυτό  τον τρόπο καλλιεργούσε   στην    καρδιά   του   τη    μνήμη   του   θανάτου.           
Ο    Όσιος   Διονύσιος    κοιμήθηκε με ειρήνη, το 1437, σε  ηλικία  εβδομήντα   πέντε   ετών.

Saint Dionysius the Wonderworker of Gluszcz


Saint Dionysius, probably Demetrius, was born, probably in 1362, on the outskirts of the Russian city of Vologda. From an early age he loved solitary life. For this reason he left his father's house and entered, in 1386/87, Spasokamensky Monastery. Abbot was Dionysius the Greek, later Bishop of Rostov († 1425). The young Demetrius with tears in his eyes begged the abbot to make him a monk. The abbot Dionysius, seeing his zeal for God, proceeded to the lonely shepherd and gave him the name Dionysius, while trusting him in the spiritual guidance of one of the brothers of the monastery. There he lived for nine years with obedience, fasting and unceasing prayer, never reducing exercise until the end of his life.
His humility, his exercise in love, and his hard work made St. Dionysus very beloved among the monks, who regarded him as a man of great spiritual weight.
He left the monastery, along with the monk Pachomio, after the blessing of the abbot, to the forgotten St. Luke's monastery, in search of peace. The holy life and the spiritual wisdom of Hose Dionysius attracted many people. Hosios treated everyone like a real father. He also had the gift of a hagiographer while working as a carpenter and blacksmith for the convent's needs. He did not spend a minute without work and only ate a little food when he was exhausted. In 1396, Saint Dionysius was ordained deacon and elder by the Archbishop of Rostov Gregory († 1416).
However, the monk Pachomius could not endure the hard work, and this prompted Saint Dionysius to leave that place with him. It was east of Lake Kubenskoe, 15 kilometers from the bank of the Glusica River. It was installed in a remote area surrounded by trees. At this place he erected the cross carried by Saint Luke and, after constructing a cell, began the isolated life of the hermit. With the arrival of a starter and some other brothers who wished to stay with him around 1400, he created a small lonely brotherhood. The idea of ​​building a monastery was thus cultivated. With the help of the prince of the area, who was the father of Prince Ioasaf, who also became a monk, workers were dispatched and construction of the monastery began. In 1402, Saint Dionysius went to Rostov to obtain the permission of Bishop Gregory to build the new monastery. The Bishop counseled Saint to establish monasteries of the monastery, so that the monks would not have personal property and to live in communion according to the model of the Apostles. In 1403, the wooden temple of the monastery dedicated to Lady Theotokos was completed.
At that time the monastery's fathers were about 15 and were monastic in accordance with the strict communal rules of Mount Athos. As the number of the monastery's brothers gradually increased, in 1412 a new church was built, dedicated to the Virgin Mary.
His love for wilderness was rooted in the heart of St Dionysius and caused him to settle in a remote and secret place. So he decided to go 4km away from the monastery on the banks of the river Glusica, an area later called Sonsovets. There he lived in ignorance of the monks, praying and fasting strictly. After heavy pressure from the other monks, Saint Dionysius returned to the monastery, but decided to build small monasteries in the Sonsovets area for those monks who wished to retire to the desert. In 1419, he went to Rostov again to receive the Bishop's blessing for the new monastery. The Bishop, after giving him his blessing, offered him a picture of the Virgin Mary and various other utensils for the temple. Thus, in 1420, a church dedicated to St. John the Baptist was built in Sonsovets. In order to build the monastery, Saint Dionysius managed to secure the financial assistance of Prince George, who survived three letters of donation. About 1422, Saint Dionysius abandoned the monastery of Gloucica and the abbey in order to live even more ascetic with some monks in Sonsovets.
The love for the poor and alms was a special feature of the spirituality of Saint Dionysius. In times of famine there were many who fled to the monastery to get some bread and whatever else they could. He even had his own special meal for the poor. The brothers of the monastery sometimes did not understand this generosity of Saint Dionysius, who sometimes threatened to exhaust even the scarce supplies of the monastery.
The biography of Saint Dionysius records the following incident: “A young man was disguised as a beggar under the guidance of the monks. He went to the door of the monastery and asked for help from Saint Dionysius. He gave him money, but the same night the monks revealed to Osios what they had done giving back the money he had given to the young man. The Saint, without being angry, told them that as long as it is the Lord's command to do good they should stop suggesting him to stop being merciful. He cursed the other monks, saying: "My children, do not be afraid of the hardships of the wilderness, and do not forsake exercise. Through many trials we will reach the Kingdom of Heaven. Free yourself from fasting by all foul and perishable things. Our prayer must come from our pure heart and we should be humble. Concerning your alms, I remind you of the Lord's words: "Blessed are the alms." Let us be merciful to all, and the Lord will show mercy also to us, for he loves God only who loves his brother. "
Seven years before his death, Hosios dug his grave and visited him every day. In this way he cultivated in his heart the memory of death.
Saint Dionysius slept peacefully in 1437 at the age of seventy-five.

ομιλία Κυριακής των Αγίων Πατέρων της Α΄Οικουμενικής Συνόδου


Σάββατο 30 Μαΐου 2020

Ο Άγιος Ερμείας ο Μάρτυρας


Ο    Άγιος   Μάρτυς   Ερμείας  καταγόταν από  τα  Κόμανα   της Καππαδοκίας   και    άθλησε  κατά  τους   χρόνους   του    αυτοκράτορος Μάρκου   Αυρηλίου   του   Αντωνίνου   (138 – 161 μ.Χ.).   Υπηρετώντας    ως στρατιώτης    στις   Ρωμαϊκές   λεγεώνες,   κατά   το   διωγμό   που κινήθηκε τότε εναντίον των Χριστιανών, διεβλήθη και  αυτός ως Χριστιανός, συνελήφθη δε και οδηγήθηκε ενώπιον του  δούκα Σεβαστιανού,  εξαναγκαζόμενος  να  θυσιάσει   στα   είδωλα.   Ο    Ερμείας  αρνήθηκε   να   υπακούσει   και    εξ   αιτίας    αυτού    του    συνέτριψαν  τις   σιαγόνες,   του    έγδαραν   το   δέρμα   του   προσώπου,   του   έσπασαν   τους    οδόντες   και   τον   έριξαν   σε   αναμμένο   καμίνι.
Αφού    εξήλθε   αβλαβής    από  τα   μαρτύρια   αυτά,  ποτίστηκε με ισχυρότατο   δηλητήριο.   Αλλά  και   από   τη    δοκιμασία   αυτή    εξήλθε αβλαβής,   και   έγινε  πρόξενος  μεταστροφής  προς  τον   Χριστό   του  μάγου   που  του  χορήγησε  αυτό.  Γι’ αυτό  τον λόγο  ο  μάγος  αποκεφαλίσθηκε,  όπως    και   πολλοί   άλλοι   ειδωλολάτρες. Υποβλήθηκε  σε  σειρά  νέων  βασανιστηρίων,  τέθηκε   εντός   ζέοντος  ελαίου   και  τυφλώθηκε,   στη    συνέχεια  δε  επί   τρείς   ημέρες,   αφού κρεμάσθηκε   σε   δένδρο,   τελειώθηκε   δια   αποκεφαλισμού.   Αξιώθηκε έτσι   του   μαρτυρικού    στεφάνου.


Απολυτίκιο. Ήχος   δ’.  Ταχύ   προκατάλαβε.         
Χριστώ   στρατευσάμενος,   τω   Βασιλεί    του    παντός, γενναίως διέκοψας, τας παρατάξεις εχθρών, Ερμεία πανένδοξε· συ γαρ εγκαρτερήσας,   πολυτρόποις   αικίαις,   ήθλησας   εν   τω   γήρα,   ως   του Λόγου     οπλίτης·   ώ    πρέσβευε   Αθλοφόρε,   σώζεσθαι    άπαντας.


Κοντάκιον.   Ήχος    γ’.   Η    Παρθένος   σήμερον.
Του   Χριστού    το    όνομα,   ομολογήσας  ευτόνως,  και    σφοδρών κολάσεων, υπενεγκών τας οδύνας, ήσχυνας, των παρανόμων τας επινοίας·  έδειξας,   της   ευσεβείας    πάσι    το   κράτος·   δια   τούτο   σε  Ερμεία,   ο    Αθλοθέτης    Λόγος   εδόξασε.


Μεγαλυνάριον.
Όπλοις    αληθείας   περιφραχθείς,   καθείλες   του   ψεύδους,    Αθλοφόρε  τον ευρετήν, εν γήρα    νεάζον,   ψυχής   φρόνημα   φέρων,   και    ήθλησας νομίμως,   Ερμεία   ένδοξε.

Saint Hermas the Witness

Saint Martyr of Hermes came from the Coman of Cappadocia and trained during the reign of Emperor Marcus Aurelius of Antoninus (138 - 161 AD). Serving as a soldier in the Roman legions, during the persecution that was then directed against the Christians, he was also implicated as a Christian and was arrested and brought before Duke Sebastian, forced to sacrifice to idols. Hermes refused to obey and because of this he was crushed by jaws, his face was cut, his teeth smashed and thrown into a burning fireplace.
After leaving the martyrs unharmed, he was watered with a powerful poison. But he also came out of this ordeal harmless, and became a consul to the Christ of the magician who granted it. That is why the magician was beheaded, like so many other pagans. He was subjected to a series of new tortures, put into boiling oil and then blinded for three days, after being hanged on a tree, ending with beheading. It was so claimed by the eyewitness.


Introit. Sound d. Fast forward.
Christ, militant, King of all, brutally interrupted, enemy lines, Hermes vanished;


It's close. Sound c. Virgo today.
Christ's name, aptly confessed, and infernal infernals, suppressing suffering, quiet, illicit conceit; I mean, piety across the state; thus in Hermes, the Athlete spoke.


Magnificent.
Weapons of the true fenced-in, deceitful lie, Athlete the finder, an old-fashioned young man, a bearer of soul, and a lawful athlete, Hermes glorified.