Πέμπτη 30 Απριλίου 2020

Ο Προφήτης Ιερεμίας


Ο   Προφήτης   Ιερεμίας  γεννήθηκε  πιθανώς   κατά   το   650   π.Χ.,   στην μικρή πόλη   της  φυλής    Βενιαμίν  Αναθώθ,  βορειοανατολικά  της  Ιερουσαλήμ. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και ονομαζόταν Χελκίας. Ανατράφηκε στην ιερατική  αυτή  οικογένεια  με  αυστηρότητα. Μελετούσε  τους  προ  αυτού   Προφήτες  Ησαΐα  και  Ωσηέ.  Νεότατος  στην  ηλικία,  περίπου  23 – 25   ετών,   περί   το   627 – 625   π.Χ.,   καλείται από  τον   Θεό   στο   προφητικό   αξίωμα.   Ανταποκρίνεται   στο   θέλημα  του   Κυρίου   και   έτσι    το   όνομά    του   (Ιερεμίας), που  σημαίνει  ο  Θεός   ανυψώνει   ή   καθιστά,   εκφράζει    και    την    αποστολή   του.
Κατάπληκτος  από   την   τιμή   αυτή    ο   Ιερεμίας,   αρνείται    την    υψηλή  τιμητική κλήση,  προβάλλοντας  τις  ασθενείς  νεανικές του δυνάμεις.   Ο    Θεός  όμως ενισχύει αυτόν  υποσχόμενος,  όχι   υλικές αμοιβές  και  τιμές,   αλλά   το   πολυτιμότερο   όλων:   τη    βοήθειά    Του.  Ο   Ιερεμίας    υπακούει.
Ο   Προφήτης  Ιερεμίας   καθαγιάσθηκε   πριν   από   τη   γέννησή   του, όπως   γράφει   ο    Άγιος Ιερώνυμος. Πράγματι,   στην   αρχή   του προφητικού   του    βιβλίου   ο    Ίδιος    ο  Θεός    του   λέγει:    «Προ   του   με   πλάσαι   σε    εν   κοιλία  επίσταμαί   σε   και   προ   του   σε   εξελθείν   εκ   μήτρας    ηγίακά    σε,   προφήτην   εις   έθνη   τέθεικά   σε».
Σε   τέσσερις  περιόδους  δυνάμεθα  να  διαιρέσουμε  την  δημόσια   δράση του.   Πρώτον,  επί   του    βασιλέως  Ιωσίου   προ    της   μετερρυθμίσεως (627 – 621  π.Χ.),  δεύτερον,  επί  του  βασιλέως  Ιωακείμ  μέχρι  του Σεδεκίου (609 – 598  π.Χ.), τρίτον,  επί    Σεδεκίου   (598 – 586 π.Χ.)   και  τέταρτον,  μετά  την  άλωση  της Ιερουσαλήμ  και  την  αιχμαλωσία  του   Σεδεκίου.
Μετά   την   καταστροφή  του  βασιλείου  του  Ισραήλ, το   βασίλειο    του  Ιούδα,   όπου   βρισκόταν   ο  Προφήτης  Ιερεμίας, τελούσε   υπό   την επίδραση   των   Ασσυρίων,   όχι   μόνο   πολιτικά    αλλά   και θρησκευτικά.  Η πολυθεΐα των Ασσυρίων  είχε  εισχωρήσει  στους  Ιουδαίους,  διότι  ο  βασιλέας  Μανασσής  (693 – 639 π.Χ.)   ήταν    υποτελής των   Ασσυρίων   και   είχε   παραδοθεί   σε   θρησκευτικό   συγκρητισμό και  σε   ειδωλολατρία.   Όσες   πόλεις   υπήρχαν  στην    Ιουδαία,    τόσοι  ήταν  και   οι  θεοί,    όσοι   οι    δρόμοι    της  Ιερουσαλήμ,  τόσα θυσιαστήρια  του   Βαάλ. Υπήρχε  η  ειδωλολατρία   του   Μολώχ   με   τα ανθρώπινα   θύματα.  Στις   αυλές   του   ναού    ήταν    θυσιαστήρια    των  Ασσυρίων    θεών και  το   είδωλο   της   Αστάρτης.   Ο    Ιερεμίας,   επί   της βασιλείας    του    Ιωσίου,  από  το  627 π.Χ.,  επέρχεται  κατά  της πολυθεΐας κηρύσσοντας  τον Ένα  και  Μόνο  Αληθινό  Θεό  και   στηλιτεύοντας  τη  διαφθορά.  Εκτός  της ειδωλολατρίας  και  ανηθικότητας,  ο  Ιερεμίας πολεμάει  κατά  την  περίοδο  αυτή   και   τους ψευδοπροφήτες, οι οποίοι παραπλανούσαν τον λαό με ψευδείς προφητείες.   Ο   Προφήτης   διαισθάνεται   κάποια  μεταβολή   του   λαού, κάποια  μετάνοια,  διότι  στην πρόσκληση  του  Θεού,  ο  λαός  απαντά:   «Ιδού,   προς   Σε   έρχομαι».   Η    μετάνοια   όμως   αυτή   ήταν   πρόσκαιρη λόγω   της   ανομβρίας.   Ο    Προφήτης    πονάει,   υποφέρει.  Περιέρχεται σε   απόγνωση.   Όμως    η   μακροθυμία   του    Θεού    δεν   εξαντλείται.  Ο  Θεός  συμβουλεύει   τον   Προφήτη    να    ερευνήσει  την   υπό   του κακού   τρυγηθείσα    άμπελο,  το   λαό  Του, μήπως  εύρει  ρώγα  σταφυλιού,  κάποιον  άνθρωπο  ευσεβή,  ατρύγητο  από  το   κακό.  Έτσι τονίζεται η μεγάλη αξία του ανθρώπου. Ο  Προφήτης δεν βρίσκει  δυστυχώς   καμία  ρώγα  σταφυλιού  ατρύγητη  από  το  κακό.  Στην άκαρπη  αυτή    προσπάθεια    του    Προφήτη,   ο     Θεός     συνιστά σε  αυτόν   και   πάλι    να   συνεχίσει     την   εργασία  του,  για    να    πεισθεί  και  ο  ίδιος  ο   Προφήτης   για    το   αδιόρθωτο    του    λαού    και  τη    δίκαιη    τιμωρία  του.  Ο  Θεός  παρομοιάζει  τον Προφήτη  με  μεταλλουργό   που    δοκιμάζει    τα    μέταλλα   και    φροντίζει    από    το μείγμα   να    εξαγάγει   αυτά  που  είναι  ευγενή,   δηλαδή    το   χρυσό    και    τον   άργυρο.    Μάταια    όμως.
Εδώ   τερματίζεται  η  πρώτη  περίοδος  της δράσεως  του  Προφήτη  Ιερεμίου.    Κατόπιν   έρχεται    η    κατάλυση   του    Ασσυριακού   βασιλείου    δια    της  πίστεως  της  Νινευΐ  το    621 π.Χ.  Ο   ευσεβής  βασιλέας  Ιωσίας,   επωφελούμενος   από   την    κατάρρευση  αυτή, ανέλαβε   πολιτική    εξωτερικής  ανεξαρτησίας  και  προέβη  σε  εσωτερικές   μεταρρυθμίσεις,   για   να    ορθώσει    την   πίστη    στον    Θεό.  Ο   Ιερεμίας,   κατά   το   χρονικό   διάστημα   621 – 608  π.Χ., αποσύρθηκε  πιθανότατα  σε  μόνωση.  Χαρακτηριστικό  της   ασκητικής  του   ζωής    ήταν  ότι  αυτός  «λινούν  περίζωμα   είχε   μόνον.   Ως   δε   τα ευτραφή    των   σωμάτων   γυμνούμενα   φανερωτέραν    δείκνυσι   την ακμήν, ούτω και των ηθών το  κάλλος, μη   ανειλούμενον   απειροκάλοις   φλυαρίαις,   το   μεγαλοπρεπές   ενδείκνυται».
Κατά   την  δεύτερη  περίοδο  της  δράσης  του,  επί  της  εποχής  του  βασιλέως   Ιωακείμ   (609 – 598 π.Χ.), ο Προφήτης  Ιερεμίας  στρέφεται  κατά  των  ατόπων της  Ισραηλιτικής  θρησκείας.  Ο  μαγικός  χαρακτήρας,  τον   οποίο    απέδιδαν οι  Ιουδαίοι  στο  ναό  και  στις τελετές,   τον   ενοχλούσε.  Έλεγε   δε,   ότι   «ο   ναός,   ο   οποίος  χρησιμεύει   να   καλύπτει   τα  κακουργήματα,   είναι   όχι   ναός   Θεού, αλλά   σπήλαιο    λῃστών».
Κατά   το   πρώτο    έτος    της    βασιλείας  του  Ιωακείμ,  σε  κάποια  μεγάλη    εορτή,  εμφανίζεται   ο    Προφήτης   Ιερεμίας   στην   αυλή   του ναού  και   μέσα  στο ενθουσιώδες  από  τη   θέα   του   ναού   πλήθος, προσβάλλει   την    εσφαλμένη   αυτή   πίστη,   την    οποία   είχε   ο    λαός περί   του   ναού   και   κηρύσσει   την   επερχόμενη   καταστροφή  του  ναού.    Όλος    ο    λαός  εξεγείρεται   και    ζητεί   τον   θάνατό  του. Σώζεται  με  την   επέμβαση   του  Αχικάμ.  Μεταβαίνει   στο   εργαστήριο  του    κεραμέως   και   παρατηρεί    ότι    ο  κεραμέας    μεταπλάσσει    όσα από  τα  πήλινα  δοχεία  δεν  αρέσουν  σε  αυτόν.  Έτσι,  λέγει  ο  Προφήτης,   θα   κάνει    ο    Θεός    σε   έθνη    και    ανθρώπους,    τα  οποία  δεν  αρέσουν  σε  Αυτόν.  Για  την αποφυγή  της    καταστροφής συνιστά  την   εσωτερική   μετάνοια    του   ανθρώπου.    Άρχοντες    και λαός    αντιδρούν.  Κουρασμένος  ο  Προφήτης   από   τους   άκαρπους αγώνες   του   ζητεί   τη    μόνωση   και   προβλέποντας    την   αμετανοησία   του    λαού    του    Θεού,    προλέγει    την   καταστροφή   του.
Κάποιοι   άνθρωποι  αποφασίζουν   να   τον  δηλητηριάσουν   στην  Αναθώθ.  Συνωμοτούν  εναντίον  του   και   συγγενείς   του.   Ο     Ιερεμίας αποδίδει   την   σωτηρία   του   στον   Θεό.   Στρέφεται    κατά  των αρχόντων,   του   βασιλέως    Ιωακείμ    και    των    ανακτόρων,  των οποίων   κηρύσσει   την   καταστροφή.    Όλος   ο    κόσμος   είναι   εναντίον του. Προς στιγμήν κάμπτεται, διότι νομίζει  ότι  έχει εγκαταλειφθεί  από  τον   Θεό   και   παραπονείται.   Συνέρχεται   όμως και   συνεχίζει  το   έργο   του.   Στην   αυλή   του   ναού   κηρύσσει   και πάλι  την   καταστροφή  του ναού.  Το  κήρυγμα  αυτό  προκαλεί  αναταραχή.   Γι’ αυτό    ο   στρατηγός   του   ιερού  χώρου  του  ναού   Πασχώρ   τον  ραβδίζει  και  τον  ρίχνει   στη   φυλακή.   Τα    κηρύγματά του    γίνονται    δεκτά   με   ειρωνείες.   Του    απαγορεύουν   να επισκέπτεται  το  ναό.   Ο    Προφήτης   σκέπτεται   να   εγκαταλείψει   τον  αγώνα.  Η  φωτιά  όμως    του   λόγου   του     Θεού,   που    είναι   μέσα  του,   δεν    τον    αφήνει.   Κατά   το    τέλος   του    605  π.Χ.,  μετά  την  ήττα   των   Αιγυπτίων    στο   Χαρκαμύς,  επειδή  ο  ίδιος  δεν  ήταν  δυνατόν  να  εισέλθει  στην αυλή  του  ναού,  δίδει  στον  μαθητή   του Βαρούχ    να    αναγνώσει    στο    μέσο    της   αυλής  του  ναού,  προφητεία,  δια   της   οποίας     κηρυσσόταν   η    καταστροφή    του    ναού.  Όλοι  τότε  επαναστατούν  εναντίον  του.  Ο  Ιερεμίας  και  ο  Βαρούχ  κρύβονται, για να μη συλληφθούν. Η προλεχθείσα  όμως καταστροφή    επήλθε.
Οι    Βαβυλώνιοι    κατέστησαν   φόρου    υποτελή   το   βασιλέα    Ιωακείμ. Αυτός, επιθυμώντας την ανεξαρτησία    και   αφού   παρακινήθηκε    από άκριτους    ανθρώπους,   προκαλεί    τη    Βαβυλώνιο    εκστρατεία    κατά  της  Ιερουσαλήμ.  Ο Ναβουχοδονόσωρ επέρχεται    εναντίον  του  και  πολιορκεί  την  Ιερουσαλήμ. Ο  Ιερεμίας    μάταια    συνιστά   στον   βασιλέα   Ιωακείμ,   υποταγή    στους     Βαβυλώνιους.   Ο    Ιωακείμ πεθαίνει  και   η   πόλη   καταλαμβάνεται   και   πολιορκείται.    Ο    ναός  καταστρέφεται.  Ο   άμεσος   διάδοχος   του    Ιωακείμ,  ο  Ιωαχείμ  (Ιεχονίας)    πορεύεται  σε  αιχμαλωσία  με  τους  αξιωματούχους  της χώρας   και   δέκα   χιλιάδες   από    το  λαό.  Ο  βασιλέας  Ναβουχοδονόσωρ    ορίζει   ως    διάδοχο   του    Ιεχονίου,    τον   Σεδεκία.
Κατά  την  τρίτη   περίοδο    της    δράσεως   του   Προφήτη   Ιερεμίου,   το 594  π.Χ.,   απεσταλμένοι   των    Ιδουμαίων,  Αμμωνιτών, Τύρου και    Σιδώνος, παρακάλεσαν τον Σεδεκία να συμμαχήσουν κατά των Βαβυλωνίων.    Οι   ψευδοπροφήτες   κηρύσσουν   ότι    τα    ιερά    σκεύη  του    ναού   που   είχαν    κλαπεί   θα  επιστραφούν.  Ο  Ιερεμίας  αντιτίθεται  και  συμβολικά  θέτει  ζυγό  στον τράχηλό  του,  για  να  δηλώσει    ότι    θα    είναι  δούλοι  του Ναβουχοδονόσορ.  Ο ψευδοπροφήτης   Ανανίας   σπάζει   το    ζυγό    πάνω    στον    τράχηλο  του  Ιερεμία, για  να  τονίσει  την  αποτίναξη  του  ζυγού  των  Βαβυλωνίων.    Ο  Ιερεμίας απαντά:   «Έσπασες ξύλινους ζυγούς; Σιδερένιους   θα   θέσει   ο   Θεός   στον   τράχηλό   σας».
Ο  Σεδεκίας   τήρησε   συνετή   πολιτική   προς    τους   απεσταλμένους  των  άλλων περιοχών  και   ενέκρινε   την   γνώμη   του   Προφήτη  Ιερεμία.  Όμως, κατά  το  588  π.Χ.,   ο φαραώ   της   Αιγύπτου    Ουαφρής επαναστατεί κατά  των Βαβυλωνίων. Το φρόνημα των Ιουδαίων  αναπτερώνεται    και   λαμβάνουν  και   αυτοί    μέρος   στην   επανάσταση αυτή.   Ο   Ιερεμίας   τους   αποτρέπει   από   το   να    συμμαχήσουν  με  τους  Αιγυπτίους  κατά  των  Βαβυλωνίων.  Οι   Ιουδαίοι    δεν   υπακούν και    επαναστατούν.   Ο    Ιερεμίας    επιμένει    ότι  η πόλη των Ιεροσολύμων θα καταστραφεί. Οι άρχοντες τον ρίχνουν σε λάκκο βορβορώδη,  διότι   με   τον   τρόπο   που   ο    Προφήτης    ομιλούσε παρέλυε  τα  χέρια  των  πολεμιστών.  Με  την  επέμβαση    όμως  του  Αβδεμέλεχ  αποσύρεται  από  τον  λάκκο.  Η  πόλη   των    Ιεροσολύμων καταλαμβάνεται    και   ο   βασιλέας  Σεδεκίας  συλλαμβάνεται, τυφλώνεται  και   οδηγείται   στη  Βαβυλώνα.   Η    πόλις  παραδίδεται  στις   φλόγες.
Κατά   την   τέταρτη    περίοδο   της  δράσεώς    του,    ο   Ιερεμίας,    μετά  την  άλωση της  Ιερουσαλήμ, αποφασίζει  να   διαμείνει  πλησίον   του Γοδολίου. Τον Γοδολία, ο βασιλέας Ναβουχοδονόσωρ εγκαθιστά κυβερνήτη  της  Ιουδαίας. Μετά  από  λίγο,  όμως,  ο  Γοδολίας  δολοφονείται    και   ο  Ιουδαϊκός   λαός,   φοβούμενος  την  τιμωρία     από  τους  Βαβυλωνίους, αποφασίζει  να  απέλθει   στην    Αίγυπτο    παρά    την  γνώμη  του  Ιερεμίου   και   την   εντολή    του  Θεού.   Χωρίς    την θέλησή   του,   παίρνουν   μαζί    τους   και   τον   Ιερεμία,    ο    οποίος κηρύττει και στην   Αίγυπτο. Προλέγει την  εισβολή  του  Ναβουχοδονόσωρ,  η  οποία   και   έγινε.   Εκεί   οι   Ιουδαίοι   περιπίπτουν σε ειδωλολατρία. Ο Προφήτης επέρχεται και πάλι  εναντίον  αυτών. Εκείνοι   όμως δεν υπακούουν  και ο  Προφήτης  προλέγει  την καταστροφή    τους.
Ο  Προφήτης  Ιερεμίας   λιθοβολήθηκε    από  τους  συμπατριώτες του  στην   πόλη  Τάφνα   της  Αιγύπτου  ή  απήχθη  μαζί  με  τον  Βαρούχ  αιχμάλωτος    από   τον    βασιλέα    Ναβουχοδονόσωρ   σε   κάποια  εισβολή  του  στην  Αίγυπτο  το  568 π.Χ.,  ως  λέγει  κάποια  Ραββινική   παράδοση.
Η  Σύναξη  αυτού   ετελείτο   στο   ναό   του  Αποστόλου   Πέτρου,  που  ήταν    κοντά    στην   Μεγάλη   Εκκλησία.          
Το  βιβλίο του   Προφήτου  Ιερεμίου  στην  Παλαιά  Διαθήκη  δεν παρουσιάζει   μόνο   υψηλές   θρησκευτικές    ιδέες,  αλλά   κυρίως   μία ζωηρή   θρησκευτική   προσωπικότητα,   διότι   ο  Ιερεμίας   δεν   κήρυττε μόνο,   αλλά   ζούσε   την  διδασκαλία    αυτή   με    τόση    επιμονή,    ώστε  όχι    μόνο    ο    θάνατός    του    υπήρξε   μαρτυρικός,  αλλά  και  ολόκληρη  η  ζωή  του  ήταν  ένα διαρκές  μαρτύριο.  Η διδασκαλία  του    Προφήτου  Ιερεμίου  αφορούσε,  α)  τον   άνθρωπο,   β)   τον    Θεό   και    γ)  το    λαό  του  Θεού. Κέντρο  και  των  τριών  αυτών   είναι   η   καρδιά,  η  βάση   της    προσωπικότητας    του    ανθρώπου.


Απολυτίκιον.   Ήχος  α’.  Της    ερήμου   πολίτης. 
Εκ  γαστρός   ηγιάσθης τη προγνώσει  του  Κτίσαντος,  και  προφητικής επληρώθης   εκ  σπαργάνων   συνέσεως·  εθρήνησας  την    πτώσιν  Ισραήλ,   σοφέ   Ιερεμία  εν  στοργή·  δια  τούτο  ως  Προφήτην  και  Αθλητήν,   τιμώμέν   σε   κραυγάζοντες·   δόξα   τω   σε  δοξάσαντι  Χριστώ,  δόξα   τω   σε  στεφανώσαντι,  δόξα   τω  χορηγούντι  δια  σου,  ημίν   τα   κρείττονα.


Κοντάκιον. Ήχος  πλ. δ’.  Ως   απαρχάς  της  φύσεως.    
Ως   εκ   γαστρός  θεόληπτος,  και  συμπαθείας   έμπλεως,  την  του   λαού  σου    εθρήνησας  έκπτωσιν,  Ιερεμία  ένδοξε· δια    τούτό  σε λίθοις,  εν Αιγύπτω  Προφήτα  φόνω   παρέδωκαν,  οι  μη  ειδότες   ψάλλειν,   συν   σοι    Θεώ·   Αλληλούϊα.


Μεγαλυνάριον.
Τον  ηγιασμένον  από   γαστρός,   ως    εκλελεγμένον,  επαξίως  τω Σαβαώθ,  σε  Προφητομάρτυς,  σοφέ  Ιερεμία,   υμνούμεν   και   βοώμεν·  Σκέπε   τους   δούλους   σου.

The Prophet Jeremiah


The Prophet Jeremiah was probably born in 650 BC in the small town of the Benjamin Anathoth tribe, northeast of Jerusalem. His father was a priest and was named Helkiah. She was brought up in this priestly family with rigor. He studied the Prophet Isaiah and Hosea before him. The youngest, about 23-25 ​​years, about 627 - 625 BC, is called by God to the prophetic office. It responds to the will of the Lord and thus his name (Jeremiah), which means God lifts or makes it, also expresses his mission.
Amazed by this honor, Jeremiah refuses the high honor call, displaying his weak youthful powers. God, however, strengthens Him by promising, not material rewards and values, but most valuable of all: His help. Jeremiah obeys.
The Prophet Jeremiah was sanctified before his birth, as Saint Jerome writes. Indeed, at the beginning of his prophetic book, God Himself says, "Before me you are made in abdominal adherence to, and before him in maternity he is led astray to, a prophet to the nations at last."
We can divide his public action in four periods. First, to King Josiah before moderation (627 - 621 BC), second, to King Joachim to Zedekiah (609 - 598 BC); third, to Zedekiah (598 - 586 BC). ) and fourth, after the fall of Jerusalem and the captivity of Zedekiah.
After the destruction of the kingdom of Israel, the kingdom of Judah, where the Prophet Jeremiah was located, was under the influence of the Assyrians, not only politically but also religiously. Assyrian rule had penetrated the Jews because King Manasseh (693 - 639 BC) was a slave to the Assyrians and had surrendered to religious conservatism and idolatry. As many cities as there were in Judah, so were the gods, as the streets of Jerusalem, so many sacrifices to Baal. There was Moloch's idolatry with the human victims. In the courtyards of the temple were sacrifices of the Assyrian gods and the image of Astarte. Jeremiah, in the reign of Josiah, from 627 BC, comes up against the pluralism by preaching the One and Only True God and orchestrating corruption. In addition to idolatry and immorality, Jeremiah during this period also fought the false prophets, who deceived the people with false prophecies. The Prophet senses some change of people, some repentance, because at the invitation of God, the people respond: "Behold, I come unto thee." But this repentance was temporary because of the drought. The Prophet is in pain, suffering. It is in despair. But God's longing is not exhausted. God advises the Prophet to inquire into the evil-harvested vine, His people, whether he finds a grape herb, a pious man, devoid of evil. This emphasizes the great value of man. The Prophet unfortunately does not find any grape rogue untouched by evil. In this fruitless endeavor of the Prophet, God recommends him to continue his work, to persuade the Prophet himself of his people's unrighteousness and his just punishment. God likens the Prophet to a metalworker who tests the metals and takes care of the mixture to extract what is noble, namely gold and silver. But in vain.
Here ends the first period of Prophet Jeremiah's action. Then comes the overthrow of the Assyrian kingdom by the faith of Nineveh in 621 BC. Benevolent King Josiah, taking advantage of this collapse, undertook a policy of external independence and carried out internal reforms to restore faith in God. Jeremiah, probably between 621 and 608 BC, probably retired in isolation. A characteristic of his ascetic life was that he 'only had a linen skirt. And as the bent bodies of the bare-bones bodily light show acne, so do the good morals, with no infinite flurry of flames, magnificent is indicated. "
During the second period of his reign, during the reign of King Joachim (609 - 598 BC), the Prophet Jeremiah turned against the people of the Israeli religion. The magical character attributed by the Jews to the temple and ceremonies disturbed him. He said that "the temple, which serves to cover up the evil acts, is not a temple of God, but a cave of tabernacles."
In the first year of Joakim's reign, on some great feast, the Prophet Jeremiah appears in the courtyard of the temple, and in the enthusiasm of the temple crowd, he invokes this erroneous belief that the people had about the temple and declares it imminent destruction of the temple. All the people rebel and demand their death. He is saved by the intervention of Ahikam. He goes to the pottery workshop and notices that the pottery is replacing those that he does not like. So says the Prophet, God will do to nations and people who do not like Him. To avoid catastrophe is the inner repentance of man. Lords and people react. The Prophet, tired of his fruitless struggles, calls for isolation and foresees the destruction of God's people by foreseeing the retribution of God's people.
Some people decide to poison him at Anathoth. They are plotting against him and his relatives. Jeremiah attributes his salvation to God. He turns against the nobles, King Joachim and his palaces, who declares destruction. The whole world is against him. He is currently bending over because he thinks he has been abandoned by God and complains. However, he meets and continues his work. In the courtyard of the temple he declares the destruction of the temple again. This preaching causes a commotion. That is why the general of the holy place of the Paschor Temple stabs him and throws him into prison. His sermons are received with irony. He is not allowed to visit the temple. The Prophet is thinking of giving up the fight. But the fire of the word of God which is within him does not leave him. At the end of 605 BC, after the defeat of the Egyptians at Harcamys, because he was unable to enter the temple courtyard, he gives Baruch a disciple to read in the middle of the temple courtyard a prophecy through which the destruction of the temple was preached. Everyone then rebels against him. Jeremiah and Baruch hide in order not to be arrested. But the foreseeable disaster came.
The Babylonians made King Jehoiakim tribute. Desiring independence and motivated by cruel people, he provokes the Babylonian campaign against Jerusalem. Nebuchadnezzar rises up against him and besieges Jerusalem. Jeremiah vainly recommends to King Joachim a submission to the Babylonians. Joakim dies and the city is occupied and besieged. The temple is destroyed. Joachim's immediate successor, Joachim (Ichonia), is being held captive by the country's officials and ten thousand of the people. King Nebuchadnezzar appoints Zedekiah as his successor, Jehechonius.
During the third period of Prophet Jeremiah's action in 594 BC, envoys from the Edomites, the Ammonites, Tyrus and Sidon pleaded with Zedekiah to form an alliance against the Babylonians. The false prophets declare that the sacred vessels of the temple that were stolen will be returned. Jeremiah opposes and symbolically puts a yoke on his neck to declare that they will be slaves to Nebuchadnezzar. The false prophet Ananias breaks the yoke on Jeremiah's neck to emphasize the shaking of the Babylonian yoke. Jeremiah responds: “Have you broken wooden scales? Ironmen will put God in your neck. "
Zedekiah adhered to prudent policies in other areas and approved the opinion of Prophet Jeremiah. However, in 588 BC, the Egyptian Pharaoh Pharaoh rebelled against the Babylonians. The Jews' minds are revived and they too take part in this revolution. Jeremiah prevents them from allying with the Egyptians against the Babylonians. The Jews do not obey and rebel. Jeremiah insists that the city of Jerusalem will be destroyed. The rulers throw him into a pit of purgatory, for the way the Prophet spoke paralyzed the warrior's hands. However, with the intervention of Avdemelech he withdraws from the pit. The city of Jerusalem is captured, and King Zedekiah is captured, blinded, and driven to Babylon. The city surrenders to the flames.
During the fourth period of his activity, Jeremiah, after the fall of Jerusalem, decides to stay close to Godoli. In Gadolia, King Nebuchadnezzar appoints a governor of Judah. Shortly afterwards, however, Gadolia is assassinated, and the Jewish people, fearing retribution from the Babylonians, decide to return to Egypt despite Jeremiah's opinion and God's command. Without his will, they take Jeremiah, who preaches in Egypt, as well. It foretells the invasion of Nebuchadnezzar, which happened. There the Jews fall into idolatry. The Prophet again comes up against them. But they do not obey and the Prophet foretells their destruction.
The Prophet Jeremiah was stoned by his compatriots in the city of Tafna in Egypt or kidnapped along with Baruch by King Nebuchadnezzar during an invasion of Egypt in 568 BC, according to some Rabbinic tradition.
This synagogue was in the church of the Apostle Peter, which was near the Great Church.
The book of Prophet Jeremiah in the Old Testament not only presents high religious ideas, but mainly a lively religious personality, because Jeremiah not only preached, but lived this teaching so persistently that not only was his death a martyr but also a martyr, his life was a constant torment. The teaching of the Prophet Jeremiah concerned, a) man, b) God, and c) God's people. Central to all three is the heart, the basis of human personality.


Absolutely. Sound a '. Desert Citizen.
From the stomach to the foresight of Creedon, and from the prophetic to the fulfillment of the synagogue; I have killed the fall of Israel, the wise Jeremiah in love; for you, I keep the keys.


It's close. Sound d. As the beginning of nature.
As a gluttonous God, and a compassionate one, I have given your people a desolate rebuke, Jeremiah has glorified; for this reason in stone, in Egypt Prophet slaughtered, the non-speculators chanted, with God; Alleluia.


Magnificent.
The beloved of the gastric, as the elect, in particular of Shabbat, in the Prophet's martyrdom, the wise Jeremiah, singing and mourning; Think of your servants.