Δευτέρα 15 Μαΐου 2023

Ο Όσιος Παχώμιος ο Μέγας

 


Ο  Όσιος   Παχώμιος   γεννήθηκε   το   292   μ.Χ.   στην   Κάτω   Θηβαΐδα της   Αιγύπτου    από   γονείς   ειδωλολάτρες    και   έζησε   κατά   τους χρόνους   του   αυτοκράτορος   Κωνσταντίνου   του   Μεγάλου   (306 – 337 μ.Χ.). Στο   στρατό,   στον   οποίο    κατετάγη,    γνωρίσθηκε με Χριστιανούς    στρατιώτες και    διδάχθηκε  από  αυτούς  τα  της Χριστιανικής   πίστεως. Όταν  δε  απολύθηκε από  τις  τάξεις  του  στρατού,  εγκατέλειψε  τον  κόσμο  και    αφού    μετέβη στην Άνω   Θηβαΐδα,   βαπτίσθηκε   και   εκάρη    μοναχός.

Επιθυμώντας  μεγαλύτερη  ησυχία, για  να  αφοσιωθεί  στην  ερημική  ζωή   και την άσκηση, κατέφυγε στην έρημο και ετέθη υπό την πνευματική καθοδήγηση του περίφημου  ησυχαστού   Παλάμονος   († 12 Αυγούστου),  του   οποίου    έγινε    τέλειος   μιμητής.

Μετά  την   κοίμηση    του   πνευματικού   του   πατέρα,   περί    το   320 μ.Χ.,   κατέφυγε  σε   έρημο   νησίδα   του    Νείλου,  στη  νήσο  Ταβέννη  της  Άνω   Θηβαΐδος,    όπου   βοηθούμενος    και    από    τον    ασπασθέντα  το  μοναχικό  σχήμα  αδελφό  του Ιωάννη,  ίδρυσε  μικρή  μονή.

Η  φήμη της αγιότητας και  της  συνέσεώς  του,  είλκυσε   πολλούς  μοναχούς,    εξαιτίας  δε  τούτου  ολοένα και  μεγάλωνε  τη  μονή  του,  ώστε  σε   διάστημα    ολίγων  ετών   αυτή   να    αριθμεί   περισσότερους  από  14.000  μοναχούς.  Έτσι  ο   Όσιος  Παχώμιος  έγινε  ένας  από   τους μεγάλους    οικιστές   και    ασκητές   της  ερήμου.

Ο  Όσιος  Παχώμιος  θεωρείται  θεμελιωτής  της κοινοβιακής  οργανώσεως  των   ασκητών.    Όπως   φαίνεται   από  τη  Λαυσαϊκή  Ιστορία,   βιβλίο   που  έγραψε   ο   Παλλάδιος    περί   το   420   μ.Χ.,   οι μοναχοί  του   Παχωμίου,   που   ονομάζονταν   Ταβεννησιώτες,   ζούσαν ανά   τρεις   σε   μικρά   οικήματα.   Ο   Όσιος   Παχώμιος    επέβαλε   στους μοναχούς  κοινή  προσευχή  κάθε  πρωί  και βράδυ (συνολικά  βέβαια    οι μοναχοί  προσεύχονταν,   σύμφωνα   με   τον   Κανόνα,  δώδεκα  φορές την   ημέρα   και    δώδεκα   τη   νύχτα),   κοινή  εργασία,   κοινά   έσοδα,  κοινές   δαπάνες,    κοινά   γεύματα  και  ομοιόμορφη  ενδυμασία. Τα  γεύματά   τους    αποτελούνταν  από  φυτικές  τροφές και  τυρί.  Κατ’  αυτά   οι   μοναχοί δεν μιλούσαν μεταξύ τους και, γι’ αυτό, συνεννοούνταν   με   νεύματα.   Κάλυπταν   δε   τα   πρόσωπά   τους   κατά τέτοιο   τρόπο,   ώστε   να   μπορούν   να   βλέπουν  μόνο   την    τράπεζα. Η     ομοιόμορφη   στολή   τους   αποτελείτο   από   τα   εξής   ενδύματα: λινό   χιτώνα   («λεβιτωνάριο»),   που   έφθανε   λίγο   κάτω   από  τα γόνατα   και   ζωνόταν  με  ζώνη,  λευκό  μαλλοφόρο   ένδυμα    αιγός   ή προβάτου   («μηλωτή»),  επίσης  ζωσμένο,  που  έφθανε  ως  τα  γόνατα  και  είχε  τη    μαλλοφόρο  όψη  προς τα  έξω,  κωνοειδές    κουκούλιο,   που στό   πίσω   μέρος   έφθανε   ως   τους   ώμους,   και   μικρό   λινό   ωμοφόριο   («μαφόριον»  ή  «μαφόριον»),  που   κάλυπτε  συνήθως  τον  αυχένα    και    τους   ώμους.   Υποδήματα    σπανίως    χρησιμοποιούσαν.

Οι   Ταβεννησιώτες    μοναχοί    κοιμούνταν    καθήμενοι  και  κοινωνούσαν  των   Αχράντων   Μυστηρίων   κάθε   Σάββατο    και   Κυριακή.  Διαιρούνταν   σε  είκοσι τέσσερα   τάγματα,   καθένα   από   τα  οποία    χαρακτηρίζονταν  με  ένα γράμμα της   αλφαβήτου,   ανάλογα   με  την  κατάσταση  και  τον τρόπο  συμπεριφοράς εκείνων  που  το  αποτελούσαν.

Πνεύμα οργανωτικό και απαράμιλλος στην καθοδήγηση και   διακυβέρνηση προσώπων και πραγμάτων, κατόρθωσε να διατηρήσει μεταξύ   του    πλήθους   της  περί   αυτόν   αδελφότητας   πειθαρχία    και αγάπη,   φροντίζοντας   ως   φιλόστοργος    πατέρας    για   τις  πνευματικές  και  υλικές  τους  ανάγκες,  δια  δε των   σοφών   συμβουλών του   και   του   παραδείγματός   του   να   τους   ενθαρρύνει   στον   αγώνα  προς     την   αγιότητα.   Λόγω  της θεοσεβείας και  της  θεοφιλούς δράσεώς  του  ο   Όσιος  Παχώμιος    προικίσθηκε    από    τον    Θεό    δια  της   χάριτος    της   θαυματουργίας    και   επιτέλεσε πλείστα  όσα θαύματα. 
Το   348   μ.Χ.   περιποιούμενος    ο   ίδιος    τους    μοναχούς   που ασθένησαν από πανώλη, αρρώστησε και ο ίδιος και μετά από λίγο πέθανε. Τον Όσιο Παχώμιο   διαδέχθηκε  στην   ηγουμενία  της   μονής   ο Όσιος   Θεοδόσιος   ο    Ηγιασμένος   († 16    Μαΐου).



Απολυτίκιον.   Ήχος    πλ. α’.   Τον   συνάναρχον  Λόγον.         
Αγελάρχης  εδείχθης   του   Αρχιποίμενος,   Μοναστών    τας   αγέλας Πάτερ  Παχώμιε, προς την μάνδραν οδηγών την επουράνιον, και το πρέπον   ασκηταίς,   εκείθεν   σχήμα   μυηθείς,   και   τούτο    πάλιν   μυήσας· νυν δε συν τούτοις  αγάλλη,  και  συγχορεύεις  εν  ουρανίαις  σκηναίς.



Κοντάκιον  Ήχος    β’. Την  εν    πρεσβείαις.
Την  των  Αγγέλων  εν  σώματι  πολιτείαν,  επιδειξάμενος   Παχώμιε θεοφόρε,   τούτων   και   της   ευκλείας   ηξίωσαι,   τω   του Δεσπότου  θρόνω,   συν    αυτοίς   παριστάμενος,    και    πάσι   πρεσβεύων   θείαν   άφεσιν.



Μεγαλυνάριον.
Πάχος  απορρίψας  το  γεηρόν,    προς  γνόφον   εισέδυς,  των   αΰλων  θεωριών·  όθεν   εκομίσω,   τας   θεογράφους    πλάκας, Παχώμιε  παμμάκαρ,    ζωής   της   κρείττονος.

 

Saint Pachomios the Great

 

 

Saint Pachomius was born in 292 AD in Lower Thebes of Egypt by pagan parents and lived during the time of Emperor Constantine the Great (306 - 337 AD). In the army he enlisted, he became acquainted with Christian soldiers and taught them the Christian faith. When he was not fired from the ranks of the army, he left the world and, after going to Upper Thiva, was baptized and congratulated on a monk.

Desiring greater peace to devote himself to wilderness and exercise, he fled into the wilderness and came under the spiritual guidance of the famous silkworm Palamon (August 12), who became a perfect mimic.

After the death of his spiritual father, around 320 AD, he fled to a desert island in the Nile, on the island of Tavern in Upper Thivaidus, where he, with the help of his loyal brother John, founded a small monastery.

The reputation of his holiness and consecration attracted many monks, and as a result he was growing his monastery to number more than 14,000 monks in just a few years. Thus Saint Pachomius became one of the great settlers and ascetics of the desert.

Saint Pachomius is considered to be the founder of the ascetic community of ascetics. As shown by Lassaic History, a book written by Palladius in 420 AD, the monks of Pachomius, called Tavernissians, lived in small houses every three. Saint Pachomios imposed on the monks a common prayer each morning and evening (in total the monks prayed, according to the Canon, twelve times a day and twelve at night), communal work, common revenue, common expenses, common meals and uniform. Their meals consisted of vegetable foods and cheese. During this time the monks did not speak to each other and, therefore, communicated with nods. And they covered their faces in such a way that they could see only the bank. Their uniform was made of the following clothes: a linen jacket ("leviton"), which reached just below the knees and was bandaged, a white woolen goat or sheep's clothing (also "belted"), also belted, reaching to the knees. and had a woolly outward, conical cocoon, which extended to the shoulders at the back, and a small linen ovum ("maphorion" or "maphorion"), usually covering the neck and shoulders. Shoes were rarely used.

The Taverness monks slept and communed with the Evil Mysteries every Saturday and Sunday. They were divided into twenty-four battalions, each with a letter of the alphabet, depending on the situation and the manner of conduct of those who composed it.

Organic and unmatched in the guidance and guidance of persons and things, he has managed to maintain discipline and love among his fraternity crowd, caring as a philanthropic father for their spiritual and material needs, and through his wise counsel encourages the struggle for holiness. Because of his piety and theophilic activity, Saint Pachomius was endowed by God through the miracle of grace and performed many miracles.

In 348 AD nursing himself the monks who were afflicted with the plague, he fell ill and died shortly afterwards. Saint Theodosius the Sacred was succeeded in the abbey of the monastery (Πα May 16).

 

 

Absolutely. Sound a'. Co-captain Logon.

The Archangel showed the Archbishop, Monks of the Cow Pat Pachomier, to the pen of the guides to heaven, and the proper ascetic, from there form of initiates, and this again initiated;

 

 

Nearby Sound b '. The embassies.

The Angels were baptized in the body, demonstrating Pachomie the Theophore, of these and of the euphoric being glorified by the Despot, along with those present, and all five ambassadors.

 

 

Magnificent.

Thickness I reject the grandiose invasion of intangible theories; I miss the plaque theographers, Pachomie Pamakar, the life of Cretaceous.

Ο άγιος Αχίλλιος επίσκοπος Λαρίσης

 


Ο    Άγιος    Δημήτριος   (Ιβάνοβιτς)   γεννήθηκε    στη    Μόσχα    το    1581.  Ήταν    υιός   του   τσάρου    Ιβάν    Δ’   του   Τρομερού   από   τον    έβδομο γάμο    του,   αποδόθηκε   σε   αυτόν    ο    τίτλος    του  «τσάρεβιτς»,  δηλαδή    του    διαδόχου  του   θρόνου,   καθ’   όσον   υπήρχε   φόβος   μην πεθάνει   άτεκνος   ο  πρεσβύτερος   αδελφός    αυτού,    Θεόδωρος.   Αυτός,  αφού  ανήλθε στον θρόνο, άφησε  όλη την εξουσία στο γυναικαδελφό του Βορίς   Γκουτουνώφ,   ο   οποίος,   φιλοδοξώντας    την κατάληψη    του    θρόνου,  αποφάσισε  να  απαλλαγεί   από  τον Δημήτριο.   Περιόρισε,   λοιπόν,   το   νεαρό    τσάρο    στο  Ούγκλιχ    μαζί με   την   μητέρα    του   Μαρία   Θεοδώροβνα.

Ο    νεαρός   Δημήτριος    είχε   εμπνεύσει   στους   Ρώσους   μεγάλες ελπίδες,   οι   οποίες    χάθηκαν   από  τον  αιφνίδιο   θάνατό   του.   Ο  θάνατός   του,  το  1591, παρέμεινε μυστηριώδης, μεταξύ  δε  των ιστορικών υπάρχουν διαφωνίες, εάν  επήλθε τυχαία  ή  κατόπιν εγκλήματος.   Η   ιστορία   όμως  στιγμάτισε   ως   ηθικό    αυτουργό   της δολοφονίας   του, τον   Γκουτουνώφ. 
Η    Εκκλησία   εορτάζει  την   μετακομιδή   των    ιερών   λειψάνων    αυτού    στις   3    Ιουνίου.

 

Saint Demetrius the Wonderful Prince

 

Saint Dimitrios (Ivanovich) was born in Moscow in 1581. He was the son of Tsar Ivan II of Terror from his seventh marriage, and was given the title of "Charevich", that is, the successor of the throne, as long as there was no fear. his elder brother, Theodore, homeless. After ascending to the throne, he left all power to Boris Gutunov's brother-in-law, who, aspiring to the occupation of the throne, decided to free Dimitrios. So he cut the young tsar in Oglich with his mother Maria Theodorovna.

The young Demetrius had inspired the Russians great hopes, which were lost by his sudden death. His death in 1591 remained mysterious, with historians arguing over whether it was accidental or a crime. However, the story stigmatized Gutunov as the moral instigator of his murder.

The Church celebrates the removal of its sacred relics on June 3.

Ο Άγιος Δημήτριος ο Θαυματουργός ο πρίγκιπας

 


Ο    Άγιος    Δημήτριος   (Ιβάνοβιτς)   γεννήθηκε    στη    Μόσχα    το    1581.  Ήταν    υιός   του   τσάρου    Ιβάν    Δ’   του   Τρομερού   από   τον    έβδομο γάμο    του,   αποδόθηκε   σε   αυτόν    ο    τίτλος    του  «τσάρεβιτς»,  δηλαδή    του    διαδόχου  του   θρόνου,   καθ’   όσον   υπήρχε   φόβος   μην πεθάνει   άτεκνος   ο  πρεσβύτερος   αδελφός    αυτού,    Θεόδωρος.   Αυτός,  αφού  ανήλθε στον θρόνο, άφησε  όλη την εξουσία στο γυναικαδελφό του Βορίς   Γκουτουνώφ,   ο   οποίος,   φιλοδοξώντας    την κατάληψη    του    θρόνου,  αποφάσισε  να  απαλλαγεί   από  τον Δημήτριο.   Περιόρισε,   λοιπόν,   το   νεαρό    τσάρο    στο  Ούγκλιχ    μαζί με   την   μητέρα    του   Μαρία   Θεοδώροβνα.

Ο    νεαρός   Δημήτριος    είχε   εμπνεύσει   στους   Ρώσους   μεγάλες ελπίδες,   οι   οποίες    χάθηκαν   από  τον  αιφνίδιο   θάνατό   του.   Ο  θάνατός   του,  το  1591, παρέμεινε μυστηριώδης, μεταξύ  δε  των ιστορικών υπάρχουν διαφωνίες, εάν  επήλθε τυχαία  ή  κατόπιν εγκλήματος.   Η   ιστορία   όμως  στιγμάτισε   ως   ηθικό    αυτουργό   της δολοφονίας   του, τον   Γκουτουνώφ. 
Η    Εκκλησία   εορτάζει  την   μετακομιδή   των    ιερών   λειψάνων    αυτού    στις   3    Ιουνίου.

 

Saint Demetrius the Wonderful Prince

 

Saint Dimitrios (Ivanovich) was born in Moscow in 1581. He was the son of Tsar Ivan II of Terror from his seventh marriage, and was given the title of "Charevich", that is, the successor of the throne, as long as there was no fear. his elder brother, Theodore, homeless. After ascending to the throne, he left all power to Boris Gutunov's brother-in-law, who, aspiring to the occupation of the throne, decided to free Dimitrios. So he cut the young tsar in Oglich with his mother Maria Theodorovna.

The young Demetrius had inspired the Russians great hopes, which were lost by his sudden death. His death in 1591 remained mysterious, with historians arguing over whether it was accidental or a crime. However, the story stigmatized Gutunov as the moral instigator of his murder.

The Church celebrates the removal of its sacred relics on June 3.

Κυριακή 14 Μαΐου 2023

ομιλία της Κυριακής Σαμαρείτιδος


 

Ο Άγιος Ισίδωρος ο Μάρτυρας εν Χίω

 


Ο   Άγιος  Μάρτυς  Ισίδωρος  καταγόταν  από  την   Αλεξάνδρεια.    Οι  γονείς  του   ήταν   ειδωλολάτρες.  Υπηρέτησε   στο   ρωμαϊκό    στρατό  επί   βασιλέως    Δεκίου  (249 – 250   μ.Χ.)  και   προήχθη  στο   αξίωμα   του Οπτίωνος.   Ο   Άγιος   είχε   ελκυσθεί   στην   Χριστιανική   πίστη   κατά   το    τελευταίο   του    ταξίδι    από    άλλους   Χριστιανούς  που υπηρετούσαν   μαζί   του   στη    ναυτική    στρατιωτική   δύναμη.   Όταν ήλθε  στη  Χίο  ο  Κεντυρίων   Ιούλιος   τον   διέβαλε   αναφέροντας   στο ναύαρχο    Νουμέριο    ότι    ήταν    Χριστιανός  και   αρνιόταν  να  προσφέρει    θυσία  στους   θεούς. Τότε  τον  συνέλαβαν  και  τον  απείλησαν,  για    να    αρνηθεί    την   πίστη   του   στον   Χριστό.  Υποβλήθηκε   σε  φρικτά   βασανιστήρια   και   σε   σκληρό   ξυλοδαρμό που  κατανίκησε   με   την   αδάμαστη  πίστη   του.   Ο     πατέρας   του,  όταν    έμαθε   ότι    ήταν  Χριστιανός,  εξεπλάγην.  Έτσι,  ξεκίνησε  το   ταξίδι   για   την   Χίο,   όπου   έφθασε   με   πολύ    κόπο.   Αμέσως    ζήτησε  να   δει   τον   φυλακισμένο   υιό   του   και    ο   ναύαρχος Νουμέριος,    νομίζοντας    ότι    η   πατρική   παρέμβαση    θα   άλλαζε   την    πίστη   του   Μάρτυρα,   το   επέτρεψε.    Ο    Άγιος   ικέτευε   τον πατέρα  του  να  ανοίξει  τα  μάτια  της  ψυχής του  και  να    δει    την αλήθεια. Ο  πατέρας του Αγίου  ήταν   ανένδοτος. Δεν   μπορούσε   να αποδεχθεί   ότι   ο   υιός   του   πίστευε   στον   σταυρωθέντα    Ναζωραίο και   αρνήθηκε    την   προγονική θρησκεία των ειδώλων. Τον καταράστηκε    και  δήλωσε  στον ναύαρχο  Νουμέριο  ότι  τον  αποκηρύσσει   παρακαλώντας  τον ταυτόχρονα  να   επισπεύσει  τη θανατική    καταδίκη   του   υιού   του.   Ο   Νουμέριος    τον    έδεσε  σε  άλογο  που    τον   παρέσυρε   καλπάζοντας    επάνω  σε  πέτρες.   Ο  Μάρτυς   ήταν   γεμάτος   πληγές  και  αίματα.  Αμέσως  ο    Νουμέριος διέταξε την δια αποκεφαλισμού θανάτωσή του.
Το   σεπτό    λείψανό   του   το   έριξαν   σε   φαράγγι,  για   να   τον καταφάγουν   τα   όρνεα,  λίγοι   δε   στρατιώτες   φύλαγαν    εκεί,  μην  τυχόν   έλθουν  οι  Χριστιανοί  και   παραλάβουν  το  σώμα.  Όμως,  μία  Χριστιανή,  ονόματι  Μυρόπη,  ήλθε  τη νύχτα   και   με   την   βοήθεια   δύο   υ πηρετριών,   την   ώρα   που   οι   στρατιώτες   είχαν   πέσει    και  ησύχαζαν, παρέλαβε  το  ιερό λείψανο, το οποίο ενταφίασε. Την επομένη,  ο   Νουμέριος  πληροφορήθηκε  ότι  το λείψανο του  Μάρτυρος  είχε αρπαχθεί.   Υπέθεσε   ότι    οι    στρατιώτες  δελεάστηκαν  με   χρήματα  και   δώρα   και    επέτρεψαν   στους   Χριστιανούς   να    παραλάβουν   το  σώμα  του  Αγίου.  Γι’ αυτό  τους  φυλάκισε,  ενώ   παράλληλα  κυκλοφόρησε   την   είδηση   ότι   θα    τους   φονεύσει,   αν    δεν    του  πουν    σε    ποιον    παρέδωσαν   το   λείψανο.  Η  Μυρόπη    έκρινε   ότι   θα   ήταν   άδικο   να   εκτελεσθούν οι στρατιώτες. Γι’ αυτό παρουσιάσθηκε   στον   Νουμέριο   και   του   δήλωσε   την   αλήθεια.  Εκείνος   έδωσε  εντολή  να   την   φυλακίσουν.   Μετά   το   μαρτύριό   της, οι    Χριστιανοί  έθαψαν   με  ευλάβεια   το  λείψανο  της  Παρθενομάρτυρος  κοντά  στον  τάφο, όπου  προηγουμένως   αυτή   είχε  αποθέσει    αυτό    του    Αγίου    Ισιδώρου.



Απολυτίκιον.   Ήχος   δ’.   Ο    υψωθείς     εν   τω   Σταυρώ.        
Ως στρατευθείς τω Βασιλεί των αιώνων, των επιγείων την   στρατείαν   απώσω,  και  ευθαρσώς  εκήρυξας   Χριστόν  τον  Θεόν·  όθεν  τον  αγώνα   σου,   τον   καλόν    εκτελέσας, Μάρτυς θεοδόξαστος, του Σωτήρος   εδείχθης  · όν   εκδυσώπει    σώζεσθαι  ημάς,  τους  σε  τιμώντας,  παμμάκαρ    Ισίδωρε.



Κοντάκιον.   Ήχος    δ’.   Επεφάνης   σήμερον.      
Κυβερνήτης  μέγιστος  τη  οικουμένη,  συ  εφάνης    Άγιε,  ταις    προς  Θεόν  σου προσευχαίς·  διο   υμνούμένσε   σήμερον,   Μάρτυς    θεόφρον,  Ισίδωρε    ένδοξε.



Μεγαλυνάριον.
Ξίφει   εκτμηθείς  σου   την   κεφαλήν,   έτεμες   της   πλάνης,   Αθλοφόρε τας    μηχανάς,   και   Χριστώ    ηνώθεις,   τη   κεφαλή   των   όλων,   ως κοινωνός   του   πάθους,    τούτου    Ισίδωρε.

 

Saint Isidore the Witness in Chios

 

 

Saint Martyr Isidore came from Alexandria. His parents were pagans. He served in the Roman army under King Decius (249-250 AD) and was promoted to the post of Option. The Saint was attracted to Christian faith on his last trip by other Christians serving with him in naval military power. When he arrived in Chios, Centauri Julius sent him to Admiral Numerio, saying he was a Christian and refused to sacrifice to the gods. Then he was arrested and threatened to deny his faith in Christ. He was subjected to horrific torture and cruel beatings which he overthrew with his unshakable faith. His father was surprised when he learned that he was a Christian. So began the journey to Chios, where he arrived with great effort. He immediately demanded to see his imprisoned son, and Admiral Noumérius, thinking that his father's intervention would change the faith of the Witness, allowed it. The Saint begged his father to open the eyes of his soul and see the truth. Saint's father was unfaithful. He could not accept that his son believed in the crucified Nazarene and rejected the ancestral religion of idols. He was cursed and told Admiral Numerio that he would renounce him while urging him to expedite his son's death sentence. Numerius tied him to a horse that dragged him galloping on stones. The Martyr was full of wounds and blood. Immediately Numerius ordered his beheaded execution.

His sepia relic was thrown into a canyon to be hunted down by the hens, and few soldiers were kept there, so the Christians could not come and take over the body. However, a Christian named Myrope came to the night and with the help of two priests, when the soldiers had fallen and rested, he received the sacred relic, which was buried. The next day, Numerius was informed that the relic of the Witness had been seized. He assumed that the soldiers were enticed by money and gifts and allowed Christians to receive the body of the Saint. So he imprisoned them, while at the same time releasing the news that he would kill them if they didn't tell whom the relic was handed over to. Murope considered it unfair to execute the soldiers. So he showed up to Numerio and told him the truth. He ordered her to be imprisoned. After her martyrdom, the Christians buried the relic of the Parthenon near the tomb, where she had previously laid the tomb of St. Isidore.

 

 

Absolutely. Sound d. The Highest in the Cross.

As a soldier of the Kings of the centuries, the earthly ones have turned her away, and I have gladly proclaimed Christ to God;

 

 

It's close. Sound d. Impressive today.

Commander-in-Chief of the house, most likely Haggai, pray to your God; today commemorate, Martyr Theophron, Isidore glorified.

 

 

Magnificent.

You shave your head off, you fall into error, you crush the machines, and you know Christ, the head of all, as a society of passion, this Isidore.